«Το βλεμμα στον τοιχο με τη μαντανια» – Συλλογη διηγηματων

Εννιά διηγήματα που κινούνται ανάμεσα στον πόνο της μνήμης και στο χρώμα του τόπου απαρτίζουν την πρώτη λογοτεχνική δουλειά του πανεπι-στημιακού Βαγγέλη Αυδίκου. Του Βαγγέλη Αυδίκου, που εργάστηκε για

χρόνια στο Δημοκρίτειο στον τομέα της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία», όπως και στο συνοδευτικό του βιβλίου ενημερωτικό κείμενο αναγράφεται, «συναποτελούν ιστορίες μέσης έκτασης, με σεβασμό στην παραδοσιακή αφηγηματική φόρμα αλλά και ενδιαφέροντα ανοίγματα στην νεωτερικότητα.

Ο αναγνώστης ακολουθεί τις εσωτερικές διαδρομές του αφηγητή στο χώρο και το χρόνο. Ο αφηγητής είναι συνήθως ένας σχολαστικός παρατηρητής των γοητευτικών λεπτομερειών της καθημερινότητας, ωστόσο κάποτε παίζει και το ρόλο του ήρωα που εξομολογείται τα πάθη του ή τις ψυχικές του συγκρούσεις. Διαδρομές πολλαπλές και αμφίσημες: από την πετραία Ήπειρο στο μεθοριακό Έβρο, από τα φάσματα του αδικοχαμένου παππού στην αναζήτηση συντροφιάς μέσω αγγελιών ή στην έκρηξη της πρώτης μουσουλμάνας φοιτήτριας στο Τμήμα Νηπιαγωγών της Θράκης. Από τα σκοτεινά μονοπάτια της εμφύλιας πληγής στις τραυματικές σχέσεις της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης με το κυρίαρχο χριστιανικό στοιχείο. Εννέα δείγματα που ανακαλύπτουν τις μυστικές ρωγμές του παρελθόντος και του παρόντος στο σώμα της μεταπολιτευτικής και δήθεν «μεταμοντέρνας» ελληνικής κοινωνίας.

Πρόκειται για μία γραφή με έντονα ανθρωπολογικό χαρακτήρα που ψηλαφίζει το πρόσωπο του Άλλου και απεικονίζει ζωηρά, ενίοτε σκληρά, τα οξέα κοινωνικά ζητήματα της σύγχρονης υπαίθρου και του άστεως, εμπλουτίζοντας τη σχετική λογοτεχνική προβληματική. Η συλλογή διηγημάτων του Βαγγέλη Αυδίκου με τίτλο «Το βλέμμα στον τοίχο με την μαντανία» εντάσσεται στο ρεύμα των σύγχρονων πεζογράφων που αναζητούν την ταυτότητα της ελληνικής περιφέρειας, το ιδιότυπο χρώμα της και τις ενδότερες πολιτισμικές αντιθέσεις της».

Από την προαναφερθείσα συλλογή διηγημάτων, και κατά το έθος των αθηναϊκών εφημερίδων το θέρος, ο «Παρατηρητής» φιλοξενεί σήμερα το διήγημα με τίτλο «Σιμπέλ, η Τουρκαλίτσα» με ηρωίδα τη ομώνυμη μουσουλμάνα φοιτήτρια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρούπολης. Για πολλούς λόγους.

Κυρίως γιατί όντως η γραφή του Αυδίκου διακρίνεται για τον ανθρωπολογικό της χαρακτήρα και καταγράφει με οξυδέρκεια τα όσα «έσω» συντελούνται κατά τη διαδικασία ανατροπής των στερεοτύπων, όταν αρχίζει να υφίσταται η διάθεση για προσέγγιση του «άλλου».

Άρση στερεοτύπων σε ένα δίπολο (αλλά και αμφίδρομο) «άλλο», όπως αυτό υφίστατο για χρόνια στη Θράκη μεταξύ χριστιανών – μουσουλμάνων και το αντίστροφο.

Κι ακόμη για τη συμβολή του στη λογοτεχνία που αφορά στη Θράκη, και δεν μπορεί σήμερα παρά να είναι καθολική, αντανάκλαση ενός κόσμου που δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αφαντάστως, ως πολυπολιτισμικός, πλούσιος.

Ένας κόσμος που κάποτε και η λογοτεχνία, όταν και εφόσον πραγματικά αντλεί και αντιλαμβάνεται τη ζωή όπως είναι, ανεξαρτήτως αν την μεταπλάθει επ’ ωφελεία της, δεν δύναται να αποσιωπήσει.

Ενδεχομένως όμως κι επειδή κι ο συγγραφέας «είναι η εποχή του», οφείλει πρωτίστως να άρει τα στερεότυπα.

Με όμοιον τρόπον ως οιοσδήποτε. Το ευτυχές είναι ότι έχει, ήδη, αρχίσει. Η συλλογή διηγημάτων του Βαγγέλη Αυδίκου με τίτλο «Το βλέμμα στον τοίχο με την μαντανία» είναι ένα τέτοιο, μεταξύ των πρώτων, επιτυχές δείγμα.

Σιμπέλ, η Τουρκαλίτσα λοιπόν δια χειρός Βαγγέλη Αυδίκου…

Τ.Β.

Σιμπέλ η Τουρκαλίτσα

Νομός Έβρου έγραφε η ταμπέλα. Επιτέλους, ταξίδευαν όλη μέρα. Ήταν ο δωδέκατος νομός από το ξεκίνημά τους στη βορειοδυτική Ελλάδα. Η ταμπέλα την έκανε να συνειδητοποιήσει πως έφτασε στο άλλο άκρο, εκεί που η άλλη Ελλάδα απίθωνε όσους δε συμβιβάζονταν με τον κανόνα.

Ο άντρας της στο τιμόνι μουρμούριζε για τον παλιόδρομο στο βουναλάκι που τους χώριζε από το τέλος του ταξιδιού. Άκουγε μόνο τους χτύπους της καρδιάς της. Δεν άκουγε τις βρισιές του άντρα της ούτε το μουγκρητό της μηχανής του πολυκαιρεμένου ΝΙSSAN, σάμπως και κάποιος είχε πατήσει το πλήκτρο «διακοπή ήχου». Το αμάξι πήρε ύψος, απογειώθηκε, και πήρε ανοιχτά την αριστερή στροφή, όπως κάνουν τα αεροπλάνα όταν επιχειρούν να πάρουν το σωστό αεροδιάδρομο. Ήθελε να το βάλει στα πόδια, όπως συνέβη και την πρώτη φορά που βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τον Έβρο. Έκαναν την πρώτη τους περιοδεία στην ενδοχώρα του νομού και ο άντρας της σταμάτησε στη γέφυρα την Μάνδρας, λίγο μετά το Σουφλί, σ΄ένα σημείο που το ποτάμι κυλάει αθόρυβα κάτω από τον επαρχιακό δρόμο προς Ορεστιάδα. Θυμήθηκε πως το ίδιο συναίσθημα ένιωσε στο Μετέωρο Βήμα του Πελαργού. Δεν ήθελε να βγει έξω από το αμάξι. Το κορμί της άρχισε να τουρτουρίζει. Είχε στυλώσει τα πόδια και αρνιόταν να βγει στο μολυσμένο αέρα που ερχόταν από απέναντι. Δεν ήθελε να μοιραστεί τις ίδιες εικόνες με τους προαιώνιους. Πολύ αργότερα, αφηγήθηκε την εμπειρία της στην Έμη, την ψυχολόγο συνάδελφο του άντρα της. Πολιτισμικό σοκ, το χαρακτήρισε. Πρώτη φορά έπιασε τον εαυτό της να απεχθάνεται τόσο πολύ κάποιον που δεν ήξερε. Της ερχόταν να ξεράσει, αλλά ένιωθε να διατρέχει το κορμί της ένα σύγκρυο. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Έριξε μόνο μια κλεφτή ματιά απέναντι και φανταζόταν ορδές Γενιτσάρων να διαβαίνουν το ποτάμι και να ορμάνε καταπάνω τους. Το μόνο που πρόσεξε ήταν ο μιναρές από το απέναντι χωριό. Ξαφνικά, έσκυψε να αποφύγει τους μιναρέδες-πυραύλους που απογειώθηκαν και κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητό της. «Παναγία μου», στρίγκλισε και κουλουριάστηκε στο κάθισμά της. Ο άντρας της έτρεξε κοντά της ανήσυχος. Λίγο μετά, σήκωσε αργά το κεφάλι της και ηρέμησε.

Ήταν η δεύτερη φορά που την αναστάτωσαν οι μιναρέδες. Την πρώτη, ήταν λίγο πριν, όταν πέρασε από τα πρώτα χωριά της Ροδόπης, την Καλλίστη, τον Άρατο, την Αρίσβη. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθε φάτσα με έναν άλλο πολιτισμό. Όταν δίδασκε ιστορία στους μαθητές της την έπιανε θεϊκή μανία με το ΄21. Και τώρα, είχε μπροστά της το μιναρέ. Κάθε φορά που αντίκριζε μιναρέ, θαρρούσε πως η μύτη του έγερνε προς το μέρος της, έτοιμη να πυροβολήσει.

Ο άντρας της την χάιδεψε, ανίκανος εκείνη την ώρα να ψυχανεμιστεί το συγκλονισμό το σώψυχο και την παρακάλεσε να βγει έξω, να βγάλουν μια αναμνηστική φωτογραφία. «Έλα, μην είσαι κουτή. Θα έχεις τεκμήριο του ταξειδίου εις την αλλοδαπήν, όπως έλεγε και ο θεολόγος στο σχολείο σου». «Όχι, δεν μπορώ», ψέλλισε.

Ένιωσε πως έκανε βουτιά στην ιστορία. Όταν ανακοίνωσαν την τοποθέτηση στην Αλεξανδρούπολη, διαισθανόταν στα μάτια όλων να απλώνεται συμπόνια για την περιπέτεια. Η διευθύντρια στο σχολείο της το είπε ορθά κοφτά. «Εξορία, χρυσή μου. Τουρκιά, άλλος κόσμος». Και να την, σ΄ έναν κόσμο που δεν είχε συνηθίσει, τόσο μακριά από τη σιγουριά του αναγνωρίσιμου πολιτισμού. Στην Κομοτηνή είδε πολλά ράσα. Της φαινόταν απίστευτο να υπάρχουν τόσοι πολλοί παπάδες. Κατάλαβε τη διαφορά όταν είδε καταπρόσωπο τους ρασοφορούντες. Ήταν μουσουλμάνες, όπως της εξήγησαν, με τον παραδοσιακό φερετζέ. «Άλλος κόσμος», σκέφτηκε αργότερα.

Το αυτοκίνητο πήρε την τελική κατηφόρα και στο βάθος φαινόταν η Αλεξανδρούπολη. Ένιωσε πιο οικεία που περνούσαν μέσα από λιοστάσια. Αγαπούσε την ελιά πολύ. Ήταν ο φυσικός της χώρος. Το πατρικό της σπίτι βρισκόταν μέσα στο βενετσάνικο ελαιώνα. Τα πρώτα της ραντεβού χρησιμοποίησαν σαν κρησφύγετο την τεράστια κουφάλα μιας ελιάς, που βρισκόταν λίγο απόμακρα από το σπίτι. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το μυστικό της. Προδόθηκε μόνο όταν άκουσε τη μάνα της να τη φωνάζει σπαρακτικά. «Πόλεμος, μωρό μου, με τους Τούρκους, καταστροφή, πού είσαι, μίλησέ μου». Δεν είχε βγάλει ακόμη το δημοτικό. Θυμόταν όμως, πολύ καλά την ημερομηνία. Ήταν του Αηλιός, που γιόρταζε ο μπαμπάς της.

Είχε νυχτώσει για τα καλά την ώρα που έμπαιναν στην πόλη. Πολυκατοικίες ψηλές και πολλά προχειροφαγάδικα η πρώτη εικόνα, κοινός τόπος για την Ελλάδα πέραν του Νέστου. Έψαξε για τις ρασοφορούσες γυναίκες και τους μιναρέδες, τα στοιχεία που της προκάλεσαν το πολιτισμικό σοκ, μα δεν είδε τίποτε. Χρειάστηκε να περπατήσει η ίδια στην πόλη, καιρό μετά, για να ανακαλύψει πίσω από τις πολυκατοικίες το φυλακισμένο μιναρέ και να διαβεί τις γραμμές, για να ξανασυναντήσει τις μαυρορασοφορούσες. Άνοιξε την πόρτα στο σκοτεινό διαμέρισμα, κρατώντας το φακό και κάνοντας μύριες σκέψεις για τη νέα σελίδα που άνοιγε στη ζωή της.

Αμίλητη και σκεφτική ήταν και η Σιμπέλ τις τελευταίες ημέρες. Ο πατέρας πήρε την απόφαση να τη στείλει στο γυμνάσιο στην πόλη και την τριγυρνούσαν μπερδεμένα συναισθήματα. Η μάνα της δε μιλούσε. Δεν την άκουσε να σχολιάζει όσα άκουγε. Ένιωθε, όμως, πως συμφωνούσε μαζί του. Το πρόσωπό της ήταν ατάραχο μες στο μόνιμο κάδρο του, το λουλουδιαστό τσεμπέρι. Ποτέ δεν την είχε δει χωρίς αυτό. Ωστόσο, τα μάτια της ήταν γι΄ αυτήν ένας κόσμος ολόκληρος. Ήταν η πόρτα που της άνοιγε το δρόμο στην ψυχή της. Κάθε φορά που συμφωνούσε με τον πατέρα, τα μάτια της ήταν ήρεμα, γλυκά, σαν το Θρακικό πέλαγος που αγνάντευε νωρίς το πρωί. Η μάνα της ήταν λιγομίλητη. Σπάνια εξωτερίκευε τον πόνο της. Το φάρμακό της ήταν η απέραντη θάλασσα. Την ώρα που ο πατέρας πήγαινε στον καφενέ, η μάνα πατούσε σ΄ ένα τοιχάκι του κήπου, ακούμπαγε τα χέρια της στο μαντρότοιχο και ξεχνιόταν εκεί. Σπάνια, έβγαινε έξω από το σπίτι. Συχνά, αναρωτιόταν μήπως και το θαλασσί στα μάτια της ήταν δώρο από το χρώμα του Θρακικού πελάγους.

Έμοιασε στη μάνα της. Είχε τα ίδια καταγάλανα μάτια, όπως όλοι παρατηρούσαν με το πρώτο. Το πέλαγος ήταν και η δική της αδυναμία. Κοντά του ξεχνιόνταν. Φαίνεται πως το γαλάζιο της θάλασσας ήταν κληρονομικό. Έμοιαζαν και οι δυο τους να κουβαλάνε μέσα τους ένα κομμάτι θάλασσας. Αυτό μάγευε τους συγγενείς και τους φίλους που έρχονταν σπίτι. «Παράξενο χρώμα», ψιθύριζαν. Είχαν και οι δυο τις αντιδράσεις του θαλασσινού γαλάζιου. Ήταν ήρεμες, αθόρυβες ώσπου μπορούσε να φυσήξει και να σηκωθεί μπουρίνι. Για τη μάνα της είχαν ακουστεί και κάποια μισόλογα από τη Νεζιρέ τη γειτόνισσα. Γύριζε από τον τσεσμέ και αυτή κοίταζε από την τρύπα που είχε ανοίξει στην εξώπορτα, για να βλέπει τους ανθρώπους έξω. «Κρίμα η Φατμέ, ούτε μιλάει ούτε μας καταδέχεται. Όλο θάλασσα αγναντεύει. Κάτι μαγικό γίνεται με τη θάλασσα».

Η Σιμπέλ αγαπούσε πολύ τη θάλασσα. Ήταν το λιμανάκι της. Έτσι έγινε και τώρα που ο πατέρας της μίλησε για το ελληνικό γυμνάσιο στην πόλη. Δεν είπε τίποτε. Ήξερε πως ο λόγος του πατέρα ήταν νόμος για όλη την οικογένεια. Έτρεξε μόνο στο τοιχάκι, μόλις ο πατέρας βγήκε στο μεϊντάνι. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε από το σφίξιμο στην καρδιά της. Ήταν παράξενο. Πάντα ζήλευε τα ρούχα που έβλεπε στις βιτρίνες της πόλης. Είχε μια μοναδική ευκαιρία να μη ζει απομονωμένη στο σπίτι. Η μόνη διέξοδος με τον έξω κόσμο, όσο δεν ήταν στο σχολείο, ήταν η τρύπα στην γκρι εξώπορτα. Ο μαντρότοιχος ήταν ψηλός και η μάνα ήταν αυστηρή, δεν την άφηνε να σεργιανίζει και να παίζει με τα χριστιανόπουλα. «Τι θα πουν οι δικοί μας», άκουγε συνέχεια. Έτσι, άνοιξε την τρύπα και έβλεπε αυτούς που πήγαιναν στον τσεσμέ να πάρουν νερό αλλά και τους άντρες που έπιναν τον καφέ τους. Τα καλοκαίρια, έβλεπε και πολλά αμάξια που πήγαιναν στη Μεσημβρία να κάνουν μπάνιο. Ένα απ΄αυτά σταμάτησε στον τσεσμέ. Από μέσα βγήκε ένα αγόρι, λίγο πιο μεγάλο απ΄αυτήν. «Θεέ μου, πόσο όμορφο ήταν», συλλογίστηκε. Κοίταξε αμέσως γύρω της μην την ακούσουν. Ήθελε να ερωτευθεί ένα χριστιανόπουλο μα πού να το βρει. Ήταν ευκαιρία να γνωρίσει κανέναν στο γυμνάσιο.

Πραγματικά, ένιωθε μπερδεμένη σαν το κουβάρι που μάζευε η μάνα. Κοίταξε απέναντί της. Η θάλασσα ήταν ένα απέραντο χαλί, ήρεμη, καλοσυνάτη. Το μάτι έφτανε γρήγορα στη Σαμοθράκη, που φαινόταν ολοκάθαρα. Η βροχή που έριξε προχτές, λαγάρισε την ατμόσφαιρα. Λίγο πριν σουρουπώσει, το νησί έδινε την εντύπωση νεράιδας που ήταν ξαπλωμένη στην επιφάνεια της θάλασσας. Αν ανέβαινε στην κορυφή του βουνού της, θα μπορούσε να δει την ξαδέρφη της που πήγαινε στο Λύκειο στην Προύσα, έτσι της είπε στην αρχή του καλοκαιριού που συναντήθηκαν. Αυτή δεν ήθελε να πάει στην Προύσα. Είχε δίκιο ο πατέρας της. Έπρεπε να μάθει ελληνικά. Εδώ θα ζήσει. Δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με κανέναν στην αγορά της πόλης. Ντρεπόταν. Ο πατέρας της δεν ήξερε πολλά ελληνικά. Έβαζε τις ειδήσεις στο ΔΕΛΤΑ να μάθει νέα. Δεν τα καταλάβαινε όλα και θύμωνε με τον εαυτό του. Η μάνα έβαζε το τούρκικο. Δε μιλούσε καθόλου ελληνικά. Δεν το έδειχνε ο πατέρας, όμως τη λυπόταν.

Φοβόταν η Σιμπέλ. Μέχρι τώρα δεν είχε φίλους Έλληνες. Ήταν πολλοί στο χωριό, μα αυτή έκανε παρέα μόνο με μουσουλμάνους. Μετά, δεν ήξερε τα ελληνικά. Τι θα γινόταν; Ζητούσε την απάντηση από το αγαπημένο της Θρακικό πέλαγος. Η μπουνάτσα τη γαλήνεψε. «Δεν πειράζει», συλλογίστηκε. «Θα έχω παρέα τη Φατμέ». Ήταν μια χρονιά μεγαλύτερη, λίγο ψηλή, πιο παχουλή. Πέρυσι δεν πήγε γυμνάσιο. Το κουβέντιασαν οι πατεράδες τους και θα πάνε μαζί στο ελληνικό σχολείο. Αύριο, πρέπει να είναι στο σχολείο. Θα τους πάει ο πατέρας της με το αγροτικό.

Το πρωί ξύπνησε νωρίς. Ήρθαν στην Αλεξανδρούπολη με λίγες μέρες καθυστέρηση και έπρεπε να περάσει από τη Διεύθυνση, για να μάθει σε ποιο σχολείο την τοποθέτησαν, μετά την απόσπασή της. Πήρε την πληροφορία που ήθελε. Το σχολείο μεταστεγάστηκε σε καινούργιο κτίριο, έξω από την πόλη. Πήρε το αστικό και κατέβηκε στη στάση του Ποσειδώνιου, όπως της εξήγησαν. Δε χρειάστηκε να ρωτήσει περισσότερα. Ακολούθησε τις ομάδες των παιδιών, που περπατούσαν το χωματόδρομο. Το γυμνάσιο ξεχώριζε στο λόφο, απ΄όπου ερχόταν ένας κρύος αέρας. Είχε βρέξει όλη νύχτα και ο χωμάτινος δρόμος ήταν παγίδα. Το κατάλαβε πολύ καλά, όταν η γόβα της βούλιαξε και έμεινε να στέκει σα λέλεκας. Ευτυχώς, ένας νεαρός φιλοτιμήθηκε και έβγαλε τη γόβα από τη λάσπη. «Γκαντεμιά κι αυτή», σκέφτηκε. Οι μαθητές και οι μαθήτριες κρυφογελούσαν, καθώς την προσπέρναγαν.

«Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;» Μπροστά της είχε σταματήσει ένα αυτοκίνητο. Ο οδηγός ήταν ένας ασπρομάλλης εξηντάρης που την πήρε στο αμάξι του. Ήταν ο θεολόγος του σχολείου, ένας μειλίχιος άνθρωπος που δικαιολογούσε την ειδικότητά του. Δεν μπόρεσε να χωνέψει την αντίδρασή του αμέσως μετά τα Χριστούγεννα σε μια έκτακτη συνεδρίαση του συλλόγου καθηγητών. Το πρωί είχε ένα ψοφόκρυο που της πάγωναν τα πόδια. Και τότε ήταν η πρώτη μέρα της επιστροφής στο σχολείο. Ώσπου να διανύσει την απόσταση από τη στάση του αστικού στη δημοσιά ώς το γυμνάσιο, κόπηκε η ανάσα της από το διαβολεμένο κρύο. Έκανε το λάθος και δε φόρεσε παντελόνια.

Δεν έδωσε μεγάλη σημασία στην πρόσκληση του γυμνασιάρχη για μια σύντομη συνεδρίαση. Έτριβε τα χέρια της, για να συνέλθει και να πάει στην τάξη της. «Συνάδελφοι», άρχισε ο διευθυντής, «οφείλω να σας ενημερώσω ότι οι μουσουλμάνοι εορτάζουν το Σεκέρ μπαϊράμ. Όπως προκύπτει από τις κείμενες διατάξεις, όσοι εισέρχεστε σε τμήματα με μουσουλμάνους δεν καταχωρείτε την απουσία τους. Ευχαριστώ». Ετοιμάστηκε να σηκωθεί και τότε είδε ένα διαφορετικό θεολόγο. «Αρκετά προβλήματα έχουμε μ΄αυτούς. Θα ασχοληθούμε τώρα με τις απουσίες τους. Σιγά τα μπαϊράμια τους και τα ραμαζάνια τους. Δεν τους παίρνουν από δω να ησυχάσουμε; Γεμίσαμε μουσουλμάνους και Ρωσοπόντιους». Παγωμάρα στο γραφείο. Το πρόσωπο του θεολόγου είχε χάσει τη συνήθη ηρεμία του. Τα μάτια του είχαν μικρύνει και οι φλέβες του λαιμού ήταν τεντωμένες. Ταράχτηκε. Δεν περίμενε αυτή την αντίδραση. Παγωμάρα και σαστιμάρα αισθάνθηκε και στην πρώτη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, όταν ο γυμνασιάρχης έκανε ειδική αναφορά σ΄ αυτήν και ένα νεαρό συνάδελφο φιλόλογο. «Συνάδελφοι, σας έλαχε ο κλήρος να είστε υπεύθυνοι για δύο τμήματα της Πρώτης που έχουν τις πρώτες μουσουλμάνες μαθήτριες στο σχολείο μας. Θα ήθελα να επιστήσω ιδιαίτερα την προσοχή στην κυρία συνάδελφο που δεν κατάγεται από την περιοχή».

Αργότερα, έμαθε πως της φόρτωσαν αυτό το τμήμα, γιατί οι άλλοι φιλόλογοι το απέφυγαν. Η τάξη βρισκόταν στον επάνω όροφο. Ανέβηκε, έχοντας ένα πιάσιμο στο στομάχι, έτσι που θυμήθηκε την πρώτη μέρα του διορισμού της. Μπήκε στην αίθουσα και ο μαθητής που την περίμενε, έκλεισε την πόρτα. Στη στιγμή, σηκώθηκαν όλα τα πρωτάκια όρθια, φωνάζοντας όλα μαζί. «Καλημέρα, κυρία». Χαμογέλασε αχνά. Κάθε φορά το ίδιο με τους καινούργιους. Της τόνωσαν την αυτοπεποίθηση.

Άνοιξε την κατάσταση με τα ονόματα των μαθητών, για να τους γνωρίσει. Ένας καινούργιος κόσμος με τα ονόματα των χωριών και την καταγωγή των γονιών. Ό,τι ήξερε από την ιστορία, της το θύμισαν οι μαθητές της με την εξιστόρηση των μικρών οικογενειακών τους ιστοριών. Η ανταλλαγή των πληθυσμών και η συνθήκη της Λωζάνης βρισκόταν εκεί, στην αίθουσά της, και σαρκωνόταν με τα τα επίθετα και τους τόπους καταγωγής. Η Ανατολική Θράκη, η Ανατολική Ρωμυλία, οι Καππαδόκες ήταν η εξαίρεση στον τόπο της.

Κοντά σ΄αυτούς άκουσε και αρκετά ονόματα σε ωφ και οβα. Τα ελληνικά τους ήταν σπαστά, ενώ σε μερικούς ήταν έντονη η κυριαρχία της ποντιακής προφοράς. Ήταν αρκετοί, σχεδόν το ένα τρίτο της τάξης. Αυτοί της θύμισαν έναν κόσμο που απουσίαζε από την επίσημη ιστορία. Τόποι μυθικοί, για τους οποίους όμως τίποτε δεν είχε διδάξει. Ανήκαν στο καινούργιο αίμα που συμπλήρωσε την πολιτισμική φυσιογνωμία της περιοχής. Στην ερώτησή της απαντούσαν ζωηρά «Έλληνες από το Σοχούμι, ή το Βατούμι, ή το Μαντάν».

Έμειναν μόνο δυο ονόματα στο τέλος της κατάστασης, η Σιμπέλ και η Φατμέ. Δεν ακούστηκε τίποτε, καμιά απάντηση. Έψαξε με το μάτι να τις εντοπίσει. Δεν μπόρεσε. «Μακάρι», σκέφτηκε, «να το μετάνιωσαν και να μην έρθουν στο σχολείο». Ήταν σίγουρα οι δυο Τουρκαλίτσες, ένα χαρακτηρισμό που υιοθέτησε από τη συνάδελφο που έκανε ιστορία. Πνιγμένη και μπερδεμένη τις πρώτες μέρες, θέλησε να ακούσει τη γνώμη πιο έμπειρων συναδέλφων, που ήταν και ντόπιοι. «Έλα, καλή μου, πολλή σημασία τους δίνεις. Δε δίνω δεκάρα αν θα μάθουν. Σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου. Τουρκαλίτσες είναι. Και που έρχονται πολύ είναι». Της άρεσε η θέση αυτή, γιατί τη βόλευε. Άμβλυνε τον έλεγχο της εκπαιδευτικής συνείδησής της.

Δυστυχώς, η ευχή της δεν εισακούστηκε. Τα κεφάλια των άλλων μαθητών στράφηκαν προς το τέλος της σειράς θρανίων που ήταν κοντά στην πόρτα. Στο τελευταίο θρανίο κάθονταν δυο μαθήτριες με σκυμμένα τα κεφάλια, η μια ήταν ξανθιά και η άλλη καστανή. Υπέθεσε πως αυτές ήταν. «Σιμπέλ Χαλήλ», διάβασε ξανά. Το ξανθό κεφάλι ανασηκώθηκε. «Εσύ είσαι, παιδί μου; Γιατί δε σηκώνεις το χέρι;» Δεν αντέδρασε, δε σηκώθηκε από το θρανίο. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και ένευσε καταφατικά με το κεφάλι της. Πολύ όμορφο κορίτσι. Το δέρμα της κάτασπρο με εντυπωσιακά μάτια. Της θύμιζε το θαλασσί από τα ποιήματα του Ελύτη που σε έπαιρνε στην πλάτη του Αιγαίου. Η δεύτερη, η Φατμέ, ένευσε με μισοανασηκωμένο το κεφάλι της. Ήταν στρογγυλοπρόσωπη και πολύ ντροπαλή. Είχε παραχωρήσει την πρωτοβουλία στη Σιμπέλ, που απάντησε στην ερώτηση για το χωριό τους. «Δίκελλα». Το όνομα δεν της έλεγε τίποτε. Καιρό μετά, έγινε ο αγαπημένος της τόπος. Είχε ομοιότητες με το γενέθλιο τόπο. Της άρεσε να χαζεύει τον ελαιώνα αλλά και να τρώει φρέσκο ψαράκι στην ταβερνούλα της πλατείας, λίγα μέτρα μακρύτερα από το σπίτι της Σιμπέλ. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις την περίμενε η μάνα της Σιμπέλ στην εξώπορτα. Δε μίλησε, δεν είπε τίποτε. Μίλησαν, όμως, τα μάτια της, αυτά τα μάτια που έδεναν τόσο πολύ με την ποίηση του Ελύτη και το απέναντι Αιγαίο, το Θρακικό πέλαγος.

«Θεέ μου, τι όμορφη που είναι η κυρία μας». Παρατήρησε η Σιμπέλ. «Κρίμα που το πρόσωπό της είναι σκληρό. Γιατί δε μου χαμογελάει; Γιατί έκανε αστειάκια με τα άλλα παιδιά; Μπορεί να μην της αρέσουν τα ρούχα που φοράμε. Η κυρία μοιάζει με την κούκλα που είδα στη βιτρίνα. Πολύ όμορφα ρούχα. Στο χωριό καμιά γυναίκα δε ντύνεται έτσι. Η μάνα φοράει πάντα το καφέ παλτό, όταν βγαίνει έξω. Αλλά και η γειτόνισσα που παντρεύτηκε το καλοκαίρι πήγαινε στην Κεσσάνη και ψώνιζε. Όλες στο χωριό ήταν ίδιες. Πολύ θα ήθελα να χτενίσω τα μαλλιά μου σαν την κυρία. Δε θυμάμαι να έχω δει τα μαλλιά της μάνας. Δεν πρέπει να είναι μικρότερη από τη μάνα, αλλά έμοιαζε μικρή, σα νύφη ήταν. Αλλά τι θέλει πάλι η Φατμέ και σφίγγει το φουστάνι μου; Είναι μεγαλύτερή μου μα δεν έχει θάρρος. Φοβάμαι κι εγώ. Τα παιδιά με κοιτάζουν κοροϊδευτικά. Άκουσα τον μπροστινό μου που με είπε Τουρκάλα. Φοβάμαι που δεν καταλαβαίνω τι λένε οι άλλοι. Είμαι μόνη μου με τη Φατμέ κι αυτή βασίζεται σε μένα. Θεέ μου, δώσε μου δύναμη να μάθω γράμματα. Πρέπει να κολυμπήσω σ΄αυτό το πέλαγος που βρέθηκα, όπως τότε που ο πατέρας με άφησε ξαφνικά στη θάλασσα της Μεσημβρίας, πλατσούρισα και συνήθισα να επιπλέω».

«Κυρία, είναι Τουρκάλες, δεν είναι σαν και μας», πετάχτηκε ένας κοντούλης με μαλλί σαν πευκοβελόνες. Είδε τη Σιμπέλ και τη Φατμέ να σκύβουν το κεφάλι στα πόδια τους. Ήταν από έναν άλλο κόσμο. Το πρόδινε και το ντύσιμό τους. Δεν τις είδε ποτέ να φορούν μπλου τζην. Πάντα φόρεμα ή φούστα σε ζωηρά χρώματα και από πάνω μπλουζάκι ή ζακέτα. Οι πλεχτές κάλτσες τους έφταναν ώς το γόνατο, με λεπτό κέντημα στα πλάγια. Το πιο εντυπωσιακό ήταν που φορούσαν πάντα πασουμάκι-παντόφλα, εκτός από την ώρα της γυμναστικής.

«Είναι μια ανορθογραφία», σκέφτηκε. «Έχει δίκιο η συνάδελφος. Δε θα χάσω την ώρα μαζί τους». Τις έβαλε στην άκρη. Τα μάτια της Σιμπέλ είναι πάντα καρφωμένα πάνω της. Μοιάζουν να την ικετεύουν. Δεν της δίνει σημασία. Δεν μπόρεσε, όμως, να κάνει το ίδιο και μια μέρα που εφημέρευε στην αυλή. Ακούει ένα δυνατό ήχο, έμοιαζε με χαστούκι και γύρισε ξαφνιασμένη και θορυβημένη προς το μέρος απ΄όπου ήρθε ο θόρυβος. Βλέπει ένα μικρούλη πεσμένο μπρούμυτα. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι κάποιος τον είχε χτυπήσει. Αυτός είχε ακουμπήσει το μούτρο του στο χαλίκι της αυλής και έκλαιγε με αναφιλητά. Στάθηκε αδύνατο να εξακριβώσει τι συνέβη. Στη γωνιά έστεκαν μαρμαρωμένες η Σιμπέλ και η Φατμέ. Έμαθε από αυτές το όνομα του μικρού, Νταούτ από τη Συκορράχη. Δεν της έδωσαν άλλη πληροφορία. Έμοιαζαν τρομοκρατημένες. Η μόνη αντίδρασή τους ήταν να κουνάνε αρνητικά το κεφάλι, ενώ η πίτα που είχαν φέρει από το σπίτι είχε πέσει στο χαλίκι. «Θεέ μου, γιατί σε μένα αυτό; Κι αν έπαθε κάτι ο νεαρός; Είμαι ανίκανη να κάνω τη δουλειά μου σωστά».

Πήρε τον Νταούτ από το χέρι και τον οδήγησε στο γραφείο του γυμνασιάρχη. Εκεί, έμαθε το δράμα του νεαρού. Δεν πείραζε κανένα, πάντα έπιανε τις απόμερες γωνιές. Ήταν ορφανός από πατέρα και η μάνα του δεν ήξερε ελληνικά. «Πού να ΄ξερε η καημένη τι βασανιστήρια περνάει ο γιος της εδώ», σχολίασε η υποδιευθύντρια. «Μην ανησυχείτε», την ανακούφισε ο γυμνασιάρχης. «Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Οι αντάρτες της Τρίτης ξεσπάνε πάνω του. Τον έχουν σακατέψει. Οφείλω να σας συγχαρώ που μου αναφέρατε το περιστικό. Οι περισσότεροι συνάδελφοι αδιαφορούν. Είναι ένα ορφανό και απροστάτευτο παιδάκι. Έχουμε χρέος ως εκπαιδευτικοί να του προσφέρουμε τη φροντίδα μας, ασχέτως τού αν προβιβαστεί ή όχι». «Ναι, πράγματι, είμαι εκπαιδευτικός. Είναι όλοι μαθητές μας», ψιθύρισε. Ανέβηκε στην τάξη προβληματισμένη. Η ματιά της έπεσε κατευθείαν πάνω στη Σιμπέλ. «Ωχ, βόηθα μας θεέ μου. Θα με τυραννήσει να της πω ποιος χτύπησε τον Νταούτ. Τι να κάνω, θεέ μου, θα με βάλει στο μάτι. Ο πατέρας μου είπε να κρατάω το στόμα κλειστό και να μη μπερδεύομαι σε φασαρίες, διαφορετικά θα με κόψει από το σχολείο. Και τι θα κάνω, τότε; Μα πάλι, τι γίνεται. Τα μάτια της κυρίας πλάτυναν. Φαίνονται πιο ήρεμα, το νιώθω. Είναι σαν τη θάλασσά μου».

«Είμαι εκπαιδευτικός, δασκάλα δηλαδή, το είχα ξεχάσει αυτό». Άνοιξε το βιβλίο των Νέων Ελληνικών. Για πρώτη φορά έριξε τη ματιά της στη Σιμπέλ και τη Φατμέ. Όση ώρα μιλούσε, την κοιτούσαν στο στόμα. Παράξενο, δεν το ΄χε προσέξει. Της φαινόταν πως περίμεναν τις λέξεις της, για να τις πιάσουν πριν σωριαστούν στη γη. Δε μιλούσαν καθόλου, ούτε μεταξύ τους. Έριχνε κλεφτά το μάτι προς το μέρος τους, για να τις ρωτήσει, αν σήκωναν χέρι. Μάταια, καμιά κίνηση. Της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι δεν καταλάβαιναν τίποτε. «Κρίμα στη φήμη που έχω ως ικανή φιλόλογος. Έχω αποτύχει να ενεργοποιήσω όλη την τάξη». Είχε όμως, και μια αμφιβολία. Πλησίασε στο θρανίο. «Με καταλαβαίνεις Σιμπέλ; Εσύ, Φατμέ, ξέρεις ελληνικά;».

Η Φατμέ βούρκωσε και χαμήλωσε το κεφάλι από ντροπή. Η Σιμπέ απάντησε «Όχι». «Να η απόδειξη της αποτυχίας σου, κυρία μου», επέπληξε τον εαυτό της. «Εδώ, είναι η πρόκληση να κερδίσω το στοίχημα και να αποδείξω αν η φήμη μου έχει βάση». Στο διάλειμμα ζήτησε να μείνουν μέσα. «Θέλετε να μάθετε ελληνικά, να διαβάζετε, να γράφετε;». Άστραψαν τα μάτια τους. Η πρώτη απόπειρα ήταν απογοητευτική, έδειξε το μέγεθος του προβλήματος. Στην έκθεση αντέγραψαν μόνο το θέμα με πάρα πολλά λάθη και δυο τρεις ασυνάρτητες γραμμές. Δεν απογοητεύθηκε από το αποτέλεσμα. Ίσα ίσα ένιωθε ανακουφισμένη. Αγκάλιασε όλους τους μαθητές της. Η Σιμπέλ και η Φατμέ ήταν το προσωπικό της στοίχημα. Τις έβαζε κάθε μέρα να αντιγράφουν κάποιο κείμενο. Αυτό τους άλλαξε. Άρχισαν να λένε περισσότερες λέξεις. Ακόμη και η παρουσία τους στην τάξη έγινε πιο ενεργητική. Δεν ήταν τα φοβισμένα και αμήχανα πουλάκια της αρχής. Το βλέμμα της Σιμπέλ έγινε πιο σίγουρο. Ακόμη και η Φατμέ, σήκωσε το κεφάλι της όρθιο.

«Τι καλή που είναι η κυρία τώρα», μονολογούσε η Σιμπέλ όσο της διόρθωνε την αντιγραφή της ημέρας. «Χτες, βοήθησα τη μάνα να καταλάβει λίγο Λάμψη. Μου είπε μπράβο. Στην πόλη πηγαίνουμε μαζί. Μπορώ να μιλάω ελληνικά. Πόσο ωραία είναι», έγραφε σ΄ ένα γράμμα που έστειλε στη Φατμέ την ξαδερφή της που σπουδάζει στην Προύσσα. «Μαθαίνω πολλά στο σχολείο. Έμαθα ακόμη και για τις γιορτές των χριστιανών. Δε βγαίνω από την τάξη. Η κυρία είναι καλή. Δε μου βάζει απουσία. Μου λέει πως δεν είμαι υποχρεωμένη να μείνω στο μάθημα, όταν μιλά για τη θρησκεία τους. Εγώ, όμως, θέλω να μάθω και η κυρία μου λέει ΄΄μπράβο΄΄. Το ίδιο λέει και η μαμά που της εξηγώ για τα Χριστούγεννα. ΄΄Τόσα χρόνια΄΄, μου είπε, ΄΄ζούμε με τους χριστιανούς και δεν ξέρω τίποτε΄΄. Μετά το Σεκέρ Μπαϊράμ, μου έδωσε γλυκά για την κυρία μου. Ήθελα να είσαι μπροστά, να δεις τη χαρά της κυρίας μου. Ευτυχώς που η Φατμέ δε μου τραβάει το φόρεμα στο μάθημα».

Τα Χριστούγεννα κουράστηκε πολύ. Τα πέρασε στο γενέθλιο τόπο. Τη συνόδευαν, όμως, τα βλέμματα της Σιμπέλ και της Φατμέ. Είχαν κάνει καταπληκτικές προόδους. Ο γυμνασιάρχης έκανε ειδική μνεία στο γεγονός. Καιρό είχε να γευτεί τέτοια συναισθήματα. Υπήρχε ένας μυστικός κώδικας με τα κορίτσια. Μιλούσαν με τα μάτια, ιδίως με τη Σιμπέλ. Στο τέλος της χρονιάς τα είπαν όλα με τα μάτια. Είχαν προαχθεί με το σπαθί τους και οι δύο και τις επαίνεσε δημοσίως. Μετά όμως, την κοίταζαν όλη την ώρα, την τελευταία της χρονιάς, με θλιμμένο βλέμμα. Τα μάτια της Σιμπέλ έπαψαν να είναι θαλασσί. Σκούρυναν. Πρώτη φορά είδε αυτή την αλλαγή. Είχαν σκύψει τα κεφάλια και δε μιλούσαν καθόλου. Δεν άκουσαν το κουδούνι. Άργησαν να σηκωθούν από τη θέση τους. Πλησίασαν στην έδρα. «Σε ευχαριστούμε πολύ, κυρία», είπαν με πολύ καθαρά ελληνικά και βγήκαν έξω από την αίθουσα.

«Η Σιμπέλ είναι πολύ εκδηλωτική με τα μάτια, δυο μουσουλμανικά μάτια. Ναι, η Σιμπέλ η Τουρκαλίτσα έχει βαθύτατο εσωτερικό κόσμο. Ξέρει να αγαπάει. Πόσο συγκινήθηκα που μου έφερε τα γλυκά μετά το Σεκέρ Μπαϊράμ», εξιστορούσε στη συνάδελφό της Φυσικό. «Απορώ που ξεχώρισαν εσένα από τους άλλους καθηγητές. Κανένας μας δεν έχει πάρει γλυκά από τις Τουρκαλίτσες».

Τι να της πει. Τα γλυκά της θύμισαν ότι το στοίχημα μπήκε σε καλό δρόμο. Το ΄λεγαν και τα μάτια της Σιμπέλ, όταν την πλησίασε στο διάδρομο και της έδωσε το κουτί με τα γλυκά. Ήταν γι΄ αυτήν δεύτερα Χριστούγεννα. Μοίρασε τη χαρά της και τα γλυκά με όσους βρίσκονταν στο γραφείο των καθηγητών.

Ευάγγελος Αυδίκος.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.