Οι χαρταετοι με τα παραμυθια του Ευγενιου Τριβιζα

Πάει καιρός, που ο ταξιδευτής Ευγένιος Τριβιζάς σ’ ένα από τα μακρινά του ταξίδια ανακάλυψε τα παραμύθια του Χάρτινου Ιππότη, Θυμάστε… εκείνου του ιππότη που έγραφε στη φυλακή του παραμύθια σε χρωματιστά χαρτιά και μετά τα έκανε χαρταετούς και τα άφηνε από το παράθυρο της φυλακής του να πετάξουν….

Χαρταετούς – παραμύθια που μαζεύτηκαν στη μαγική χώρα των Χαμένων Χαρταετών, όπου και τους ανακάλυψε ο «πολύπλαγκτος» Ευγένιος… Παραμύθια, που του άρεσαν τόσο που τα έμαθε απ’ έξω κι άρχισε να τα λέει στις σελίδες των εκδόσεων Καλέντη και σε εμάς…

Ήδη, μας αφηγήθηκε και μας μάγεψε με τις περιπέτειες του Ποντικού Ιγνάτιου, που ζούσε στη μαγική χώρα των βιβλίων και έφαγε μια χάρτινη γάτα, γινόμενος με τη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης μέγιστος ήρωας στων ποντικών τη χώρα, όπως πολύ μας άρεσε και η ακατασίγαστη εμμονή της Δόνας Τερηδόνας να καταστρέψει το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου. Ο επιμένων όμως όπως πάντα νικά κι η Δόνα Τερηδόνα έγινε Δόνα όνομα και πράγμα.

Ο ταξιδευτής όμως Ευγένιος Τριβιζάς μας χαρίζει σήμερα, Σαββατοκύριακο καιρός, δύο ακόμη εξαίσιες ιστορίες που τις διάβασε κι αυτές στους υπέροχους παραμυθένιους χαρταετούς. Τις «Χελώνες του Βαρώνου» και «Το τηγάνι του Δήμιου» …

Ο χαρταετός με το παραμύθι «Οι χελώνες του Βαρώνου»

Χελώνες λένε τα παλιά χρυσά νομίσματα. Αυτές τις χελώνες, λοιπόν, όπως και τα σμαράγδια, τα κοράλια, τα φλουριά, τα διαμάντια, τα μαργαριτάρια και τα μπριγιάντια αγαπούσε όσο τίποτ’ άλλο στη ζωή, δυστυχώς, ο βαρώνος Φλαφ φον Φλουφ. Όσοι έχουν τόσα χρήματα όμως είναι κι άρρωστοι μ’ αυτά. Γιατί γίνονται η αγάπη και ο έρωτας της ζωής τους. Έτσι συνέβαινε και με το βαρώνο Φλαφ φον Φλουφ, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί απ’ την έγνοια του μήπως και κάποιος άλλος τα «ζηλέψει» και του τα στερήσει. Απ’ την αγωνία και το φόβο του έκτισε έτσι όχι μόνο μάντρα με συρματόπλεγμα αλλά έβαλε και «ογδόντα εφτά συναγερμούς και τριπλές κλειδαριές σ’ όλες τις πόρτες και τα παραπόρτια».

Κι όταν όμως τους έδιωξε όλους, υπηρέτες, φίλους, γνωστούς και πάλι δεν ησύχαζε, για τα χρυσάφια του, ώσπου μπήκε ο ίδιος μέσα στο χρηματοκιβώτιό του, περνώντας εκεί με τις χελώνες, τα διαμάντια και τα μπριλλάντια του τις μέρες.

Μέρες που έγιναν χρόνος κι έπειτα χρόνια και μάλιστα εννιά, ώσπου μια μέρα το χρηματοκιβώτιό του αγάπησε ένας διαρρήκτης. Το άνοιξε, λοιπόν, και βρήκε μέσα το βαρώνο… Και τότε έγινε το «σώσε» απ’ τη χαρά. Τι παιχνίδια, – μια ολόκληρη σελίδα- και τι χαρά γιατί έφυγε τώρα η μοναξιά και μετά από λίγο με δώρα από διαμάντια και χρυσάφια κι ο διαρρήκτης. Ο Φλαφ φον Φλουφ δεν σταμάτησε τα δώρα όμως εκεί… Γκρέμισε τα τείχη, έβαζε τους ογδόντα εφτά συναγερμούς να ηχούν και κάθε μέρα μάζευε όλη την πόλη για τραγούδια και χορό.

Εννέα χρόνια μοναξιάς ήταν εξάλλου αυτά. Για τίποτα, για κάποιες χελώνες…

Ο χαρταετός με το παραμύθι «Το τηγάνι του Δήμιου»

ο τηγάνι του δήμιου» επιγράφεται ως «μια ξεκαρδιστική ιστορία, μ’ έναν αναποφάσιστο βασιλιά, έναν αφηρημένο ποιητή και έναν βιαστικό δήμιο». Το παραμύθι εικονογράφησε, όπως και το προηγούμενο με τον βαρώνο Φλαφ φον Φλουφ, υπέροχα και με μοναδική έμπνευση η Ναταλία Καπατσούλια.

Σ’ αυτό πρωταγωνιστεί ο αναποφάσιστος βασιλιάς Παχουλούτσικος ο Πολύγνωμος, που όπως λέει και το επίθετό του άλλαζε χίλιες φορές γνώμη το δευτερόλεπτο. Για το πρωινό του, λόγου χάριν, ξεκινούσε από δίκροκο αυτό στρουθοκαμήλου ομελέτα, για να ακυρώσει την παραγγελία του σε λίγο και να ζητήσει «ροδάκινα από ροδακινιές ποτισμένες με δάκρυα συναχωμένου δράκου» κι αμέσως μετά «ρυζόγαλο από γάλα χρυσού αετού».

Σ’ αυτού του βασιλιά τον κήπο, που άλλαζε κάθε λίγο και λιγάκι γνώμη, είχε την κακή τύχη να πατήσει αφηρημένος ο ποιητής Ουμβέρτος Σμακαρού, που ερωτεύτηκε αμέσως μόλις την είδε, του βασιλιά την κόρη, Τιραντώ ( τη λέγανε έτσι γιατί φορούσε πάντοτε φορέματα με λουλουδένιες τιράντες), κι άρχισε να μαδάει μαργαρίτες.

Ο ποιητής Ουμβέρτος Σμακαρού συλλαμβάνεται κι εκεί αρχίζει η περιπέτεια της θανάτωσής του. Ο δήμιός του παίρνει την εντολή στην αρχή να τον εκτελέσει με τσεκούρι, μετά με τηγάνι και λίγο μετά με πιπέρι. Και πάλι το τελευταίο μέσον καταδίκης αλλάζει όμως, κι ο βασιλιάς τον τιμωρεί προσφέροντάς του το μισό βασίλειο και την κόρη του. Ο γάμος γίνεται, ο βασιλιάς αλλάζει και πάλι γνώμη, αλλά στο τέλος, γιατί ο γάμος είναι θεσμός αμετάκλητος, κερνά τους νεόνυμφους «ρυζόγαλο από γάλα χρυσού αετού» για το βράδυ…

Και φυσικά όπως σε όλα τα παραμύθια ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Όσο για τον πολύγνωμο βασιλιά το παραμύθι δε μας λέει τίποτα για το αν αυτός διορθώθηκε.

Ας ελπίζουμε όμως…

Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.