Σταματη Σακελλιωνα: Μαθημα Θρησκευτικων: Τα προσωπα του Ιανου
Ενα σημαντικότατο κείμενο προβληματισμού για το μέλλον των θρησκευτικών στα σχολεία φιλοξενεί σήμερα ο «ΠτΘ».
Το υπογράφει ο και συντάκτης του Σταμάτης Σακελλίων και προέρχεται από το σημαντικής θεολογικής αναζήτησης περιοδικό με τίτλο «Καθ’ οδόν». Περιοδικό που υποτιτλίζεται ως περιοδική έκδοση του Θεολογικού Συνδέσμου, με υπεύθυνο έκδοσης τον ομότιμο καθηγητή στο Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Νίκο Ζαχαρόπουλο.
Ένα κείμενο ορθού λόγου, πυκνού προβληματισμού και εξόχων θέσεων.
Ένα «ελληνικό» κείμενο θα έλεγε κάποιος, αν σκοπίμως επιχειρούσε να το εντάξει στη μεγάλη παράδοση του επιχειρηματολογημένου λόγου, που αποθεώθηκε από τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό, και υπηρετήθηκε από διανοητές όπως ο Γοργίας, ο Πρόδικος, ο Πρωταγόρας και μια σπουδαία σειρά φιλοσόφων, που συνέτειναν στο φαινόμενο του αποκαλούμενου μεταγενεστέρως Ελληνικού Διαφωτισμού.
Ένα «ελληνικό κείμενο» κατ’ αντιστοιχία με τις τομές, που επέφερε τότε στον πολιτισμό η διατύπωση αιτημάτων, όπως η φυσική ισότητα των ανθρώπων, ένα «ελληνικό κείμενο», -το απλούστερο γιατί εκφέρεται στην ελληνική γλώσσα- αλλά, το κυριότερον, γιατί πηγαίνει τις μέρες μας μπροστά και διατυπώνει θέσεις για το μάθημα των θρησκευτικών, που εξόχως, όταν και εφόσον πάψει να είναι ομολογιακού χαρακτήρα –και πρέπει να πάψει- μπορεί τα μάλα να συντείνει στη δημιουργία ενός «λυτρωτικού» και «λυτρωμένου» από φονταμενταλισμούς πολιτισμού. Ενός πολιτισμού, όπου ο Θεός «κατοικεί» ενδεδειγμένα «εντός μας».
Με τρόπο ιερό, δηλαδή «ίδιον», προσωπικό, «ένθεον», κατά κυριολεξία.
Τ.Β.
Α΄ Ξεκαθάρισμα ρόλων
Η ίδια περίπου παράγραφος θα μπορούσε να αρθρωθεί από ένα θεολόγο. Με κάποιες μικρές αλλαγές. Ας ξαναγράψουμε λοιπόν την παράγραφο.
«Θέλησα λοιπόν κάποτε να μάθω με τρόπο ξεκαθαρισμένο, αν έπρεπε ή όχι να επιμένω να διδάσκω θρησκευτικά και τι είδους. Ποιον να συμβουλευτώ; Φυσικά τους ιερείς».
Ξεκινώντας από το γεγονός ότι η παραδοχή αυτή είναι κοινός τόπος πολλών θεολόγων, οι οποίοι ομνύουν στον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, έχω την αίσθηση ότι μία συζήτηση για το μάθημα των θρησκευτικών σήμερα, γίνεται καθυστερημένα. Και τούτο γιατί μία μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που εμπλέκεται στα θέματα σχεδιασμού της εκπαίδευσης δείχνει ότι κουράστηκε από τις δικές μας βεβαιότητες.
Ταυτόχρονα ο «καταλύτης» Χριστόδουλος έβαλε σε κίνηση διαδικασίες που σε άλλη περίπτωση θα εκινούντο με αργό ρυθμό.
Το θέμα δεν είναι απλώς να περιγράψουμε έναν τρόπο για το μάθημα των θρησκευτικών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά πρωτίστως να διασαφηνίσουμε τα ιδεολογικά στοιχεία του μαθήματος όχι πια με τη βεβαιότητα του «νικητή» αλλά με την ηρεμία εκείνου που συναισθάνεται ότι είναι ήδη θρησκευτική μειονότητα στο χώρο της ενιαίας Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρα σ’ αυτήν τη συζήτηση εξ αντικείμενου αποκλείεται η πλειοψηφία της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και τούτο για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την απαίτησή της να λειτουργήσει ως ένα «άλλο κράτος» και ο δεύτερος ότι διακατέχεται από τη λογική του νικητή.
Μία άλλη βασική παράμετρος που αγγίζει πλέον την ιδεολογία της εκπαίδευσης είναι η νομική κατοχύρωση της «χριστιανοποίησής» της. Ερώτημα σαφές: Νιώθουμε άραγε την ανάγκη να έχουμε «νομική προστασία» ως αυτή προκύπτει από το Ν. 1566; Ή αλλιώς, πώς συμβιβάζεται «η χριστιανική ορθόδοξη διαπαιδαγώγηση» με τη «θρησκευτική ελευθερία» στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση;
Ας πούμε π.χ. είναι άραγε επιθυμητός ο εκκλησιασμός ή η καθημερινή πρωινή προσευχή;
Το παιδί μπορεί να πάει να προσευχηθεί στο σπίτι του ή στην κυριακάτικη λειτουργία. Είναι δουλειά άραγε του σχολείου αυτή;
Με λίγα λόγια εμείς οι ίδιοι θα πρέπει να προτείνουμε στον υπουργό Παιδείας να μας «ελευθερώσει» από το βάρος της «κατήχησης». Εμείς οι ίδιοι θα πρέπει να ζητήσουμε σήμερα ένα θρησκευτικά ουδέτερο σχολείο. Άλλωστε, αν ο Αρχιεπίσκοπος προχωρήσει στη δημιουργία ιδιωτικών σχολείων, τότε μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι. Το μέλλον της νεολαίας είναι εξασφαλισμένο.
Αν επιμένω σ’ αυτά τα σημεία αυτή η επιμονή εδράζεται στη γνώση ότι μ’ αυτό τον τρόπο και το μάθημα των θρησκευτικών θα αποκτήσει μια ιδιαίτερη γοητεία για τους μαθητές. Η διαδικασία της εκπαίδευσης δεν θα πρέπει να έχει ομολογιακό χαρακτήρα γιατί τότε γίνεται ένα περίκλειστο ιδεολόγημα που παρά τις όποιες βελτιώσεις των διδακτικών εγχειριδίων παραμένει στην ουσία του σεχταριστικό.
Τόλμημα για τον θεολόγο θα είναι να διδάξει τρόπους έρευνας ή τις αλληλεπιδράσεις θρησκειών και πολιτισμών. Ακόμη, ακόμη να βοηθήσει τους μαθητές να δουν πώς επηρεάστηκε η χώρα από το θρησκευτικό της πιστεύω, στο επίπεδο του πολιτισμού αλλά και της ιδεολογίας της. Αυτής της «περίφημης εθνικής ιδεολογίας». Μπορούμε να δείξουμε επίσης ότι οι μεγάλες (με την έννοια του αριθμού των πιστών) θρησκείες ουδέποτε υπήρξαν «εθνικές θρησκείες» και βεβαίως ούτε ο Χριστιανισμός υπήρξε «εθνική θρησκεία».
Β΄ Ο φόβος
Πολλά παιδιά κυρίως στο Λύκειο ή ακόμα και στην Γ΄ Γυμνασίου με δισταγμό διατυπώνουν την αμφιβολία τους σχετικά με θέματα πίστης. Και τούτο γιατί δεν είναι λίγοι οι συνάδελφοι, ειδικά στις μικρότερες πόλεις που συνδέουν κατά έναν «περίεργο» τρόπο τη σχολική επίδοση με την έκφραση πίστης. Δεν λίγες οι περιπτώσεις που η παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας συνδυάζεται και με το βαθμό του μαθήματος.
Τούτο συμβαίνει επειδή αρκετοί θεολόγοι θεωρούν ότι είναι και κρατικοί λειτουργοί και κατηχητές.
Επομένως το παιδί θα αισθάνεται μονίμως εγκλωβισμένο γιατί πρέπει να αποδεικνύει και τη γνώση του και την πίστη του. Έκφραση «απιστίας» μάλλον από αρκετούς δεν γίνεται αποδεκτή.
Παιδαγωγικά ορθό είναι να απελευθερώσουμε το παιδί από το φόβο. Και τούτο θα συμβεί μόνον όταν απελευθερωθεί το μάθημα από τον ομολογιακό χαρακτήρα.
Σήμερα στις βαθμίδες της εκπαίδευσης φοιτούν 120.000 παιδιά μεταναστών, δηλαδή το 12,6% του συνόλου των μαθητών. Προοδευτικά ο αριθμός αυτός θα αυξάνεται δεδομένου ότι η Ελλάδα πλέον είναι χώρα υποδοχής μεταναστών. Η μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών αυτών δεν παίρνουν μέρος στο μάθημα των θρησκευτικών.
Με λίγα λόγια η επίσημη πολιτεία, το Υπουργείο Παιδείας θεωρεί ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι μάθημα συναφές με την πίστη στην κρατούσα θρησκεία. Όμως είναι άραγε δόκιμο παιδαγωγικά τα παιδιά αυτά που θα αυξάνονται να απέχουν της εκπαιδευτικής διαδικασίας, να βρίσκονται εκτός τάξης, επειδή το κρατικό σχολείο δεν μπορεί να παράσχει παιδεία σχετικά με το θρησκευτικό φαινόμενο;
Ευθέως τίθεται και το άλλο πρόσωπο του φόβου. Όχι εκείνο που μπορεί να νιώθουν τα παιδιά, αλλά εκείνο το οποίο κατατρέχει πολλούς θεολόγους. Γιατί τελικά πόσοι μπορούν να αρνηθούν τον ισχυρό και παραδεδομένο ρόλο του «κατηχητή»; Πόσοι και πώς έχουν τη διάθεση ουσιαστικά να ξεκινήσουν από την αρχή μπαίνοντας ουσιαστικά σε μια διαφορετική τάξη;
Όμως η αλλαγή αυτή θα πρέπει να συμπαρασύρει και τις Θεολογικές Σχολές. Να γίνουν εργαστήρια έρευνας και όχι ως είναι σήμερα σε μεγάλο βαθμό «σχολές πίστης». Γιατί πρωτίστως είναι σχολές του Κράτους και όχι της Ιεραρχίας. Συντηρούνται από τον οβολό όλων των πολιτών αδιάφορο αν είναι άθεοι, χριστιανοί ορθόδοξοι, καθολικοί, μουσουλμάνοι ή άλλο τι. Μπορούμε να επαναευαγγελίσουμε τον κόσμο με την προϋπόθεση ότι ο κόσμος το θέλει, αλλά σε μια ελεύθερη διαπραγμάτευση ιδεών χωρίς την κρατική υποστήριξη.
Αγαθόν και τίμιον το εξομολογείσθαι. Το μάθημα των θρησκευτικών είναι μια ουσιώδης συνιστώσα στο όλο πλέγμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Ακράδαντα πιστεύω πλέον ότι ο χωρισμός είναι η καλύτερη και για τα δύο μέλη λύση.
Θεωρώ αδιανόητο η Ιεραρχία να εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο στα αναλυτικά προγράμματα ή ακόμη, ακόμη να σχολιάζονται – όπως σχολιάστηκαν – θέματα εξετάσεων των θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου, εκ μέρους και του ίδιου του Αρχιεπισκόπου.
Βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή – ως θεολογικός κόσμος- είτε είμαστε στις βαθμίδες της εκπαίδευσης είτε όχι. Θέλουμε άραγε να ταυτιστούμε με ό,τι πιο ακραίο και συντηρητικό υπάρχει σήμερα στην ελληνική κοινωνία; Αν ναι να αναλάβουμε και το κόστος από τις συνέπειες αυτής της επιλογής. Στο κάτω, κάτω, αν η Ιεραρχία κάνει δικά της σχολεία ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν όσοι προς τα κει αναπαύονται, ας μεταπηδήσουν. Αλλά πιστεύω ότι αρκετά πατήσαμε σε δύο βάρκες.
Γ΄ Επιμύθιον
Αν μετ’ επιτάσεως θέτω θέμα ιδεολογίας σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών είναι γιατί εκτιμώ ότι το μάθημα αυτό μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο μέλλον.
Είναι αλήθεια πλέον ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στα εκκλησιαστικά πράγματα μπορούν να παρασύρουν σε απαξία όλο τον θεολογικό χώρο. Επί του παρόντος ακόμη έχουμε τη δυνατότητα να αποτινάξουμε ιδέες και απόψεις οι οποίες ουδέποτε μας εξέφρασαν.
Κυρίως όμως μπορούμε να προσφέρουμε καλή υπηρεσία στη δημόσια εκπαίδευση και στους μαθητές μας με λόγο ο οποίος δεν θα εκφράζει νομοτέλεια και σεχταρισμό.
Έτυχε φέτος, το καλό βιβλίο της Γ΄ Λυκείου «να με πληροφορήσει» μέσω συζητήσεων με τα παιδιά, ότι εκείνα αγνοούσαν επί 11 ολόκληρα χρόνια βασικά στοιχεία σε γνωστικό επίπεδο τόσο του χριστιανισμού όσο και άλλων θρησκειών.
Ευκόλως θα μπορούσαμε να ρίξουμε την ευθύνη στα ίδια τα παιδιά και στην όποια αδιαφορία τους. Όμως από ένα σημείο και ύστερα αυτό καταντά ανεπαρκές άλλοθι. Ή ένα άλλο παράδειγμα: μαθητές της Γ΄ γυμνασίου σε συζήτηση σχετικά με απορίες τους ξεκινούσαν πάντα ως εξής: «Κύριε δεν είναι ότι δεν πιστεύουμε αλλά…». Λές και ο οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα να ζητά ομολογία πίστης από τους μαθητές του.
Απαιτείται τομή τόσο στο μάθημα όσο και σε όλο το νομικό καθεστώς που διασυνδέει την εκπαίδευση με την κρατούσα θρησκεία. Τελικώς ας μην είμαστε συνολικώς ανασφαλείς!
Ας αφήσουμε τον Ιανό στην άκρη.
Το μάθημα των θρησκευτικών δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει γιατί μοιραία το επόμενο βήμα θα είναι να γίνει προαιρετικό.
Για φανταστείτε σε 5 ας πούμε χρόνια χιλιάδες γονείς να δηλώνουν ότι για λόγους συνείδησης τα παιδιά τους δεν θέλουν να διδάσκονται το μάθημα, αν αυτό παραμείνει ομολογιακό. Τότε τι;
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
