Σπονδη στη μνημη του Βασιλη Τσιτσανη
Οι έχοντες όρεξη για κουβεντούλα, κρασί, καλή παρέα και ένα ταξίδι στα παλιά, στα χρόνια της Κατοχής, αλλά και στα γλέντια των θαυμαστών του Βασίλη Τσιτσάνη στο ουζερί του, στην Παύλου Μελά 22, συναντήθηκαν το βράδυ της Κυριακής, αρκετά χρόνια μετά, σε ένα ρεμπετάδικο της Κομοτηνής, στα «Βαρελάκια» κι απόλαυσαν μια βιβλιοπαρουσίαση με σάρκα και οστά.
Το περί ου ο λόγος βιβλίο φέρει τον τίτλο «Ουζερί Τσιτσάνης», έχει την υπογραφή του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και εικόνες του μεταφέρθηκαν μέσα από την προσέγγιση του συγγραφέα Αλμπέρτου Ναρ και του φιλολόγου Μάριου Λιάγκη.
Με τους ακροατές να συμμετέχουν, παρακολουθώντας, πίνοντας και τραγουδώντας, η αφήγηση γέννησε σκηνές με πρωταγωνιστές την παρέα, τους κοινούς προβληματισμούς και τα όνειρα. Ψυχή στα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη έδωσαν ο Δημοσθένης Μιχεμπάς στο τραγούδι, ο Στάθης Πανάς στο τραγούδι και το μπουζούκι, ο Γιάννης Φωτιάδης στο τραγούδι και την κιθάρα και ο Γιώργος Κουγιουμτζίδης στο ακορντεόν.
Η πρώτη καλησπέρα αφιερώθηκε από τη διευθύντρια του «ΠτΘ», που συνδιοργάνωσε την εκδήλωση με το βιβλιοπωλείο «Εκλογή», κ. Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη. Η πρώτη καλησπέρα ήταν για τον Αλβέρτο Φάϊς «που δεν είναι κοντά μας εδώ και κάποιες ημέρες», συμπολίτη εβραϊκής καταγωγής, από τους τελευταίους της γενιάς του και πατέρα του συγγραφέα Μισέλ Φάϊς. Τους προσκεκλημένους, την ορχήστρα, αλλά και τους θαμώνες, ανέλαβε να παρουσιάσει η κ. Ματίνα Γιαννακίδου του «ΠτΘ», δίνοντας πρώτα το λόγο στο Μάριο Λιάγκη.
Ήτανε μια φορά…
Ο πρώτος ομιλητής έδωσε κάποια στοιχεία εξ αρχής για την ταυτότητα του βιβλίου και του συγγραφέα.
«Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1953. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και εργάστηκε σε ραδιόφωνα, τηλεόραση και εφημερίδες. Έχει γράψει σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και το σενάριο, σε συνεργασία με το σκηνοθέτη, για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος». Έχει τιμηθεί με το βραβείο Ιπεκτσί, ενώ τώρα είναι διευθυντής του καλλιτεχνικού περιοδικού «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ» της Κυριακάτικης Μακεδονίας. Έγραψε 4 συλλογές διηγημάτων και το μυθιστόρημα «Γερνάω επιτυχώς», το οποίο σε λίγες ημέρες ανεβαίνει στο Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης από το ΚΘΒΕ. Το βιβλίο του «Η στενωπός των υφασμάτων» τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος το 1993. Αυτό, όμως, που μάς κάνει ιδιαίτερα υπερήφανους είναι το ότι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης διαβάζεται σε 10 ακόμα γλώσσες, εκτός της ελληνικής».
Εξήγησε ότι δεν θα ακολουθήσει την οδό μιας ατέρμονης φιλολογικής ανάλυσης ή συγκριτικής ανάγνωσης, έκανε στάσεις σε αποσπάσματα του βιβλίου, εξηγώντας ότι «ο τίτλος είναι δηλωτικός του τόπου και όχι του κεντρικού προσώπου»:
![]() |
«Η κεντρική διήγηση αφορά στις ιστορίες της κατοχής, τις παράνομες οργανώσεις, το ΕΑΜ, την αντίσταση, την πείνα, την εξαθλίωση. Κεντρικό πρόσωπο ο Αντρέας Σαμαράς, ο οποίος ενεργά παίρνει μέρος στην αντίσταση, εμπλεκόμενος σε συνεχείς περιπέτειες και γνωριμίες, φτάνοντας μέχρι και στο φόνο, χωρίς… ιδιαίτερες ηθικές αναστολές. Κατοχή, άλλωστε, και πλήρης εξαθλίωση.
Δίπλα στον Σαμαρά υπάρχουν δύο πρόσωπα στα οποία ο συγγραφέας στηρίζει τις δύο παράλληλες εσωδιηγήσεις που πλαισιώνουν την κεντρική, στην οποία ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ως εσωδιηγηματικός αφηγητής, αφηγείται. Το ένα πρόσωπο είναι η Εβραία Εστρέα – Εσθήρ και, βέβαια, όλη η εβραϊκή κοινότητα, η οποία δίνει αφορμή στον συγγραφέα να εκτυλίξει στην αφήγηση, όλη την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, να εντυπώσει την γκετοποίησή τους, τα βασανιστήρια, τη μεταφορά τους με τα τρένα στο Άουσβιτς.
Το άλλο πρόσωπο είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος γεννήθηκε το 1915 στα Τρίκαλα. Έγραψε τα πρώτα του τραγούδια σε ηλικία 15 χρονών. Πήγε στην Αθήνα το 1936 να σπουδάσει Νομική, αλλά τελικά εκείνος ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937 τραγούδια τα οποία εισάγουν κανταδόρικες δυτικές μελωδίες στο ρεμπέτικο τραγούδι. Τα χρόνια της κατοχής τον βρίσκουν στη Θεσσαλονίκη, όπου αρχικά δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά και γράφει πολλά από τα γνωστά και αθάνατα τραγούδια του, όπως: «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Τότε λοιπόν, ενώ κατοικεί στην Παύλου Μελά, ανοίγει με τον κουνιάδο του Αντρέα Σαμαρά στην Παύλου Μελά 22, το «ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ». Από εδώ ξεκινά και το μυθιστόρημα, το οποίο βρίσκει τον Βασίλη Τσιτσάνη επάνω στο πάλκο να τραγουδά με το φίλο του Γιώργο Τσανάκα».
Ο Μάριος Λιάγκης προχώρησε με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του Βασίλη Τσιτσάνη, όπως αυτά περιγράφονται από το συγγραφέα, «είναι βλάχος που δεν έχει καλή σχέση με την καθαριότητα, έχει εξωσυζυγικές σχέσεις και το κυριότερο είναι αδιάφορος με την αντίσταση κατά των Γερμανών… Δεν τον ηρωποιεί, λοιπόν, όπως θα περιμέναμε, αλλά αντίθετα τον απογυμνώνει πλήρως, ως έναν 28χρονο τραγουδοποιό που μιλά με το μπουζούκι του και ζει με τα τραγούδια του. Κι όμως η μουσική διαδραματίζει γι’ αυτόν τον πρώτο ρόλο κι αυτό φαίνεται κι από τον τρόπο που εμπνεόταν τα τραγούδια και τους στίχους του.
Δεν μπορούμε ακόμη να μη σημειώσουμε την αναφορά στη διασκέδαση της εποχής, αφού στον ίδιο χώρο και με τα ίδια τραγούδια διασκέδαζαν οι χασικλήδες, οι μουσικοί, οι εργάτες, οι μαυραγορίτες, ο διευθυντής της Αστυνομίας (και κουμπάρος του Τσιτσάνη), ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Μακεδονία», ο Βαμβακάρης και ο Καλδάρας».
Κλείνοντας, ο Μάριος Λιάγκης αναφέρθηκε σε δύο αρετές της ιστορίας που σκάρωσε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Στηρίζεται σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, πράγμα που εξάπτει την περιέργεια και επιθυμία του αναγνώστη και επιπλέον διαδραματίζεται στην όμορφη Θεσσαλονίκη, την οποία περπατά δρόμο – δρόμο, στενό – στενό και γειτονιά – γειτονιά. Δεν μπορώ να μην αναφέρω την παραστατικότητα του έργου, που στηρίζεται στη συχνή χρήση του ρήματος και στις μειωμένες περιγραφές τόπων, χώρων καθώς και εσωτερικών αναζητήσεων που θα αποπροσανατόλιζαν τον αναγνώστη από την πράξη. Η γλώσσα, βέβαια, είναι απλή, της εποχής, χωρίς λογοτεχνικούς εξωραϊσμούς, με παρατακτική σύνδεση και ύφος λιτό».
Η πρώτη βουτιά στον κόσμο που έστησε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, μέσα από την ματιά του Μάριου Λιάγκη, έκλεισε με μία ευχή: «Είμαι σίγουρος ότι το βιβλίο θα γίνει ταινία, το προαισθάνομαι. Μέχρι τότε βέβαια θα το έχουμε διαβάσει όλοι».
Ακολούθησε μια μουσική ανάσα με το «Βαπόρι από τη Περσία».
Α. Ναρ: «Εγενήθη ημίν συγγραφέας»
Ο συγγραφέας, κ. Αλμπέρτος Ναρ έδωσε το στίγμα της πρώτης του γνωριμίας με την Κομοτηνή, λίγο πριν περάσει στην ιστορία που τον έδεσε με το «Ουζερί Τσιτσάνης».
«Την πρωτογνώρισα στην επιστράτευση του 1974, όχι υπό ιδιαίτερα καλές συνθήκες. Τη γνώρισα πολύ καλύτερα όπως αποτυπώνεται στα κείμενα του ομοθρήσκου και ομοτέχνου μου Μισέλ Φάις, τέκνου αυτής της πόλης και χαίρομαι που τη γνωρίζω και σήμερα σ’ αυτό το χώρο που μου δημιουργεί μία απίστευτη ευφορία ψυχής και τη γνωρίζω για χάρη ενός πολύ σπουδαίου βιβλίου, ενός πολύ αγαπητού φίλου, του Γιώργου Σκαμπαρδώνη».
Η σχέση των Ναρ- Σκαμπαρδώνη αρχίζει να ξεδιπλώνεται από το 1983-84. «Ήμουν φανατικός αναγνώστης των χρονογραφημάτων του στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Λίγο αργότερα, προς το τέλος του 1985, ο Γιώργος εμφανίστηκε ως πεζογράφος, με ένα διήγημα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παραφυάδα». Σας εκμυστηρεύομαι ότι όταν το διάβασα, μία, δύο, τρεις φορές δεν άντεξα και αναφώνησα πανευτυχής «εγενήθη ημίν συγγραφέας» και μάλιστα στην κατάλληλη στιγμή, μόλις λίγους μήνες μετά την απώλεια του αλησμόνητου Γιώργου Ιωάννου. Η πρώτη εντύπωση επιβεβαιώθηκε και στη συνέχεια όταν χάρηκα και άλλα διηγήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας και πολύ περισσότερο όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό».
Ο κ. Ναρ έφτασε στο επίμαχο σημείο της γνωριμίας του με το «Ουζερί Τσιτσάνης», γεγονός που συνέβη το περασμένο καλοκαίρι. «Δίχως ίχνος υπερβολής μού έφτιαξε τις διακοπές μου. Σεργιανώντας στις πρώτες σελίδες, άρχισα να σιγοτραγουδώ «πάμε απόψε για σεργιάνι, για ξεφάντωμα τρελό».
![]() |
Όσο προχωρούσα, διαπίστωνα πως τέτοιου είδους λογοτεχνικά ταξίδια μπορεί να σκαρώσει μονάχα όποιος γεννιέται μερακλής. Όταν ολοκλήρωσα, αφού άφησα επίτηδες τη συγκίνηση να κατασταλάξει και να ξεθυμάνει, αν γίνεται να ξεθυμάνει ποτέ το άρωμα που άφησε πίσω του το σμίξιμο της αμάραντης μελωδίας του Τσιτσάνη, με το εκλεκτό κείμενο του Γιώργου, ένιωσα την ανάγκη να του στείλω από τις ακτές της Χαλκιδικής, ένα θερμότατο χαίρε, παραφράζοντας ελαφρά κάποιον άλλο γνωστό στίχο: «Τέτοια βιβλία ζηλεύω, κι όχι άλλα μάγκα μου». Νομίζω πως εκείνη τη στιγμή μπορούσαμε να ψηλαφίσουμε σχεδόν τη σκιά του αθάνατου Τσιτσάνη, να επιβάλλει το δικαίωμα της τέχνης του, να μας αγκαλιάζει προστατευτικά και να κυκλοφορεί με ανοιχτά φτερά, αψηφώντας τις δίνες των διαρκών εναλλαγών, όχι βέβαια ως γέρακας ή άλλο αρπακτικό, αλλά μάλλον ως περιστερά ή ως παγώνι της Μονής Βλατάδων. Κάτι ανάλογο είμαι βέβαιος ότι συμβαίνει εδώ, αυτή τη στιγμή».
Χαρακτηριστική η ικανότητα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη να κάνει το παρελθόν παρόν, με τρόπο ώστε ο αναγνώστης να ετοιμάζεται να στείλει μήνυμα μυστικό με τον ασύρματο ή να μεθάει με χύμα ρετσίνα στο άκουσμα τραγουδιών του Τσιτσάνη. Ζωντανός και ρέον ο λόγος του Αλμπέρτου Ναρ, από τις πρώτες κουβέντες, έφερε το κοινό σε μια εικόνα να κρατάει τα χειρόγραφα του βιβλίου, να τα ξεφυλλίζει σε μια παραλία της Χαλκιδικής, να παρεμβάλλει στο φυλλομέτρημα νύχτες μαγικές, συννεφιασμένες Κυριακές και μαυρομάτες καλλονές.
Το κλίμα στα «Βαρελάκια», με την ορχήστρα σε ετοιμότητα να πιάσει το επόμενο τραγούδι, δεν μπορούσε παρά να συμβάλλει σε ένα άρτιο σκηνικό που δικαιολογεί το «συμβαίνει εδώ, αυτή τη στιγμή».
Το περί Τσιτσάνη ψαχτήρι
Κι επειδή η ιδιότητα του συγγραφέα που κουβαλάει ο Αλμπέρτος Ναρ αποδείχθηκε πολύτιμη, δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύεται από τη δημιουργία εικόνων: «Φαντάζομαι το Γιώργο Σκαμπαρδώνη να απλώνεται στο περί Τσιτσάνη ψαχτήρι, αρμενίζοντας στις κιτρινισμένες σελίδες παλιών εφημερίδων, στα άδυτα των δυσεύρετων αρχείων, στην έρευνα της βιβλιογραφίας και των αφτιασίδωτων πρώτων ηχογραφήσεων. Είμαι σίγουρος πως κάθε φορά θα λειτουργούσε όπως οι ατρόμητοι εκείνο θαλασσοπόροι, που μια πατρίδα αφήνοντας έβρισκαν έναν κόσμο.
Στην περίπτωσή του, όπου πατρίδα η Θεσσαλονίκη του σήμερα κι όπου κόσμος η Θεσσαλονίκη που πέρασε, της μνήμης, κάποιοι χώροι και κάποιοι άνθρωποι που υπήρχαν κάποτε και πια δεν υπάρχουν, η κατοχή και τα δεινά της, η αντίσταση, ο εξανδραποδισμός των Εβραίων και μέσα σε όλα ο Τσιτσάνης και το ουζερί του στην οδό Παύλου Μελά 22».
Ο Αλμπέρτος Ναρ ταξίδεψε κι έμεινε στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια που έζησε ο Βασίλης Τσιτσάνης, από το 1938 μέχρι το 1946, οπότε συνέθεσε γύρω στα 100 τραγούδια.
«Ο Τσιτσάνης, όπως αποτυπώνεται και στο βιβλίο, όταν δημιουργεί δεν διακρίνεται ούτε από ναρκισσισμό, ούτε από αυτοέπαρση, ούτε από υπεροψία. Μια ζωή ανικανοποίητος και τελειομανής, δεν στέκεται αποκλειστικά στον καλό στίχο, δεν νιώθει πως ξεμπέρδεψε μόνο με τα κουπλέ και τα ρεφραίν, αντίθετα, συνεχίζει και φτύνει αίμα για να επινοήσει και τις εισαγωγές, αλλά και τις προεισαγωγές που ήταν και η μεγάλη του αδυναμία.
Για του λόγου το αληθές, αναφέρομαι στη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και στο «Σακαφλιά». Βέβαια, ούτε ο ίδιος ο Τσιτσάνης, ούτε εμείς, είμαστε σε θέση να ανταποκριθούμε στο ερώτημα που διατυπώνεται προς το τέλος του βιβλίου, όταν τον ρωτά κάποιος: «Έπρεπε να γίνει πόλεμος να γράψεις τόσο ωραία τραγούδια;». Ό,τι όμως είναι γραμμένο να γραφτεί θα γραφτεί κι ο Τσιτσάνης του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, από το πάλκο του ουζερί του, όχι μόνο δημιουργεί, αλλά αποφαίνεται ή, μάλλον, προφητεύει: «Μετά τον πόλεμο, θα ακούς άλλα αντί άλλων. Άλλα γίνονται τώρα, αλλιώς θα τα λένε τότε, όπως συμφέρει στον καθένα. Έτσι γίνεται. Θα δεις ήρωες μετά, που τώρα είναι κότες κι άλλους που τώρα κουνιούνται για πάρτι τους να λένε ύστερα ότι το έκανα για την πατρίδα…».»
Οι γκρίζες εικόνες της Κατοχής
Για τον Αλμπέρτο Ναρ ο Βασίλης Τσιτσάνης, ως στάση ζωής, βρίσκεται στις παραπάνω γραμμές. «Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης τον αξιολόγησε πολύ καλύτερα από πολλούς άλλους κι ας μην τον έζησε από κοντά. Ο Τσιτσάνης δεν είναι ο μοναδικός άξονας του βιβλίου. Κάποιος άλλος άξονας που βαραίνει εξίσου καταλυτικά είναι το ξεκλήρισμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, τα κίτρινα άστρα, ο συνοικισμός του Βαρώνου Χιρς, η έπαυλη της οδού Βελισσαρίου 42, τα τρένα που αναχωρούν διαδοχικά για το Άουσβιτς κι εδώ ομολογώ πως είναι ιδιαίτερα επιτυχής η έμπνευση του Γιώργου Σκαμπαρδώνη να σταθεί στον εντοπισμό των Εβραίων αναπήρων του πολέμου ΄40-΄41, που αντιμετωπίζονται με μία ανεξήγητη σκληρότητα: πριν τους παστώσουν στα βαγόνια, τους αφαιρούν τα δεκανίκια, τα καροτσάκια, τα ξύλινα μέλη και φθάνοντας στο Άουσβιτς οδηγούνται κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Ως ανάπηροι, δεν έχουν ούτε τις ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης που διατηρούσαν οι αρτιμελείς συνομήλικοι ομόθρησκοί τους. Οι Έλληνες Εβραίοι ανάπηροι συνιστούσαν τη ζώσα διάψευση των ναζιστικών θεωριών. Θυσιάζοντας τη σημαντική τους ακεραιότητα για την υπεράσπιση της πατρίδας τους, κατέρριπταν αυτόματα το στερεότυπο του δειλού απόλεμου και κυρίως του απάτριδος Εβραίου».
Η διαδρομή του αναγνώστη Αλμπέρτου Ναρ συνεχίστηκε με γνώμονα τον αφηγητή Γιώργο Σαμαρά, ήτοι τον κουνιάδο του Βασίλη Τσιτσάνη (Ανδρέα Σαμαρά), ο οποίος συνδέεται με μία Εβραία. «Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης διαθέτει τα στηρίγματα μιας διαμορφωμένης παράδοσης. Αναφέρομαι είτε σε αυτοβιογραφικά κείμενα Εβραίων επιζώντων του Ολοκαυτώματος – στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί περί τα 16-17- , είτε σε διηγήματα και πεζά Θεσσαλονικαίων δημιουργών, όπως ο Βαφόπουλος, η Ζωή Καρέλη, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Βασίλης Βασιλικός. Πρόκειται για κείμενα που πηγάζουν από το Ολοκαύτωμα και εμφανίζονται ήδη από την επαύριον της απελευθέρωσης.
Από εκεί και πέρα όμως παρατηρούνται και κάποιες πολύ σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης που γεννήθηκε το 1953 δεν έζησε τη γενοκτονία, και δεν αφηγείται ατομικές εμπειρίες και βιώματα, προβάλλει θέσεις. Αυτό είναι ίσως πολύ πιο σπουδαίο».
Για την επιμέλεια του κειμένου, την παρουσία υπαρκτών προσώπων ο λόγος και ο Αλμπέρτος Ναρ αναρωτιέται αν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα: «Ο όρος ιστορία εκφράζει δύο ολότελα διαφορετικές παραστάσεις. Από τη μία, εκφράζει μια αλληλουχία γεγονότων και από την άλλη την ερμηνεία, την παρουσίαση, την αφήγηση των γεγονότων. Όταν όμως αναφερόμαστε σε αφήγηση περνούμε αναπόφευκτα στη δικαιοδοσία της λογοτεχνίας και κανείς δεν αμφισβητεί ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε και τη λογοτεχνική αλήθεια, δηλαδή την απόδοση της ιστορίας μέσα από τη λογοτεχνία». Παραμένοντας στα μονοπάτια της λογοτεχνίας, ο Αλμπέρτος Ναρ αναγνωρίζει στο συγγραφέα του «Ουζερί Τσιτσάνης» την επιμελή συλλογή υλικού και την άψογη λογοτεχνική αξιοποίησή του. «Ως Θεσσαλονικιός και ως συγγραφέας δικαιούμαι να αγαλλιάζω, γιατί με το «Ουζερί Τσιτσάνης» η πόλη μας, για μια ακόμη φορά, ευτύχησε να αναδειχθεί ως τροχός εμπνεύσεως και ως πεδίο εκτίμησης αφηγήσεων, στις οποίες ενυπάρχει διαρκώς με ό,τι διασώζεται ή δεν διασώζεται από το πρόσφατο παρελθόν της, φαινόμενο ασφαλώς ενθαρρυντικότατο για όποιον αρέσκεται να τη χαρακτηρίζει «καμάρι της καρδιάς του», όπως ο θεόπνευστος Τσιτσάνης.
Το τελευταίο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη λαμπρύνει τη φετινή εκδοτική μας παραγωγή, επιβεβαιώνει το σπουδαίο πεζογράφο, διαγράφει την ευοίωνη συνέχειά του και πλουτίζει την περί ρεμπέτικου και ειδικότερα την περί Τσιτσάνη μυθολογία. Επιβεβαιώνει επίσης, το ενδιαφέρον των νέων πεζογράφων για το Ολοκαύτωμα, φαινόμενο ενθαρρυντικότατο, αφού η ιστορία του ελληνικού εβραϊσμού συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής μας ιστορίας».
Κι ενώ ο Αλμπέρτος Ναρ κατέτασσε το «Ουζερί Τσιτσάνης» στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της πεζογραφίας μας, η ορχήστρα πήρε να παίζει ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, «Της Γερακίνας γιος», για ν’ ακολουθήσει η «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Γ. Σκαμπαρδώνης: «Εδώ θα γυρίσει ο Παντελής Βούλγαρης την ταινία»
Και πάνω που μας «παρέσυρε το ρέμα» και το ρεύμα του ρεμπέτικου ήρθε η σειρά του συγγραφέα Γιώργου Σκαμπαρδώνη να απολογηθεί μπροστά στο κοινό του, που ειδικά το βράδυ της Κυριακής έγινε και η συντροφιά του, μέσα στο κλίμα της ταβέρνας.
Το πάλκο από τη μία, το κοινό από την άλλη και στη μέση ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, αντιμέτωπος για μία ακόμα φορά με το βιβλίο του, που είναι σε καλό δρόμο για να γίνει ταινία: «Όταν ο Παντελής Βούλγαρης γυρίσει σε ταινία αυτό το βιβλίο, εδώ μέσα θα έρθει να το γυρίσει. Είναι ο ιδανικός χώρος, γιατί συνδυάζει ως αίσθηση αυτό που έκανε ο Τσιτσάνης στη μουσική του: συνθέτει την Ανατολή και τη Δύση, την καθ’ ημάς Ανατολή, αυτόν τον ελληνισμό που είναι κόμβος ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση».
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης ευχαρίστησε το κοινό που ήταν παρόν, μεταφέροντας ότι νιώθει «σαν μια παρέα που γλεντάει». Σε μια πιθανή ερώτηση «γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο, ενώ γεννήθηκε χρόνια μετά από τα γεγονότα που περιγράφονται εκεί» απαντά: «Ο Βασίλης Τσιτσάνης, το 1938 υπηρετεί στο Τάγμα Τηλεγραφητών στην Θεσσαλονίκη μαζί με το Γιώργο Τσανάκα, ο οποίος αργότερα είναι ο κιθαρίστας του. Ήταν Βολιώτης, ένας πολύ ωραίος άντρας και ήταν στο στρατόπεδο όταν δύο θαυμάστριες του Τσιτσάνη είχαν πάει να τον δουν.
Μετά από λίγο καιρό, η μία γίνεται γυναίκα του Βασίλη Τσιτσάνη, η Ζωή Σαμαρά και η άλλη γυναίκα του Γιώργου Τσανάκα. Η Μάγδα Τσανάκα είχε έναν αδερφό που έμενε δίπλα στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη. Ερχόταν πολύ συχνά εκεί, ήταν μια δαιμονική γυναίκα, λίγο κοντή, κάπνιζε πάρα πολύ, μιλούσε πολύ ώρα και πολύ γρήγορα. Ήταν πολύ νευρική. Ο Τσανάκας, ο άντρας της, ήταν ένας jeune premier της εποχής, με ωραία κατσαρά μαλλιά και γαλανά μάτια και μιλούσαν πολύ για τον Τσιτσάνη. Συχνά, κουβέντιαζε με τον πατέρα μου, ο οποίος κατάγεται από τα Τρίκαλα, από την ίδια περιοχή με τον Τσιτσάνη. Ο Τσανάκας μας έλεγε ότι έχει την ίδια προφορά με το βλάχο, γιατί έτσι αποκαλούσαν τον Τσιτσάνη στην παρέα.
Άκουγα συχνά Τσιτσάνη, από μαγνητόφωνα, από δίσκους, στα γλέντια, στις χαρές. Λίγο αργότερα πήγαινα σε ένα μπαρ στη Θεσσαλονίκη, στον «Ερωδιό» κι ήταν το σπίτι όπου έμενε ο Τσιτσάνης. Ήταν ακριβώς απέναντι από το ουζερί στην Παύλου Μελά 21, ένας χώρος μικρός, με ένα κουζινάκι. Εκεί έζησε ο Τσιτσάνης με τη γυναίκα του και το μικρό του παιδί, το οποίο γεννήθηκε στην Κατοχή κι εκεί συνέθεσε τα πιο ωραία τραγούδια του. Το ουζερί το ίδρυσε με τον αδελφό της γυναίκας του, τον Ανδρέα Σαμαρά.
Αφηγούμαι την ιστορία ως Γιώργος Σαμαράς, μπαίνω στο μυαλό και τα μάτια του κουνιάδου του Τσιτσάνη και μέσα από τη δική του όραση αφηγούμαι αυτήν την ιστορία.
Είναι η εποχή κατά την οποία η Θεσσαλονίκη περνάει την πιο αποτρόπαιη φάση της. Είναι η πιο κρίσιμη φάση του πολέμου. Είναι η εποχή που οι Γερμανοί χάνουν από τους Ρώσους το Στάλινγκραντ, το ΕΑΜ γιγαντώνεται, οι άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους, οι ταγματασφαλίτες εμφανίζονται ξανά με τα περίστροφα.
Αρχίζουν οι δολοφονίες στους δρόμους, σέρνουν μέσα στα μεσάνυχτα ανθρώπους και τους σκοτώνουν στα υπόγεια και στα τσαΐρια. Οι Γερμανοί αποφασίζουν την περίφημη τελική λύση, δηλαδή τον αφανισμό των Εβραίων όλης της Ευρώπης και στέλνουν στη Θεσσαλονίκη ένα κλιμάκιο των SD, που ήταν από τα πιο πιστά τμήματα στο Χίτλερ, με σκοπό να απεργαστούν τον ολοκληρωτικό αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης.
Άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα, γίνονται εκτελέσεις, αρχίζει άτυπα ο εμφύλιος σπαραγμός, Έλληνες σκοτώνουν Έλληνες… Μέσα σε όλα αυτά, ο Τσιτσάνης μαζί με τον κουνιάδο του ζουν μέσα στο ουζερί, σαν να είναι ένα κέλυφος, ένα μικρό οχυρό. Εκεί μέσα ο συνθέτης δημιουργεί τα πιο ωραία τραγούδια του».
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, μετά από τη ζωντανή περιγραφή της μαύρης εποχής για την Ελλάδα, εξηγεί ότι δεν είχε στόχο να συνθέσει μια αγιογραφία του Τσιτσάνη, αλλά ούτε και να τον απομυθοποιήσει.
«Θέλησα να τον φανταστώ στη μεγαλειώδη του καθημερινότητα. Πώς μπόρεσε σε εκείνες τις απαίσιες συνθήκες να αισθανθεί έξω από το σπαραγμό, το φόνο, το αίμα και να συνθέσει όλα τα αριστουργήματα που ταξιδεύουν μέσα στο χρόνο και για όλες τις επόμενες δεκαετίες».
Στην έρευνα, στην ανίχνευση της προσωπικότητας του Τσιτσάνη, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης θέλησε να πλησιάσει λίγο περισσότερο το συνθέτη γι’ αυτό κι άρχισε μαθήματα στο μπουζούκι. «Ξέρω ότι όταν θα γεράσω, μαζί με το φίλο μου τον Αλμπέρτο, με τη γυναίκα μου, με τους φίλους μου, όταν θα ανταλλάσσουμε ψέματα, όπως αλλάζουν χάπια οι γέροι στην Αιδηψό, τότε θα παίζω λίγο μπουζουκάκι για να περνάει η ώρα».
Ο λόγος, επομένως, στο μπουζούκι, την κιθάρα, το ακορντεόν και σε αρκετούς από τους θαμώνες που παρέλαβαν το μικρόφωνο για να τραγουδήσουν.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.


