Moulin Rouge: η παρασταση δεν τελειωνει ποτε

Η αυλαία ανοίγει μ’ έναν διευθυντή ορχήστρας στο ρόλο ενός σκηνοθέτη που εισαγάγει στο Παρίσι του 1900, σε μια ασπρόμαυρη «ταινία» με ξεθωριασμένα πλάνα –ίσως απ’ το χρόνο, ίσως απ’ την παρακμή- στη συνοικία της Μονμάρτης. Το χρώμα έρχεται στα πρώτα δευτερόλεπτα, πάνω από μια γραφομηχανή, όπου τα δάχτυλα χτυπούν την «Επιστροφή στο Moulin Rouge». Η Μονμάρτη, που παραμένει και τον 21ο αιώνα ένα απ’ το γοητευτικότερα σημεία του Παρισιού – απ’ τα πιο καλλιτεχνικά σίγουρα- φιλοξενώντας ακόμη έκθεση του Νταλί, το 1889 με το Moulin Rouge είχε ανέβει στα ύψη του χρηματιστηρίου της αντρικής εκτίμησης. Ανάμεσα στους τυχερούς θεατές που γνώρισαν την όμορφη Σατίν, λαμπρό απόκτημα του Τσαρλς Ζίντλερ που έστησε το Moulin Rouge, είναι και ο νεαρός συγγραφέας Κριστιάν που μαγεύεται από την παρουσία της. Η γνωριμία τους και η «οικειότητα» που του δείχνει η Σατίν, γυναίκα από μετάξι, στηρίζεται σε μια παρεξήγηση. Ο Κριστιάν, γοητευτικός μεν και ταλαντούχος, φτωχός δε, ανήκει στην σουρεαλιστική συντροφιά του Τουλούζ Λωτρέκ που αισιοδοξεί ν’ ανεβάσει μια παράσταση. Σε αντίπαλό του εξελίσσεται ο δούκας του Μόνροθ, ο κακός δαίμονας με τον οποίο συνάπτει συμφωνία ο ιμπρεσάριος του καμπαρέ Ζίντλερ.

Η παρουσία της Νικόλ Κίντμαν (Σατίν) είναι αισθησιακή από την πρώτη στιγμή κι εμφανίζει το ταλέντο της στο τραγούδι και την κίνηση, ενώ κοντά της στέκεται επάξια ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ με την εξαιρετική φωνή. Στην ιστορία που σκηνοθετεί ο Μπαζ Λέρμαν, υπάρχει μεγάλη δόση από παραμύθι, νεράιδες, θυμίζει στιγμές την παρέλαση των αστεριών του Disney, με πλούσια χρώματα, γρήγορη εναλλαγή σκηνών. Το παραδοσιακό καμπαρέ με το αποκαλυπτικό καν καν μετατρέπεται σ’ έναν οργιώδη χορό, υπό τους ήχους της ηλεκτρονικής μουσικής και με πρωταγωνίστριες τις γυναίκες. «Εδώ μέσα όλα είναι μαγικά» ακούγεται στο μυθικό καμπαρέ.

Η Σατίν έχει τα διαπιστευτήρια της επιτυχίας όλων των αντρών, πλην όμως έχει μια σφοδρή επιθυμία να γίνει ηθοποιός και να περάσει στο θέατρο απ’ το καμπαρέ. Η χρυσόσκονη του Moulin Rouge και η αγάπη του Κριστιάν της το επιτρέπουν. Σε σκηνές που έχουν την αισθητική του κόσμου του Γκαργκαντουά –ο Ζίντλερ κάνει μια αναφορά- η μεγέθυνση, όπως και στον Ραμπελαί, έρχεται να δηλώσει το πνεύμα της αναγέννησης, της ανανέωσης, να παρουσιάσει τον κόσμο της χαράς.

Το Παρίσι είναι μια πόλη κατασκευασμένη σε επτά λόφους, ένας εκ των οποίων είναι η Μονμάρτη, άρα όσα διαδραματίζονται μέσα στην πόλη μπορούν να τα παρατηρούν οι θεατές που βρίσκονται στους λόφους, ή άλλως όλος ο κόσμος ζει μέσα στο Moulin Rouge. Μια θεατρική παράσταση επιχειρείται να στηθεί μέσα στην ταινία του Λέρμαν, η οποία καταφέρνει να τηρήσει τόσο τους κανόνες της κατανομής των ρόλων (ήρωες, αντιήρωες, βοηθοί), όσο και του μύθου, υπάρχει ακόμη και η προοικονομία: «κάποιος πρέπει να πεθάνει στο τέλος».

Στη γιορτή για το φινάλε του 19ου αιώνα, οι μποέμ φίλοι του Κριστιάν πανηγυρίζουν για το στήσιμο της παράστασης, ενώ ο Κριστιάν και η Σατίν ζουν κρυμμένοι(;) τον έρωτά τους. Η πρώτη τους τρυφερή συνάντηση γίνεται στην πλάτη ενός ελέφαντα που αναπαριστά τα «δωμάτια» της Σατίν. Στο κλασικό Moulin Rouge ένας ελέφαντας δέσποζε στη σκηνή, ήταν από γύψο και στα σωθικά του έκρυβε μία ορχήστρα από εξωτικές χορεύτριες. Η Σατίν, για ν’ αφεθεί στο έξοχο συναίσθημα της αγάπης, πρέπει να βγει έξω από τον ελέφαντα, δηλαδή τον κόσμο του καμπαρέ, όπου αντιμετωπίζεται ως ταλαντούχα αλλά πόρνη (courtisane).

«We can be heros just for one day” τραγουδούν όλοι μαζί, επιβεβαιώνοντας ότι το «ήρωας» όπως το η «αγάπη» μπορούν να κρατήσουν για μία μέρα ή για πάντα. Η διαφορά δεν έγκειται στο χρόνο – όπως τον εννοούμε – αλλά στη δύναμη των συναισθημάτων και το «Moulin Rouge” καταφέρει σαν ταινία να αποδείξει την αξία του «μόνο για μια μέρα», ήρωες ή εραστές. Το ξενοδοχείο που μένει ο Κριστάν, όχι τυχαία, ονομάζεται L’ amour (ο έρωτας), με υποσημείωση «δωμάτια με τη μέρα», όπως ακριβώς και η σχέση του με τη Σατίν προσπαθεί να μετρήσει ακόμη και ακόμη μία μέρα.

Πολύ δυνατή η σκηνή του τανγκό «El tango de Roxanne”, διασκευή του «Roxanne» των Police, με ανομολόγητα πάθη επί σκηνής καμπαρέ, την ίδια στιγμή που η Σατίν βιώνει μία τραγική συνάντηση με τον δούκα.

«The show must go on” (του Φρέντι Μέρκιουρι) τραγουδούν οι συντελεστές της παράστασης – εδώ τα ηνία περνούν απ’ το ερωτευμένο ζευγάρι στο σκηνοθέτη που πήρε με το μέρος του τους «δεύτερους» ηθοποιούς – και η σκηνή του θεάτρου με τις σκεπασμένες καρέκλες μοιάζει με εκκλησία που περιμένει την τελετή ή με σπίτι που σκέπασαν μετά από ένα θλιβερό γεγονός. Την ίδια στιγμή, η Σατίν φεύγει για να πει στον Κριστιάν ότι δεν τον αγαπά, για λόγους που την ξεπερνούν, και το «The show must go on” μοιάζει να την κυνηγά, να την προτρέπει. Στο φινάλε αποδεικνύεται αν το σόου ή οι ήρωες είναι πιο δυνατοί.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.