Ατμοσφαιρικη ρυπανση απο τζακια και ξυλοσομπες

Μπορεί τα τελευταία χρόνια να βρίσκονται στο προσκήνιο τα πολύμορφα προβλήματα κοινωνικού αντίκτυπου, απόρροια της οικονομικής κρίσης που απελαύνει στη χώρα μας, αλλά μια κρίσιμη διάσταση των συνεπειών αυτής της κρίσης, που είναι επιτακτική ανάγκη να μελετηθεί και να ληφθούν μέτρα αναχαίτισης, είναι κατά κοινή πια ομολογία η κλιμάκωση του φαινομένου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα μεγάλα ή και μικρότερα αστικά κέντρα. Το φαινόμενο έχει εμφανιστεί πιο έντονα την τελευταία διετία, μετά από τη μαζική στροφή των ελληνικών νοικοκυριών στη χρήση «ξεχασμένων» ως πρόσφατα εναλλακτικών πηγών θέρμανσης. Τέτοιες είναι τα τζάκια, οι ξυλόσομπες και τα υπόλοιπα ήδη καυστήρων, στα οποία χρησιμοποιούνται καυσόξυλα και προϊόντα βιομάζας, η καύση των οποίων επιβαρύνουν υπέρμετρα την ατμόσφαιρα. Οι επιστημονικοί φορείς προειδοποίησαν εγκαίρως για τους κινδύνους, που εγκυμονεί η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ενώ και η ίδια η πολιτεία, δια του Υπουργείου Περιβάλλοντος, αναγνώρισε την ανησυχητική κλιμάκωση του φαινομένου. Πλην όμως η αναγνώριση αυτή ούτε συνδυάστηκε ούτε συνοδεύτηκε από ανάληψη πρωτοβουλιών και από λήψη απαραίτητων μέτρων προστασίας. Για την ακρίβεια, όπως εκτενώς μας αναλύει ο κ. Σπύρος Ραψομανίκης, Καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης και Διευθυντής Εργαστηρίου Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης και Αντιρρυπαντικής Τεχνολογίας Ατμοσφαιρικών Ρύπων στο Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος, η ελληνική πολιτεία βρίσκεται με κατεβασμένα τα χέρια μπροστά σε αυτό το φαινόμενο και επιδεικνύει παντελή αδιαφορία ως προς των περιορισμό και την αντιμετώπιση των συνεπειών του.

Πρόκειται όμως για ένα ζήτημα δευτερεύουσας βαρύτητας και αξίας; Ποιες οι επιπτώσεις του για το κοινωνικό σύνολο; Αφορά μόνο τα μεγάλα αστικά κέντρα ή επεκτείνεται και στις επαρχιακές πόλεις, όπως αυτές της Θράκης;

«Τη στιγμή που αρχίζει η ευρεία χρήση ενός νέου καυσίμου βρισκόμαστε σε ένα κενό νομικού πλαισίου στην Ελλάδα»

ΠτΘ: Κ. Ραψομανίκη θα θέλαμε καταρχήν να μας περιγράψετε το φαινόμενο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τη έντονη χρήση τζακιών και τις διαστάσεις που έχει πάρει ως πρόβλημα στην Ελλάδα…
Σ.Ρ.:
Λόγω του γεγονότος ότι ακρίβυνε το πετρέλαιο θέρμανσης για τους γνωστούς λόγους, πολλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο κόστος της θέρμανσης με πετρέλαιο και στράφηκαν πλέον σε ό,τι είχαν μπροστά τους, είτε αυτό ονομαζόταν τζάκια, είτε αυτό ονομαζόταν σόμπες ξύλου. Δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο, το οποίο ελέγχει τις εκπομπές καυσαερίων από τζάκια ή από σόμπες ή από καυστήρες πέλλετ, ούτως ώστε να ξέρουμε τι εκπέμπουμε. Δηλαδή σε άλλες χώρες της Ευρώπης ο κατασκευαστής, για να πάρει άδεια πώλησης αυτών, πρέπει να καταθέσει στην οικεία αρχή ένα πιστοποιητικό εκπομπής καυσαερίων. Αυτό δεν υπάρχει στη χώρα μας. Φυσικά εννοείται ότι στα τζάκια ανοικτού τύπου αυτό είναι αδύνατο να γίνει, εκτός από ελέγχους στην καμινάδα. Επομένως, τη στιγμή που αρχίζει η ευρεία χρήση ενός νέου καυσίμου βρισκόμαστε σε ένα κενό νομικού πλαισίου στην Ελλάδα. Στην προκειμένη περίπτωση έτσι άρχισε το πρόβλημα και θα συνεχίσει να υπάρχει τους χειμερινούς μήνες, όταν ο καθένας καίει πλέον είτε πέλλετ, είτε ξύλα, χωρίς να ξέρουμε τι βγάζουν στην ατμόσφαιρα.

«Θα πρέπει σε οτιδήποτε πωλείται να υπάρχουν πιστοποιητικά, τα οποία να εγγυώνται τις εκπομπές αερίων»

ΠτΘ: Ανάμεσα στα υλικά που καίμε, είτε είναι πέλλετ, είτε ξύλο, είτε άλλα υλικά, εσείς από επιστημονική άποψη ποιο κρίνετε προτιμότερο; Υπάρχει κάποιο που έχει παρουσιάζει μικρότερη εκπομπή επικίνδυνων καυσαερίων, ώστε να τα προτιμήσει ο καταναλωτής για να ελαττώσει τις συνέπειες;
Σ.Ρ.:
Κατά πρώτον, πιστεύω ότι ό,τι και να του πούμε εμείς, ο καταναλωτής θα κοιτάξει το κόστος. Κατά δεύτερον, υπάρχουν πολλές ποιότητες πέλλετ και εκείνο που έχει σημασία στην ποιότητά του είναι το συνδετικό υλικό, η κόλλα με την οποία φτιάχνεται. Και μπορεί να είναι ό,τι μπορείτε να φανταστείτε το συνδετικό υλικό του πέλλετ. Αρκετές φορές, αν δεν είναι οικολογικό, είναι επικίνδυνο. Το ξύλο ξέρουμε λίγο πολύ τι βγάζει και δεν το θεωρώ ακίνδυνο κι εκείνο. Σίγουρα όχι. Εκείνο που έχει σημασία και έγκειται στην πολιτεία πλέον, είναι ότι θα πρέπει σε οτιδήποτε πωλείται στη χώρα μας να υπάρχουν πιστοποιητικά, τα οποία να εγγυώνται τις εκπομπές αερίων. Περαιτέρω, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου χρησιμοποιούν καυστήρες πέλλετ ή ξύλου ή ακόμα κλειστά τζάκια ξύλων υπάρχει στην αγορά, υπάρχει από τους κατασκευαστές αντιρρυπαντική τεχνολογία. Δηλαδή υπάρχει ένας μετακαυστήρας ή μετά τον μετακαυστήρα υπάρχει μία «παγίδα», η οποία παγιδεύει καπνό, αιωρούμενα σωματίδια, ακόμα και τοξικούς ρύπους. Αυτό σε μια χώρα, όπως η Τσεχία, που χρησιμοποιεί πάρα πολλούς καυστήρες τέτοιους, και πέλλετ και ξύλου, υπάρχει και επιβάλλεται η αντιρρυπαντική τεχνολογία στα αστικά κέντρα. Εδώ όμως υπάρχει ένα τεράστιο κενό νομοθεσίας. Ούτε καν οι αρχές ξέρουν ότι υπάρχει, ούτε καν ξέρουν ότι πρέπει να επιβάλλουν αντιρρυπαντική τεχνολογία, ούτε ξέρουν ποιες είναι οι εκπομπές, ούτε τι εκπέμπεται, ούτε γιατί εκπέμπεται.

«Πιαστήκαμε απροετοίμαστοι και δε φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να προετοιμαστούν»

ΠτΘ: Πιαστήκαμε λοιπόν απροετοίμαστοι, όπως τα περιγράφετε…
Σ.Ρ.:
Πιαστήκαμε απροετοίμαστοι και δε φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να προετοιμαστούν. Θα έπρεπε σε αστικά κέντρα, όπως η Κομοτηνή, ακόμα και η Ξάνθη και η Αλεξανδρούπολη, στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις να έχει επιβληθεί ο έλεγχος για τα αέρια από αυτές τις συσκευές.

«20% έως 30% πάνω η μάζα αιωρούμενων σωματιδίων στην Ξάνθη»

ΠτΘ: Αν ξεκινήσουμε από σήμερα, αν έστω το Υπουργείο αναλάβει πρωτοβουλίες τους μήνες που έπονται και επιβάλλει κανόνες στις επιχειρήσεις που πουλάνε αυτές τις συσκευές, θα έχουμε ουσιαστικό αποτέλεσμα; Κι αυτό, την ώρα που πολλά νοικοκυριά ήδη τις έχουν προμηθευτεί…
Σ.Ρ.:
Θα πρέπει να το επιβάλλει και στα νοικοκυριά. Άρα οδηγούμαστε και σε ένα δεύτερο επίπεδο παρέμβασης. Εδώ όμως δεν υπάρχει τίποτα, καμία πληροφόρηση, απολύτως τίποτα. Κάπου όμως επιβάλλεται να υπάρξει ένας έλεγχος. Παρότι έχει ανεβεί η μάζα των αιωρούμενων σωματιδίων- για παράδειγμα στην Ξάνθη, που το μετρήσαμε εμείς- από τις εποχές χωρίς ξύλα ή πέλλετ κατά 20% έως 30% και μερικές μέρες και 40%, εννοείται ότι η πολιτεία και σε αυτήν την περίπτωση δε χρηματοδότησε έρευνες για να δούμε την επικινδυνότητα. Ό,τι έχουμε κάνει, το έχουμε κάνει μόνοι μας εμείς, ιδίοις χρήμασι και με τον ίδιο μας τον ιδρώτα.

ΠτΘ: Εδώ μας περιγράφετε μια πολιτεία με κατεβασμένα τα χέρια μπροστά στο φαινόμενο…
Σ.Ρ.:
Υπάρχει παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για τη θέσπιση νομοθετικού πλαισίου και για την προστασία της υγείας του πολίτη. Δηλαδή κάπου, για πολλά μεν πράγματα θα έπρεπε να έχουμε επαναστατήσει, αλλά ένα είναι κι αυτό.

«Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία προέρχονται από την ατμόσφαιρα, αλλά δε μας ακούει κανείς»

ΠτΘ: Αναφερθήκατε στην περίπτωση της Ξάνθης, αλλά εμάς μας είχε σοκάρει πέρυσι η φωτογραφία από τον ουρανό πάνω από την Αθήνα. Εδώ στην επαρχία, στα μικρότερα αστικά κέντρα, όπως είναι οι πόλεις της Θράκης, πρέπει να ανησυχούμε στον ίδιο βαθμό; Γιατί συνήθως, όταν ακούμε ατμοσφαιρική ρύπανση, το μυαλό μας πάει μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη…
Σ.Ρ.:
Σας είπα τι συνέβη στην Ξάνθη, διότι εδώ έχω μετρητές και μετράω. Υπήρξε μια πρόταση από τον Ιατρικό Σύλλογο της Ροδόπης, για να κάνουμε το ίδιο και στην Κομοτηνή. Έβαλα ορισμένα προαπαιτούμενα στον Ιατρικό Σύλλογο, αλλά δεν μου απάντησαν ποτέ, για να κάνω την ίδια μέτρηση. Επομένως για την Κομοτηνή δεν μπορώ να εκφέρω ασφαλή γνώμη. Λάβετε υπόψιν βέβαια ότι η Κομοτηνή είναι σε πολύ χαμηλό σημείο και το κέντρο της βρίσκεται 5 μέτρα κάτω από το επίπεδο της θάλασσας, κάτι που λειτουργεί αρνητικά. Αυτά τα φαινόμενα, πάντως, δεν είναι φαινόμενα που εμφανίζονται κάθε μέρα, για όλο το χειμώνα. Εξαρτώνται από τις μετεωρολογικές συνθήκες. Δηλαδή υπήρξαν μέρες στην Ξάνθη- μία, δύο ή τρεις μέρες όλο το χειμώνα- όπου θα βλέπατε την ίδια εικόνα που είδατε στην Αθήνα. Το φαινόμενο όμως απαιτεί παρακολούθηση όλο το χειμώνα. Και αν το είδαμε μια μέρα, δε σημαίνει ότι συμβαίνει κάθε μέρα. Σε κάθε περίπτωση, το φαινόμενο αγγίζει και τα μικρότερα αστικά κέντρα. Όταν υπάρχει ένα αστικό κέντρο- έστω το αστικό κέντρο της Ξάνθης με 50.000 κατοίκους, σε τέτοια μεγέθη από τη νομοθεσία πρέπει να υπάρχει σταθμός μέτρησης ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Τουλάχιστον για κάθε τέτοιο αστικό κέντρο. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα, σε καμία από αυτές τις πόλεις. Επομένως είμαστε πολύ πίσω σε αυτά τα θέματα. Συνηθίζουμε να συζητάμε για τα νερά και τον υδροφόρο ορίζοντα, αλλά για αυτό που αναπνέουμε κάθε μέρα δεν συζητάμε. Γιατί μπορεί το νερό να είναι βιολογικά μολυσμένο ή χημικά ρυπασμένο, αλλά στην προκειμένη περίπτωση πίνετε νερό από μπουκάλια ή στρέφεστε σε κάποια άλλη πηγή νερού ή σε κάποια εναλλακτική πηγή τροφής. Αν όμως υπάρχει ατμοσφαιρική ρύπανση, πόσα λεπτά μπορείτε να ζήσετε κρατώντας τη μύτη σας κλειστή; Δηλαδή, η αναπνοή μας είναι μια ανθρώπινη ανάγκη, η οποία υφίσταται κάθε δευτερόλεπτο. Αντίθετα, όσον αφορά το νερό μπορούμε να πιούμε δύο-τρεις φορές την ημέρα και πηγαίνουμε και παίρνουμε μπουκάλια. Δηλαδή έχουμε επικεντρωθεί σε λάθος θέματα, όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία. Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία προέρχονται από την ατμόσφαιρα. Εμείς αυτό προσπαθούμε να πούμε, το λέμε και το επαναλαμβάνουμε, αλλά δυστυχώς δε μας ακούει κανείς.

 

«Υπάρχει κι ένας οικονομικός λόγος για τον οποίο η πολιτεία πρέπει να ασχοληθεί»

ΠτΘ: Από ό,τι καταλαβαίνουμε λοιπόν δεν αρκεί η ιδιωτική πρωτοβουλία, ούτε επενδύετε στην ευαισθητοποίηση του κόσμου, αναγνωρίζοντας ότι προτάσσουν κυρίως οι πολίτες την οικονομική τους δυσχέρεια…
Σ.Ρ.:
Βεβαίως. Οι πολίτες δεν μπορούν να δουν τις επιπτώσεις στην υγεία τους και γι’ αυτό πρέπει να εμπλακεί η πολιτεία. Οι πολίτες δεν έχουν τις γνώσεις πάνω σε αυτά τα θέματα, για να τα καταλάβουν. Πρέπει να εμπλέκεται η πολιτεία η οποία έχει μια γνώση, έχει τους κατάλληλους επιστήμονες, έχει τους κατάλληλους μηχανισμούς και επιβάλλει ένα νομικό πλαίσιο, με το οποίο προστατεύει την υγεία του πολίτη. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, είναι προς όφελος οικονομικό της πολιτείας, αφού εκείνη πληρώνει για την υγεία του πολίτη. Είναι ενδεικτικό ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες ο φορέας ο οποίος άρχισε τη μεγάλη εκστρατεία για να επιβάλλει μέτρα για τις κλιματικές αλλαγές ήταν ο ασφαλιστικός τομέας. Γιατί έχανε τεράστια ποσά από τις κλιματικές αλλαγές, από τις καταστροφές και από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι αρρώσταιναν πιο εύκολα και δεν πήγαιναν στη δουλειά τους. Τεράστια ποσά, δισεκατομμύρια δολάρια έχαναν από αυτές τις επιπτώσεις. Επομένως, υπάρχει κι ένας οικονομικός λόγος για τον οποίο η πολιτεία πρέπει να ασχοληθεί. Και μάλιστα έχουμε άνεργα παιδιά, έχουμε μηχανικούς περιβάλλοντος οι οποίοι έχουν ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα. Δηλαδή μπορούν να βοηθήσουν την πολιτεία, να βοηθήσουν στην αντιρρυπαντική τεχνολογία, να βοηθήσουν τον ιδιωτικό φορέα, αυτόν δηλαδή που πουλάει τους καυστήρες και τις σόμπες. Πού είναι όλα αυτά; Πού είναι η πρόληψη; Έχουμε τα μέσα να το κάνουμε. Εμείς έχουμε σταθμό στην Ξάνθη, στη βόρεια πλευρά της δημοτικής αγοράς έχουμε έναν σταθμό στημένο εδώ και ενάμιση χρόνο. Τρέχει μάλιστα και διδακτορικό, φοιτητές παίρνουν πτυχία πάνω σε αυτό το θέμα.

«Η πολιτεία τώρα πρέπει να αντιδράσει»

ΠτΘ: Εσείς ως επιστήμονες δικαιολογημένα ανησυχείτε και με τις τρεις ημέρες ατμοσφαιρικής ρύπανσης κατά τη διάρκεια του χειμώνα πάνω από την Ξάνθη ή οποιαδήποτε πόλη, όπως και με το 20% ή 30% της αύξησης των καυσαερίων. Αλλά για να φτάσουμε στο μη περαιτέρω υπάρχει χρόνος; Αυτή η πολιτεία, που ξέρουμε ότι αντιδρά συνήθως καθυστερημένα, πότε θα πρέπει επιτακτικά να αντιδράσει;
Σ.Ρ.:
Τώρα πρέπει να αντιδράσει. Γιατί θα σας πουν και οι γιατροί οι πνευμονολόγοι ότι ο κόσμος δεν ξέρουμε τι αναπνέει και δεν ξέρουμε τι επιπτώσεις έχει- όχι επιδημιολογικά-τοξικολογικά. Θα σας πουν και οι πνευμονολόγοι λοιπόν ότι πρέπει να ξέρουμε τοξικολογικά ποια είναι τα αποτελέσματα. Και χρειάζονται σοβαρές διεπιστημονικές σε βάθος χρόνου μελέτες πάνω σε αυτά τα θέματα. Το έχουμε ρωτήσει, το έχουμε συζητήσει, έχουν γραφτεί πολλά πάνω σε αυτό, αλλά όπως ξέρετε στην Ελλάδα είμαστε «καφενείο»- συζητάμε, συζητάμε και πάμε στο σπίτι μας και κοιμόμαστε καλά. Από το να το συζητάμε μέχρι να το κάνουμε είναι ένα τεράστιο βήμα. Επαναλαμβάνω όμως ότι εμείς έχουμε τους τρόπους και έχουμε τα επιστημονικά όργανα. Για παράδειγμα στο εργαστήριό μου αυτές τις μέρες έρχονται όργανα 800.000 ευρώ από το ΕΣΠΑ, για να κάνουμε αυτές τις δουλειές. Αυτά τα έχουμε. Όμως χρειαζόμαστε προσωπικό, χρειαζόμαστε χρηματοδότηση- το ίδιο και οι πνευμονολόγοι γιατροί- και χρειάζεται μια οργανωμένη εκστρατεία σε βάθος χρόνου.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.