Ηρακλης Μηλλας, «Υπαρχουν δυο διαφορετικες αντιληψεις μεταξυ των ελληνων και τουρκων, η πραγματικη που ζησαμε οι ιδιοι και η θεωρητικη που μας μαθανε»

Για δεύτερη φορά παρουσιάστηκε στην πόλη μας το απόγευμα της Παρασκευής το βραβευμένο ντοκιμαντέρ των Ηρακλή Μήλλα και Νεφίν Ντιντς «Η άλλη κωμόπολη» σε διοργάνωση του ΚΕ.Σ.Π.Ε.Μ. Κομοτηνής.

Στην προβολή και αυτή τη φορά το «παρών» έδωσαν πολλοί φίλοι της έβδομης τέχνης αλλά κυρίως συμπολίτες που τους απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουμε την ιστορία μας, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζονται οι εθνικοί εχθροί και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τους έλληνες ο τούρκος και για τους τούρκους ο έλληνας, αφού το βραβευμένο αυτό ντοκιμαντέρ πραγματεύεται ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι Τούρκοι τους Έλληνες και οι Έλληνες τους Τούρκους. Το ντοκιμαντέρ «Η άλλη κωμόπολη» εξάλλου αποτελεί ένα οδοιπορικό σε δύο κωμοπόλεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, τη Δημητσάνα και το Μπιργκί, αντίστοιχα. Γυρίστηκε πριν από τρία χρόνια και είναι το αποτέλεσμα παρακολούθησης ενός έτους των πολιτών των δύο προαναφερθέντων κωμοπόλεων.

Με αφορμή αυτήν την προβολή η Τζένη Κατσαρή- Βαφειάδη και η Νατάσσα Βαφειάδου δεν έχασαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ και ενεργό θιασώτη της προσπάθειας να αποκωδικοποιήσουμε τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα ιστορικά μυθεύματα Ηρακλή Μήλλα, για το ντοκιμαντέρ αλλά και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκε χρόνια τώρα εκατέρωθεν το ακριβό περιτύλιγμα-στερεότυπο του μοναδικού εθνικού εχθρού.


«Οι απόψεις των τούρκων και ελλήνων κατοίκων των κωμοπόλεων αποτελούν γενικεύσεις που έχουν εν μέρει μια αλήθεια, είναι όμως αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου»

Σύμφωνα με τον κ. Μήλλα για να συγκεντρωθεί το υλικό του ντοκιμαντέρ «συνομιλήσαμε με τον τοπικό πληθυσμό όλων των ηλικιών, παρακολουθήσαμε τις εθνικές γιορτές , τι είπαν στις εκδηλώσεις, μπήκαμε στα σχολεία και είδαμε τι λένε οι δάσκαλοι, πήγαμε στα μουσεία της περιοχής και ρωτήσαμε και τις δύο πλευρές πώς βλέπει τη άλλη πλευρά. Αποτέλεσμα της έρευνας αυτής ήταν η επιβεβαίωση των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων που υπάρχουν και από τις δύο πλευρές, με κυρίαρχη όμως παρατήρηση ότι αμφότερες οι πλευρές “λένε τα ίδια”. Τα λεγόμενα αυτά» υπογράμμισε ο σκηνοθέτης, «δεν βασίζονται σε γνώση και μελέτη, ούτε στα γεγονότα, αλλά αποτελούν γενικεύσεις που έχουν εν μέρει μια αλήθεια αλλά το αποτέλεσμα είναι κακό. Είναι αποτέλεσμα μίας πλύσης εγκεφάλου που γίνεται και καταλήγουμε να έχουμε αμφισβητήσεις, φοβίες, προκαταλήψεις και κακή γνώμη για την άλλη πλευρά. Επιπλέον οι απόψεις αυτές, όπως αποτυπώνονται και στο ντοκιμαντέρ, δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή Ελλάδα και τη σημερινή Τουρκία», υπογράμμισε ο σκηνοθέτης. «Οι αναφορές ήταν κυρίως ιστορικές και τίποτα δεν μας είπαν για τα σημερινά προβλήματα στις σχέσεις των δύο κρατών».

 

«Το ντοκιμαντέρ εστιάζει στα εθνικά χαρακτηριστικά»

Ερωτηθείς σχετικά με την επιλογή των δύο κωμοπόλεων και, συγκεκριμένα, αυτή της Δημητσάνας όπου, κατά κοινή ομολογία, κυριαρχούν περισσότερα στερεότυπα έναντι παραδείγματος χάριν μίας περιοχής ανεκτικής στο διαφορετικό όπως αυτή της Θράκης, ο κ. Μήλλας τόνισε πως «ορισμένα πράγματα αλλάζουν από χώρο σε χώρο, υπάρχει δηλαδή ένα τοπικό χαρακτηριστικό, υπάρχουν όμως παντού συγκεκριμένοι μέθοδοι εθνικής διαπαιδαγώγησης, μέσω της εκπαίδευσης, της τηλεόρασης κ.λ.π.. Τα ποιήματα που λέμε στα σχολεία, για παράδειγμα είναι τα ίδια, η ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι η ίδια, τα μουσεία μας παρουσιάζουν τα ίδια πράγματα, οι κάτοικοι βλέπουν την ίδια τηλεόραση, τις ίδιες ταινίες, διαβάζουν την ίδια λογοτεχνία. Όλα αυτά είναι κοινά στην Ελλάδα. Τοπικά κάποια πράγματα μπορεί να αλλάζουν αλλά τα γενικά χαρακτηριστικά είναι ίδια σε όλη την Ελλάδα και το αντίστοιχο βέβαια στην Τουρκία. Εάν λοιπόν δεν επιλέγαμε τη Δημητσάνα κι επιλέγαμε μια άλλη κωμόπολη, για παράδειγμα τη Χίο μπορεί αυτή να έχει μια άλλη τοπική ιστορία αλλά δεν θα είχε «καλύτερη» άποψη για τον «άλλο», τον τούρκο, εξ ου και το ντοκιμαντέρ διαπραγματεύεται εθνικές συμπεριφορές και εστιάζει στα γενικά τους χαρακτηριστικά».

«Υπάρχει ένα νέο ρεύμα στα μυθιστορήματα, αφηγήσεις που ανατρέπουν τα στερεότυπα»

Για δύο διαφορετικές αντιλήψεις οι οποίες κυριαρχούν έκανε λόγο στη συνέχεια ο κ. Μήλλας, σε σχέση με το πώς βλέπει ο κάθε λαός τον γείτονα του, τονίζοντας πως «από τη μία είναι αυτά που ακούσαμε ή διαβάσαμε ή ζήσαμε οι ίδιοι και από την άλλη αυτά που μας μάθανε για τον πόλεμο του 1821, την μικρασιατική καταστροφή του 1922. Αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα που τα βιώνουμε οι λαοί ταυτόχρονα. Υπάρχουν λοιπόν δύο εικόνες. Η μία είναι η πραγματική που έχουμε όταν συναντάμε έναν Τούρκο και η θεωρητική αντίληψη του Τούρκου, αυτή που πέρασε στη γλώσσα μας. Είναι δύο πράγματα που είναι παράλληλα. Η μια εικόνα λειτουργεί όταν είμαστε απέναντι στον «άλλον» και η άλλη όταν φανταζόμαστε γενικότητες. Το διδακτορικό μου είναι πάνω στο ελληνικό και τουρκικό μυθιστόρημα. Και τα δύο λοιπόν είναι γεμάτα κλισέ, στερεότυπα που αναπαράγουν τη δεύτερη εικόνα που σας περιέγραψα. Τώρα τελευταία υπάρχει ένα νέο ρεύμα με διαφορετικές αφηγήσεις που ανατρέπουν αυτά τα στερεότυπα. Φυσικά ακόμα όμως απέχουμε πάρα πολύ από το να τονίσουμε τα «στραβά» τα δικά μας».

«Το σημαντικότερο μήνυμα του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων ήταν αυτό της επικοινωνίας της πλειονότητας με τη μειονότητα»

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ο κ. Μήλλας ερωτήθηκε και για το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων και τη συμβολή του τόσο στη εμπέδωση της ανεκτικότητας όσο και στον πολιτισμό της καθημερινότητας χριστιανών-μουσουλμάνων σε θρακικό τουλάχιστον επίπεδο. Ο κ. Μήλλας χαρακτήρισε το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων «ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η όλη προσέγγιση της πλειονότητας με τη μειονότητα είναι αποτελεσματική. Αντί να έχουμε μια μειονότητα που είναι γκέτο και δεν έχει επαφή με τον «έξω κόσμο» και είναι εσωστρεφής, έχουμε μια μειονότητα που μιλάει, που έχει επαφή με τον έξω από αυτήν κόσμο. Τα παιδιά απ’ όλες τις γλωσσικές ομάδες παίζουν μαζί, συνομιλούν και νομίζω πως αυτή είναι η πιο σημαντική πλευρά αυτού του Προγράμματος. Το ενδιαφέρον που έδειξε η πλειονότητα να προσπαθήσει να επικοινωνήσει, να διδάξει, να προσεγγίσει, να συνομιλήσει με την άλλη πλευρά, αυτό ήταν το σημαντικό του μήνυμα. Εγώ μεγάλωσα μειονοτικός στην Κωνσταντινούπολη και ήμασταν γκετοποιημένοι, μια κλειστή κοινωνία που δεν είχε επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό σε αποξενώνει από τη χώρα και την πλειονότητα, γεγονός το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να κλείνεσαι στον εαυτό σου, να μην μπορείς να μάθεις τη γλώσσα της ευρύτερης κοινωνίας και τελικά το να ενταχθείς σ’ αυτήν, κάνοντάς σε ακόμη πιο επιφυλακτικό, πιο φοβικό και βγάζοντάς σε έξω από το ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνίας. Το μήνυμα λοιπόν του Προγράμματος αυτού, το μήνυμα δηλαδή της επικοινωνίας της πλειονότητας με τη μειονότητα ήταν και το σημαντικότερο στοιχείο του».

 

Ο πολιτικός επιστήμων και συγγραφέας Ηρακλής Μήλλας

Ο Ηρακλής Μήλλας γεννήθηκε το 1940 στην Τουρκία, έζησε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1971 και έκτοτε διαμένει στην Ελλάδα. Είναι απόφοιτος της Ροβερτείου, με διδακτορικό στην πολιτική επιστήμη από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας. Εργάστηκε ως μηχανικός στην Τουρκία, στην Ελλάδα και σε διάφορες αραβικές χώρες. Μετέφρασε και εξέδωσε στα τουρκικά τα “Άπαντα” του Γ. Σεφέρη και του Κ. Καβάφη, καθώς και έργα άλλων Ελλήνων ποιητών και μυθιστοριογράφων. Το 1991-1994 συνέβαλε στην ίδρυση του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας και δίδαξε σ’ αυτό. Σήμερα διδάσκει τουρκική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Έχει εκδώσει μελέτες σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την τουρκική ιστοριογραφία, τα σχολικά βιβλία, την τουρκική λογοτεχνία και τα εθνικά στερεότυπα. Η εικόνα του Έλληνα στην τουρκική λογοτεχνία ήταν το θέμα της διδακτορικής του διατριβής.

 

Συνέντευξη: Τζένη Κατσαρή- Βαφειάδη, Νατάσσα Βαφειάδου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.