Πως η κριση ενισχυει την ενδοσχολικη βια
Μπορεί η μελέτη και η αναζήτηση τρόπων αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού να ξεκίνησε καθυστερημένα στη χώρα μας- μόλις στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας-αλλά το μέγεθος του παρατηρούμενου φαινομένου και οι επιπτώσεις, που το συνοδεύει αναφορικά με την ψυχοσύνθεση του παιδιού και την εν γένει ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, καθιστούν αναγκαία και επιτακτική την ενεργοποίηση των συναρμόδιων φορέων, με σκοπό να προληφθούν και να θεραπευτούν δύσκολες και δυσάρεστες καταστάσεις. Στο πλαίσιο αυτής της εκστρατείας ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, που έχει ξεκινήσει πλέον, το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης-Europe Direct Κομοτηνής, η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης και η Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.), διοργάνωσαν χθες το πρωί ενημερωτική ημερίδα στο 1ο Μειονοτικό Σχολείο Κομοτηνής, θέμα της οποίας ήταν η ενδοσκοπική βία και ο εκφοβισμός: «Αιτίες, επιπτώσεις, αντιμετώπιση». Σκοπός της ημερίδας αυτής ήταν η ενημέρωση των εκπαιδευτικών, ώστε να δοθούν και απαντήσεις στα ερωτήματά τους για την πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη του εκφοβισμού και της βίας μεταξύ των μαθητών στα σχολεία. Επίσης χθες το απόγευμα, σεμινάριο με το ίδιο θέμα, που απευθυνόταν στους εθελοντές του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης, έλαβε χώρα στις εγκαταστάσεις του Κέντρου.
Χάρης Ασημόπουλος «Το στρες των μεγάλων οδηγεί τα παιδιά στην άσκηση βίας»
Από τους ομιλητές, ο κ. Χάρης Ασημόπουλος, κοινωνικός λειτουργός και Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας στο ΤΕΙ Αθηνών, συνέδεσε άμεσα το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας με τα μείζονα κοινωνικά προβλήματα, όπως η οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση πράγματι ενισχύει, όπως υποστήριξε, τα φαινόμενα ενδοσκοπικής βίας. «Εμείς οι μεγάλοι», εξήγησε, «ζούμε πολλές απώλειες από την οικονομική κρίση-απώλεια εισοδήματος, απώλεια εργασίας, απώλεια σχέσεων, απώλεια αυτοεκτίμησης». «Όλες αυτές οι απώλειες», συνέχισε, «είναι παράγοντες στρες για εμάς τους μεγάλους, κάτι που επηρεάζει τη συναισθηματική ατμόσφαιρα στην οικογένεια. Όμως εμείς οι μεγάλοι δε μιλάμε για αυτά που μας συμβαίνουν, ενδεχομένως μάλιστα να αισθανόμαστε και κάποια ενοχή προς τα παιδιά μας. Τα παιδιά μας όμως δεν έχουν εξηγήσεις για κάτι που καταλαβαίνουν ότι έχει αλλάξει στο σπίτι, πιέζονται ψυχικά και συναισθηματικά και τελικά για να διαχειριστούν αυτά τα δύσκολα συναισθήματα, που έχουν, μπορεί να προχωρήσουν για να κάνουν πράξεις, «να εκδραματίσουν» δηλαδή, όπως λέμε στο χώρο της ψυχικής υγείας. Δεν μπορούν να σκεφτούν το τι συμβαίνει, αλλά κάνουν πράξεις για κάτι που αισθάνονται. Κι αυτές οι πράξεις μπορεί να είναι άσκηση βίας στο σχολείο».
«7-15% των μαθητών πέφτουν θύματα βίας στα σχολεία, 5% ασκούν βία στους συμμαθητές τους»
Δεδομένα σχετικά με το μέγεθος του φαινομένου στη χώρα μας έχουμε μόλις τα τελευταία χρόνια, αφού οι σχετικές μελέτες ξεκίνησαν μετά από το 2001. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτών των μελετών, ένα ποσοστό περίπου 7-15% των μαθητών από το δημοτικό πέφτουν θύματα βίας στα σχολεία κι ένα 5% περίπου των μαθητών ασκούν βία στους συμμαθητές τους. «Αυτά είναι ποσοστά», σημείωσε ο κ. Ασημόπουλος, «αλλά αν τα μετατρέψουμε σε απόλυτους αριθμούς, μπορούμε να καταλάβουμε ότι είναι χιλιάδες τα παιδιά, που θυματοποιούνται στα σχολεία μας και αντιμετωπίζουν τις δύσκολες και σοβαρές επιπτώσεις της βίας στη ζωή τους».
Τα «παιδιά-θύτες», τα «παιδιά-θύματα» και ο καταλυτικός ρόλος των «παρατηρητών»
Περιγράφοντας το προφίλ των παιδιών, που καθίστανται θύτες και θύματα στο περιβάλλον του σχολείου, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στον καταλυτικό ρόλο που κατέχουν στην εξέλιξη του φαινομένου οι συμμαθητές τους, που δεν εμπλέκονται στα περιστατικά, αλλά κατέχουν θέσεις παρατηρητών. Ως προς τους μαθητές που ασκούν βία σε συμμαθητές τους, βάσει μελετών φαίνεται ότι «υπάρχει μια τάση να είναι παιδιά, συναισθηματικά ανώριμα, παιδιά τα οποία δεν έχουν συναίσθηση και δε νοιώθουν τύψεις γι’ αυτό που κάνουν, είναι πολύ παρορμητικά και μπορούν πολύ εύκολα να ξεφύγουν από οποιεσδήποτε καταστάσεις και να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε δικαιολογία στους ενήλικες». Στον αντίποδα, οι μαθητές που πέφτουν θύματα βίας, διαφαίνεται ότι «είναι παιδιά, που κι αυτά είναι συναισθηματικά ανώριμα, παιδιά που είναι υπερπροστατευμένα από τις οικογένειές τους, δεν έχουν ομαδική νοοτροπία, δεν είναι ανταγωνιστικά κι είναι συνήθως μοναχικά κι απομονωμένα στο σχολείο». Ωστόσο, «όταν υπάρχει ένα περιστατικό βίας μέσα στο σχολείο, εμπλέκει όλη τη σχολική κοινότητα», επισήμανε ο κ. Ασημόπουλος. «Είναι πολλοί αυτοί, που είναι παρατηρητές και μάρτυρες αυτού, που συμβαίνει ανάμεσα σε δυο παιδιά», συνέχισε, «οπότε όλα τα παιδιά στο σχολείο υιοθετούν ένα ρόλο, όταν γίνεται ένα τέτοιο περιστατικό. Είναι το παιδί, που είναι θύμα, το παιδί που είναι θύτης, και είναι και τα παιδιά-παρατηρητές. Από τους παρατηρητές κάποιοι με τη στάση τους μπορεί να ενισχύουν το φαινόμενο και άλλοι να το αποτρέπουν. Οπότε αν αναπτύξουμε προγράμματα πρόληψης, στοχεύοντας στο να αναπτύξουν όλοι οι μαθητές μια στάση τέτοια, που να αποδυναμώνει το φαινόμενο, πιστεύουμε ότι τότε μπορούμε να το διαχειριστούμε και να το μειώσουμε».
«Τα παιδιά-θύματα συνήθως φοβούνται και δε μιλούν στους μεγάλους»
Ένα σημαντικό στοιχείο, που επισήμανε ο κ. Ασημόπουλος, το οποίο καθιστά απαραίτητη την παρέμβαση των ενηλίκων με στοχευμένο τρόπο, είναι το γεγονός ότι τα «παιδιά-θύματα» αποφεύγουν κατά το σύνηθες να μιλούν για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν στο σχολείο. «Είναι παιδιά που φοβούνται πάρα πολύ», εξήγησε, «φοβούνται αντεκδίκηση από τα παιδιά που τους ασκούν βία». «Αυτό σημαίνει όμως ότι, αφού δεν μιλάνε σε κανέναν, δεν μπορούν να περιμένουν και βοήθεια από κανέναν», προσέθεσε. «Και γι’ αυτό χρειάζεται κι εμείς οι μεγάλοι», συνέχισε, «να περάσουμε μια νοοτροπία στα παιδιά ότι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να μας μιλήσουν. Ο ρόλος των μεγάλων είναι να υποστηρίζουν τα παιδιά και αυτό πρέπει να τους το δηλώνουν».
«Οι εκπαιδευτικοί περισσότερο παρεμβαίνουν σε περιστατικά σωματικής βίας και λιγότερο με τις άλλες μορφές, που είναι πιο ύπουλες»
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τους εκπαιδευτικούς, ο κ. Ασημόπουλος παρατήρησε αρχικά ότι δε διαθέτουν τις ειδικές γνώσεις για το πώς να αντιμετωπίζουν τα ζητήματα του εκφοβισμού, εξ ου και τα τελευταία χρόνια, όπως σημείωσε, «προσπαθούμε να βρούμε τρόπους και να αναπτύξουμε προγράμματα πρόληψης και αντιμετώπισης στα σχολεία». «Πρέπει να λάβουμε υπόψιν», σημείωσε, «ότι εμείς οι μεγάλοι συνήθως αναγνωρίζουμε περισσότερο τα περιστατικά σωματικής βίας και παραγνωρίζουμε ή δεν αναγνωρίζουμε τόσο πολύ σαν βία τις υπόλοιπες μορφές, όπως είναι η λεκτική βία, η ψυχολογική βία, η κοινωνική βία». «Οπότε οι εκπαιδευτικοί», συνέχισε, «περισσότερο παρεμβαίνουν σε ό,τι έχει να κάνει με σωματική βία και λιγότερο με τις άλλες μορφές. Οι άλλες μορφές όμως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι είναι πολύ πιο ύπουλες, ότι έχουν εξίσου σοβαρές επιπτώσεις στις ζωές των παιδιών και αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα μπορεί να έχουμε πολύ κακή πρόγνωση».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
