Δημιουργωντας τη μαγια για την προωθηση της φιλαναγνωσιας στους νεους

Μια εξαιρετικού ενδιαφέροντος ημερίδα, στην οποία εισηγητές και κοινό επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον ουσιαστικό ρόλο της ανάγνωσης, διαχρονικά και ειδικότερα στη σύγχρονη εποχή, έλαβε χώρα στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κομοτηνής την περασμένη Δευτέρα. Η ημερίδα διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του Τμήματος Σχολικών Δραστηριοτήτων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ροδόπης, σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία Κοινωνικών Πολιτικών και τη Σχολική Επιτροπή του Δήμου Κομοτηνής. Στόχος της ημερίδας ήταν η προαγωγή της φιλαναγνωσίας στους νέους, ειδικότερα δε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, και στη διάρκειά της αναπτύχτηκαν γόνιμοι προβληματισμοί, αλλά και πολύτιμη προτασεολογία, προς την κατεύθυνση του εντοπισμού προβλημάτων και αδυναμιών, αλλά και της ανάληψης πρωτοβουλιών από τους συναρμόδιους φορείς για οργάνωση στοχευμένων δράσεων στο μέλλον. Και ως προς το τελευταίο δε, αν μη τι άλλο τα μηνύματα ήταν εξόχως ενθαρρυντικά. Το γεγονός ότι η ημερίδα προσέφερε την ευκαιρία σε πολλούς φορείς να συναντηθούν στον ίδιο χώρο και να ανταλλάξουν εμπειρίες, ανησυχίες και απόψεις για ένα κοινού ενδιαφέροντος ζήτημα, συνιστά το θεμέλιο λίθο μιας μετέπειτα ουσιαστικής και πολλά υποσχόμενης συνεργασίας. Και η αθρόα, βέβαια, ανταπόκριση του κοινού, που παρακολούθησε την ημερίδα, συνιστά από μόνη της ένα εξαιρετικά αισιόδοξο στοιχείο.

 

Κατερίνα Σχοινά «Είναι κρίμα να μην έχει γνωρίσει κανείς την εξαιρετική εκείνη μόνωση, την αυτάρκεια και την πληρότητα που προσφέρει η ανάγνωση ενός βιβλίου»

 

Καλωσορίζοντας το κοινό, που συμμετείχε ενεργά στην εκδήλωση, η κ. Σχοινά, υπεύθυνη του Τμήματος Σχολικών Δραστηριοτήτων της Δευτεροβάθμις εκπαίδευσης Ροδόπης, δεν έκρυψε τη χαρά για την απήχηση που είχε η ξεχωριστή αυτή θεματολογία, σε αντίθεση με αρκετές παρατηρήσεις που είχε δεχτεί η ίδια ξεκινώντας και προετοιμάζοντας το εν λόγω εγχείρημα. Παρατηρήσεις, που αφορούσαν στο κατά πόσον εκδηλώσεις για τη φιλαναγνωσία και για άλλα παρόμοια θέματα είναι δυνατόν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον στο κοινό της πόλης. «Η απάντηση είναι η κατάμεστη αίθουσα στην οποία βρισκόμαστε», σημείωσε η κ. Σχοινά, αποτελώντας όλοι μας μια κοινότητα με κοινή περιουσία, που ποτέ δεν συρρικνώνεται, ούτε εκπίπτει, την αγάπη για το βιβλίο». «Ακριβώς επειδή διανύουμε τόσο κρίσιμες μέρες», υπογράμμισε, «πρέπει να μιλήσουμε για το βιβλίο και να προβληματιστούμε για το πώς αυτή την πολύτιμη περιουσία μας θα την κληροδοτήσουμε στους μαθητές μας». «Εξάλλου, είναι κρίμα να μην έχει γνωρίσει κανείς την εξαιρετική εκείνη μόνωση», συνέχισε, «την αυτάρκεια και την πληρότητα που προσφέρει η ανάγνωση ενός βιβλίου. Δεν αναφέρομαι μόνον στα απολαυστικά, ευφορικά κείμενα που διαβάζουμε απνευστί και μας συναρπάζουν από την αρχή ως το τέλος. Πιστεύω ότι τα σημαντικότερα κείμενα είναι αυτά που θεωρούμε δύσκολα, αυτά που ο Ρολάν Μπαρτ ονομάζει «ηδονικά», «αβάσταχτα», «απίθανα», «εκτός απόλαυσης και εκτός κριτικής», κείμενα που κάνουν να τρίζουν τα θεμέλια κάθε βεβαιότητάς μας, που μας βοηθούν να αναθεωρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα».

 

«Το βιβλίο αποτελεί μια πράξη αληθινής εξωστρέφειας για τον αναγνώστη»

 

Υποστηρίζοντας πως το βιβλίο αποτελεί μια πράξη αληθινής εξωστρέφειας για τον αναγνώστη, εξήγησε ότι «πρώτα από όλα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, διευρύνοντας τη συμπάθειά μας για τους άλλους και βοηθώντας μας να τους κατανοήσουμε καλύτερα». «Από την άλλη, η ανάγνωση είναι μια βαθύτατα πολιτική πράξη», συνέχισε, «γι’ αυτό και την απεχθάνονται τα ολοκληρωτικά ή λαϊκιστικά καθεστώτα. Αυτά υποκαθιστούν τη λογοτεχνία με την παραλογοτεχνία ή ρίχνουν τα βιβλία στην πυρά. Δεν ξέρω αν στην κοινωνία μας δούμε και αυτή την εικόνα-πιθανότατα να συμβεί και αυτό, αν μάλιστα κρίνουμε από την φριχτή βιαιότητα των γεγονότων του Σαββάτου, μέσα στο ίδιο το κέντρο της πόλης μας. Ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, ο WaIser, προτείνει 4 επίπεδα ανάγνωσης του βιβλίου: το πρώτο είναι το ασυνείδητο, το πρωτογενές και επιφανειακό. Το δεύτερο είναι όταν κινητοποιείται η φαντασία του αναγνώστη, που συμπληρώνει τα κενά απροσδιοριστίας του κειμένου, βάσει των δικών του εμπειριών. Το τρίτο, πιο απαιτητικό, είναι όταν έχει κανείς εισδύσει στο κόσμο του κειμένου, έχει κατανοήσει τις συμβάσεις του και έχει εισχωρήσει στο ρεπερτόριό του. Το τέταρτο και σημαντικότερο είναι, όταν ο αναγνώστης βγει έξω από τον κύκλο του κειμένου και, με αφυπνισμένη συνείδηση, μπορεί να ενεργήσει κοινωνικά και πολιτικά».

 

«Πράξη εξωστρέφειας για το συγγραφέα, που με τα βιβλία του απλώνει ένα χέρι για επικοινωνία»

 

Πέρα όμως από την πράξη εξωστρέφειας για τον αναγνώστη, το βιβλίο κατά την κ. Σχοινά αποτελεί-ακόμα πιο φανερά- πράξη εξωστρέφειας και για τον συγγραφέα, που «με τα βιβλία του απλώνει ένα χέρι για επικοινωνία». «Αν και οι περισσότεροι συγγραφείς παραδέχονται ότι η γραφή τους δεν τελεσφορεί, δεν καταφέρνει να εκφράσει αποτελεσματικά το υποκείμενό της», παρατήρησε, «ωστόσο επιμένουν να γράφουν από την αίσθηση χρέους, πόσω μάλλον σε εποχές σαν κι αυτή». «Θυμάμαι τον σπουδαίο Γιώργο Χειμωνά», συνέχισε, «που υποστήριζε ότι η ανάγκη του επείγοντος καθιστά το έργο του συγγραφέα υποχρέωσή του προς τους ανθρώπους, έτσι ώστε οι τελευταίοι να ανασηκώσουν τις λέξεις και τις γνώσεις και κάτω από αυτές να δουν πως όραση δεν είναι η εικόνα, αλλά το φως».

 

«Διοργανώσαμε την ημερίδα, έχοντας την αγωνία των ενηλίκων, που οφείλουν να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να αγαπήσουν το βιβλίο και να δουν αυτό το πλατωνικό φως»

 

Κλείνοντας, η κ. Σχοινά υπογράμμισε ότι «διοργανώσαμε αυτήν την ημερίδα, έχοντας την αγωνία των ενηλίκων, που οφείλουν να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να αγαπήσουν το βιβλίο και να δουν αυτό το πλατωνικό φως», ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τους αφανείς ήρωες αυτής της πρωτοβουλίας, τους κ.κ. Γιάννη Καραγιάννη, Γιάννη Στιλπνόπουλο, Κώστα Νταντουρή και Σταυρούλα Ζάκκα, που είχαν πολύτιμη συνεισφορά στην προετοιμασία και διεξαγωγή της ημερίδας.

 

Δημήτριος Βλάχος, Η τέχνη της ανάγνωσης «Η σωστή ανάγνωση της λογοτεχνίας μάς συμφιλιώνει με ό,τι μας αρνείται η στενόχωρη πραγματικότητα»

 

Την ημερίδα άνοιξε με μια ενδιαφέρουσα ομιλία ο Σύμβουλος Φιλολόγων Ροδόπης, κ. Δημήτριος Βλάχος. Θέμα της ομιλίας του, η τέχνη της ανάγνωσης. «Ανάγνωση σημαίνει αναγνώριση, επαναφορά στη μνήμη προσώπου, πράγματος ή περιστάσεων», σημείωσε αρχικά, «αναγνωρίζουμε όμως μόνο ό,τι ήδη έχουμε γνωρίσει εδώ ή αλλού και το ξεχάσαμε». «Δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, και κατά συνέπεια να αναγνώσουμε, δηλαδή να κατανοήσουμε, εκείνο που μας είναι παντελώς άγνωστο», επισήμανε. «Και εδώ τώρα», συνέχισε, «αρχίζει το μυστήριο. Πώς είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε, διαβάζοντας για παράδειγμα λογοτεχνία, πρόσωπα, πράγματα ή περιστάσεις, που είμαστε βέβαιοι πως ποτέ στη ζωή μας δεν τα είχαμε δει ούτε γνωρίσει; Πώς είναι δυνατόν άγνωστα πράγματα, αλλόκοτες εμπειρίες, ξένα πρόσωπα, να μας είναι αλλιώς «γνώριμα», και γι’ αυτό να μας συγκινούν; Δεν μας συγκινεί, ούτε προκαλεί τον στοχασμό εκείνο, που μας είναι ολότελα άγνωστο. Το άγνωστο δεν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε. Το προσπερνάμε. Δεν έχουμε μάτια γι’ αυτό. Κοντοστεκόμαστε μόνο σε εκείνο, που με κάποιον, είναι αλήθεια, αλλόκοτο τρόπο, μας είναι αλλιώς γνώριμο και οικείο μέσα στην ξενότητά του. Η ανάγνωση ως αναγνώριση είναι μια αλλόκοτη εμπειρία. Η ανάγνωση συγκεκριμένα της λογοτεχνίας-ποίησης και πεζογραφίας- έχει κάτι το μαγικό, μιας και τα όρια ανάμεσα στο οικείο και γνώριμο από το ένα μέρος, και το ξένο και άγνωστο από το άλλο, δεν είναι ξεκάθαρα, αλλά συγχέονται. Η ανάγνωση της λογοτεχνίας διανοίγει έναν χώρο της πιο προσωπικής μας εμπειρίας, όπου όλα μπορούν να συμβούν και να τα ζήσουμε με κάποιον αλλιώτικο τρόπο. Σ’ αυτόν τον χώρο της αναγνωστικής εμπειρίας ακόμα και οι αντιφάσεις και το παράλογο, κατά έναν μαγικό θα λέγαμε τρόπο, δεν ξενίζουν, αλλά βιώνονται ως η ίδια η ζωή στην πληρότητά της. Η σωστή ανάγνωση της λογοτεχνίας μάς συμφιλιώνει με ό,τι μας αρνείται η στενόχωρη πραγματικότητα».

 

Η αργή ανάγνωση προϋπόθεση της σωστής ανάγνωσης

 

Πώς όμως είναι εφικτή αυτή η σωστή ανάγνωση; Καταρχήν ο κ. Βλάχος υποστήριξε πως «ο άνθρωπος έχει κάποια προ-αναγνωστική εμπειρία της ανάγνωσης, προτού ακόμη μάθει γράμματα, πριν ακόμη δηλαδή μάθει να διαβάζει, έχει την πρωταρχική εμπειρία της ανάγνωσης». «Ο άνθρωπος είναι δυνάμει αναγνώστης», επισήμανε, «αφού κι ο αναλφάβητος ξέρει να διαβάζει τον κόσμο γύρω του, γι’ αυτό και συγκινείται με την ομορφιά, που τον περιβάλλει, και συγκλονίζεται από το μυστήριό του. Μόνο που δεν μπορεί να εκφράσει με τον γραπτό λόγο αυτή του τη συγκίνηση, όπως θα έκανε ένας ποιητής, ένας μυθιστοριογράφος ή ένας στοχαστής. Διαβάζουμε τα χείλη, το βλέμμα, τις χειρονομίες των ανθρώπων που μας ενδιαφέρουν, χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε γράμματα». Για την κατάκτηση όμως της σωστής ανάγνωσης, ο κ. Βλάχος διαπίστωσε ότι απαιτείται η τέχνη της αργής ανάγνωσης. Επικαλούμενος μάλιστα τον Νίτσε, ο οποίος σχεδόν προφητικά διέβλεψε τις αλλαγές, που θα επέφερε η τεχνολογία ακόμη και στον τρόπο ανάγνωσης, και αναφέρθηκε στο μοντέρνο αναγνώστη, έναν νέο τύπο αναγνώστη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, έναν τύπο αναγνώστη ο οποίος σήμερα κυριαρχεί. Σε αυτόν λοιπόν τον μοντέρνο αναγνώστη ο Νίτσε αντιπαραθέτει τον φιλόλογο, τον δάσκαλο της αργής ανάγνωσης. Σε απόσπασμα του πρόλογου του από το βιβλίο του «Αυγή» αναφέρονται τα εξής: «Η φιλολογία είναι εκείνη η σεβάσμια τέχνη, που απαιτεί από τους θαυμαστές της κυρίως ένα πράγμα: να μένουν σε απόσταση, να διαθέτουν χρόνο, να είναι σιωπηλοί, να είναι αργοί –σαν την τέχνη της χρυσοχοΐας και σαν τη δεξιοτεχνία του χρυσοχόου στη γνώση της λέξης, μια τέχνη που απαιτεί εργασία λεπτή και προσεκτική και που δεν πετυχαίνει τίποτε αν δεν το εφαρμόζει αργά. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι σήμερα πιο αναγκαία παρά ποτέ, είναι μ’ αυτόν τον τρόπο που γοητεύει και συναρπάζει τόσο πολύ, σε μια φίλεργη εποχή: θέλω να πω μια εποχή ταχύτητας, αναξιοπρεπούς βιασύνης που σε θέλει κάθιδρο και σε αναγκάζει να «τελειώνεις» στα γρήγορα το καθετί, ακόμη και ένα βιβλίο, παλιό ή καινούργιο. –Αυτή η ίδια δεν τελειώνει εύκολα με κάτι, διδάσκει να διαβάζουμε καλά, δηλαδή αργά, με βάθος, με προσοχή και επιφύλαξη, με περίσκεψη, με ανοιχτές πόρτες, με μάτια και δάχτυλα ευαίσθητα… αλλά υπομονετικά».

 

«Η αργή ανάγνωση είναι μύηση, ένα ταξίδι στο οποίο κάποιος αφήνεται με εμπιστοσύνη στον συγγραφέα»

 

Όπως επισήμανε ο κ. Βλάχος, «ο Νίτσε προσκαλεί τους αναγνώστες του, αν θέλουν να τον διαβάσουν σωστά, να τα τον διαβάσουν αργά, και όχι με βιασύνη». «Η αργή ανάγνωση είναι μύηση», προσέθεσε, «ένα ταξίδι στο οποίο κάποιος αφήνεται με εμπιστοσύνη στον συγγραφέα. Η καλή ανάγνωση είναι μια ερωτική εμπειρία μύησης σε ένα μυστήριο. Γι’ αυτό και δεν θέλει βιασύνη, αλλά περιεσκεμμένη βραδύτητα, προσοχή, επιφύλαξη, ανοιχτές πόρτες, μάτια και δάχτυλα ευαίσθητα… αλλά υπομονετικά. Η τέχνη της καλής ανάγνωσης απαιτεί εκείνη τη βραδύτητα, που είναι απαραίτητη προκειμένου να χωνέψει ο αναγνώστης την τροφή, που του δίνει το βιβλίο και έτσι στο τέλος να την αφομοιώσει. Δεν αρκεί για μια καλή ανάγνωση το απλό διάβασμα ή το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου. Είναι απαραίτητος εδώ ο «μηρυκασμός» των φυτοφάγων θηλαστικών, η επιστροφή δηλαδή και η περισυλλογή πάνω στο ήδη αναγνωσμένο έτσι που στο τέλος να αφομοιωθεί πλήρως, να γίνει δική μας σάρκα και δικό μας πνεύμα».

 

«Προϋπόθεση κάθε ειλικρινούς ανάγνωσης και θεμέλιο της ανάγνωσης, αλλά και της ζωής μας, είναι η εμπιστοσύνη»

 

Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Βλάχος υπογράμμισε ότι «προϋπόθεση κάθε ειλικρινούς ανάγνωσης και θεμέλιο της ανάγνωσης, αλλά και της ζωής μας, είναι η εμπιστοσύνη». «Η πίστη, δηλαδή, πως στο βιβλίο που διαβάζουμε υπάρχει κάτι που μας αφορά», εξήγησε. «Από αυτή την πράξη πίστης στη σημασία του βιβλίου», συνέχισε, «εξαρτώνται πολύ περισσότερα και σπουδαιότερα από μια απλή ανάγνωση».

 

Αργυρώ Σαλπιγγίδου, Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής «Αν δεν κάνουμε αναγνώστες τα παιδιά, δε θα έχει μέλλον η Βιβλιοθήκη»

 

Βασιζόμενη στην τεράστια εμπειρία, που έχει αποκομίσει από την 30χρονη σχεδόν παρουσία της στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, η διευθύντριά της, κ. Αργυρώ Σαλπιγγίδου, επιχείρησε να δώσει μια εικόνα στο κοινό σχετικά με το επίπεδο της φιλαναγνωσίας των νέων της Ροδόπης. Τα στοιχεία όπως εξήγησε είναι περισσότερο ενθαρρυντικά σε ό,τι αφορά τους μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, αν αντιθέσει με εκείνους της δευτεροβάθμιας, που εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου, που διαθέτουν, αφιερώνουν αντίστοιχα σημαντικά λιγότερο χρόνο στην ανάγνωση βιβλίων. Κι αυτό οφείλεται σε έναν αντικειμενικό λόγο αποτροπής των μαθητών μεγαλύτερης ηλικίας, το γεγονός δηλαδή ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατ’ ουσίαν έχει μετατραπεί σε έναν προθάλαμο για την είσοδο στα πανεπιστήμια. Παρά ταύτα, όπως υπογράμμισε η κ. Σαλπιγγίδου, δυο είναι τα τμήματα, στα οποία η διεύθυνση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης δίνει τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Πρόκειται μεν για το τμήμα της Ιστορίας και Λαογραφίας της Θράκης, που προκαλεί πάντοτε μεγάλο ενδιαφέρον στους αναγνώστες, αλλά κυρίως για το παιδικό τμήμα, το οποίο έχει οργανωθεί με ιδιαίτερη μέριμνα. Σε ό,τι αφορά το ρόλο του δεύτερου, αυτός ενισχύεται με συνεργασίες με την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά και με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο. «Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αν δεν κάνουμε αναγνώστες τα παιδιά», τόνισε η κ. Σαλπιγγίδου, «δε θα έχει μέλλον η Βιβλιοθήκη». «Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά είναι το μέλλον της κοινωνίας», επισήμανε, «και πρέπει να τα ετοιμάσεις από τώρα, γιατί μέσα από την ανάγνωση γνωρίζουν μεν τον κόσμο, αλλά γνωρίζουν ταυτόχρονα και προσδιορίζουν τον εαυτό τους. Και ενστερνίζονται εντέλει ιδανικά και αξίες, που θα τα κάνουν καλύτερους ανθρώπους και καλύτερους πολίτες».

 

Ελλείψεις σε προσωπικό και περιορισμένοι πόροι

 

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη συμπληρώνει σε λίγο έξι δεκαετίες ζωής, ιδρυθείσα το 1954, και στα αρχεία της βρίσκονται καταγεγραμμένα και ταξινομημένα περί τα 24.500 βιβλία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει αυτήν την εποχή, είναι η έλλειψη προσωπικού για να στηρίξει τη λειτουργία και τις δραστηριότητές της. Θύμα αυτής της έλλειψης έχει πέσει και το βιβλιοαυτοκίνητο, που διαθέτει, το οποίο έχει ακινητοποιηθεί πλέον, μην μπορώντας να προσεγγίσει απομακρυσμένους οικισμούς της Ροδόπης, για να μεταφέρει τον πλούτο της γνώσης και της ψυχαγωγίας των βιβλίων σε μικρούς και μεγάλους. Ελλείψει επίσης των αναγκαίων πόρων, περιορισμένος είναι τα τελευταία χρόνια και ο αριθμός των αγορών βιβλίων, προκειμένου να εμπλουτιστεί το αρχείο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Η διεύθυνση έχει ήδη απευθύνει κάλεσμα σε φορείς και πολίτες της περιοχής, είτε για δωρεές είτε για δανεισμό βιβλίων για διάστημα, που θα συμφωνηθεί ανάμεσα στις δυο πλευρές.

 

Θεοδώρα Αραμπατζή, Η Διεθνής Βιβλιοθήκη Νεότητας του Μονάχου, Μια κιβωτός της παγκόσμιας παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας

 

Την κιβωτό της παγκόσμιας παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, τη Διεθνή Βιβλιοθήκη Νεότητας του Μονάχου, καθώς επίσης τις προοπτικές διάδοσης του ελληνικού πλούτου της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας και εικονογράφησης στο διεθνή χώρο, μέσω της ενίσχυσης του Ελληνόγλωσσου Τομέα της, παρουσίασε η εκπαιδευτικός κ. Θεοδώρα Αραμπατζή. Η κ. Αραμπατζή είναι επιμελήτρια του Ελληνόγλωσσου Τομέα της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νεότητας του Μονάχου και παρουσίασε αναλυτικά την ιστορία, το διαχρονικό ρόλο της, αλλά και τα πολλαπλασιαστικά οφέλη, που μπορεί να αποφέρει η παρουσία οποιασδήποτε χώρας στο αρχείο και στις δραστηριότητες της Βιβλιοθήκης.

 

Η διαδρομή, το αρχείο και οι δραστηριότητες της Βιβλιοθήκης

 

Ιδρύτρια της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νεότητας του Μονάχου ήταν η Γερμανοεβραία μετανάστρια Jella Lepman, που είχε το όραμα να διαμορφώσουν τα παιδιά της μεταπολεμικής περιόδου ενός τόσο βίαιου πολέμου μια αντίληψη για τον κόσμο απελευθερωμένη από προκαταλήψεις και φραγμούς, να αναπτερώσουν την ελπίδα κα να αφήσουν τη φαντασία τους ξανά ελεύθερη μέσα από την επαφή τους με βιβλία, που θα τους πρόσφερε. Προκειμένου να το πετύχει αυτό και μάλιστα στη διεθνή διάσταση του εγχειρήματος αιτούνταν δωρεές βιβλίων σε εκδοτικούς οίκους από όλο τον κόσμο με το σύνθημα «Δώστε μας βιβλία, δώστε μας φτερά!». Με τα πάνω από 4.000 βιβλία που κατάφερε να συγκεντρώσει, διοργάνωσε το 1946 μια έκθεση βιβλίου με μεγάλη επιτυχία και τρία χρόνια μετά, το 1949, εγκαινιάστηκε η στέγη για τα βιβλία αυτά, η Διεθνής Βιβλιοθήκη Νεότητας του Μονάχου. Πρωτοπόρος συνεργάτης και συνοδοιπόρος της ήταν ο Erich Kstner, ενώ συνδιαμορφωτές και πρωταγωνιστές των δράσεων της Βιβλιοθήκης ήταν το κοινό της, τα ίδια τα παιδιά.
Η Διεθνής Βιβλιοθήκη, καταξιωμένη πλέον σήμερα ως το παγκοσμίως σημαντικότερο ίδρυμα για τη διεθνή παιδική και νεανική λογοτεχνία και κέντρο μελέτης και έρευνας, στεγάζεται στο καστέλο του Blutenburg. Η συλλογή-αρχείο της με δυναμικό περίπου 600.000 τίτλων παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας σε 130 γλώσσες αποτελεί τη μεγαλύτερη στον κόσμο. Ανάμεσα στους τίτλους αυτούς συναντάμε επίσης πολύτιμες συλλογές, όπως την Ιστορική Συλλογή Παιδικών Βιβλίων του Karl-Heinz Schulz ή τη διεθνή συλλογή παιδικών βιβλίων της Socit des Nations, με εξαιρετικά σπάνια βιβλία. Η μεγάλη της συλλογή τίθεται στη διάθεση ερευνητών/επιστημόνων από όλο τον κόσμο, που έχουν τη δυνατότητα να έρθουν μέσω του προγράμματος υποτροφιών του ιδρύματος στη Βιβλιοθήκη.
Αποτελεί κέντρο διάδοσης και προώθησης της παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας, φέρνοντας σε επαφή παιδιά, εφήβους, συγγραφείς και εικονογράφους, εκπαιδευτικούς και ανθρώπους από κάθε χώρο του παιδικού και εφηβικού βιβλίου. Η προώθηση της φιλαναγνωσίας πραγματώνεται μέσα από ετήσιες και εναλλασσόμενες θεματικές εκθέσεις και εκθέσεις εικονογράφων με συνοδευτικά δημιουργικά εργαστήρια και σχολικά προγράμματα, που συνοδεύουν και τις επισκέψεις των μόνιμων εκθέσεών της/μουσείων ανάγνωσης, περιοδεύουσες εκθέσεις, πρωϊνά ανάγνωσης και βιβλιοπαρουσιάσεις, εκδηλώσεις για οικογένειες, επιμορφώσεις για εκπαιδευτικούς, διαλέξεις για ενήλικες και δραστηριότητες του δανειστικού της τμήματος. Διαμορφώνει προγράμματα συνεργασίας με σχολεία και παιδικούς σταθμούς και προσεγγίζει την ομάδα των εφήβων με ειδικές εργαστηριακές θεματικές όπως: «Κι εμένα τι με νοιάζει;» -εργαστήρι δημιουργικής γραφής σε συνδυασμό με επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου, «Αυτούς εκεί πίσω δεν τους βλέπει και κανείς» στα πλαίσια της θεματικής «Τείχη» ή «Τι πιστεύεις εσύ;» στα πλαίσια της ανεκτικότητας σε σχέση με θέματα θρησκείας και πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Κάθε δύο χρόνια διοργανώνεται το φεστιβάλ παιδικής λογοτεχνίας “White Ravens” με τη συμμετοχή συγγραφέων και εικονογράφων από το διεθνή χώρο, που έρχονται σε επαφή με το αναγνωστικό κοινό μέσα από εργαστήρια και εκδηλώσεις στο χώρο της Βιβλιοθήκης η σε σχολεία. Η πολύ σημαντική ετήσια έκδοση της Βιβλιοθήκης “White Ravens” περιλαμβάνει 250 σχολιασμένους προτεινόμενους τίτλους παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας από όλο τον κόσμο, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν πάνω από 30 γλωσσικούς τομείς. Οι αντίστοιχοι τίτλοι αποτελούν το περιεχόμενο της ομώνυμης ετήσιας έκθεσης του ιδρύματος στην Παγκόσμια Έκθεση Παιδικού Βιβλίου στη Μπολόνια.

 

«Ανάδειξη των διαστάσεων της διαπολιτισμικότητας, της ανεκτικότητας και της αλληλοκατανόησης σε παγκόσμιο επίπεδο»

 

Όπως τόνισε η κ. Αραμπατζή, «κατά την ανάπτυξη των σκεπτικών σύστασης, δόμησης, επιλογής περιεχομένων και διοργάνωσης των εκδηλώσεών της, η Βιβλιοθήκη παραμένει σήμερα, πάνω από 60 χρόνια μετά την ίδρυσή της, πιστή στα ιδανικά της ιδρύτριάς της, προωθώντας τα υποδειγματικά με την ανάδειξη των διαστάσεων της διαπολιτισμικότητας, της ανεκτικότητας και της αλληλοκατανόησης σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσα από τη φροντίδα της επιλογής των θεματικών των εκδηλώσεών της, που πυξίδα έχουν την ανάδειξη και ανακάλυψη κοινών στοιχείων, το πάντρεμα του οικείου με την εξοικείωση με το άγνωστο, το διάλογο μεταξύ των αντιθέσεων».

 

Ο Ελληνόγλωσσος Τομέας, δίοδος ανάδειξης της λογοτεχνικής δημιουργίας του ελληνόγλωσσου χώρου στο εξωτερικό

 

Ολοκληρώνοντας την εισήγησή της, δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει την ανάγκη ο ελληνικός πολιτισμός να βρει διόδους εξωστρέφειας και να προβληθεί στο εξωτερικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Καίρια προς αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να αποδειχθεί, κατά την κ. Αραμπατζή, η αξιοποίηση και η ενίσχυση της παρουσίας της χώρας μας στη Διεθνή Βιβλιοθήκη του Μονάχου. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μεταξύ άλλων με τον εμπλουτισμό του αρχείου του Ελληνόγλωσσου Τομέα της Βιβλιοθήκης σε τίτλους παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, με τη διοργάνωση εκθέσεων Ελλήνων συγγραφέων ή εικονογράφων, αλλά και με τη συμμετοχή μας σε κάποια συλλογική θεματική έκθεση, εγχειρήματα που μπορεί να καταστήσει ευοίωνα η συνεργασία με ενδιαφερόμενους φορείς και τομείς προώθησης του πολιτισμού της χώρας μας.
Το ευτύχημα είναι ότι σε δύσκολους καιρούς, σαν κι αυτούς που διανύουμε, διαφαίνεται ικανοποιητική η ανταπόκριση των φορέων σε πρωτοβουλίες αυτού του χαρακτήρα, που υποστηρίζει η κ. Αραμπατζή. Η ίδια δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει θερμά τη Διεύθυνση Γραμμάτων του ΥΠΑΙΘΠΑ, όπως επίσης την ελληνική και την κυπριακή επιτροπή της ΙΒΒΥ, για τη στήριξη του Ελληνόγλωσσου Τομέα της Βιβλιοθήκης με την σημαντική και συνεπή αποστολή-προσφορά τίτλων παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, αλλά και για κάθε είδους συμπαράσταση που έμπρακτα αποδεικνύουν ότι έχουν τη διάθεση να προσφέρουν με κάθε τρόπο. Θερμότατες ευχαριστίες επίσης απηύθυνε, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την πολύτιμη και αναντικατάστατη υποστηρικτική συμβολή τους, στους Έλληνες εκδότες, συγγραφείς και εικονογράφους για την τακτική αποστολή όσο περισσότερων τίτλων είναι σε θέση να προσφέρει ο καθένας, καθώς και σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, που τροφοδοτούν με δωρεές τους και στηρίζουν με οιονδήποτε τρόπο τον Ελληνόγλωσσο Τομέα, τον οποίο το Ίδρυμα καθιστά δίοδο ανάδειξης της λογοτεχνικής δημιουργίας του ελληνόγλωσσου χώρου στο εξωτερικό, με τον μοναδικό τρόπο του προσφοράς ευκαιριών διάδοσης και προώθησης της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας σε όλους τους γλωσσικούς τομείς που εκπροσωπούνται στους κόλπους του.


Ζωή Γκιούλη, Οι σχολικές βιβλιοθήκες 2000-2010 «Δημιουργείται η προϋπόθεση, ώστε η απλή περιέργεια και η συγκυρία σε ανύποπτο χρόνο να οδηγήσει το παιδί στην καθοριστική συνάντηση του με το βιβλίο»

 

Ως πρώην υπεύθυνη της σχολικής βιβλιοθήκης του 3ου Γυμνασίου Κομοτηνής, η εκπαιδευτικός κ. Ζωή Γκιούλη παρουσίασε τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της σχολικής βιβλιοθήκης στα σχολεία, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ανταπόκριση που βρήκε στις τάξεις των μαθητών και στα ερεθίσματα, που προσέφερε, ώστε να πολλαπλασιαστούν σημαντικά οι νεαροί αναγνώστες. Οι πρώτες 4 σχολικές βιβλιοθήκες του νομού μας, σε 3 γυμνάσια και 1 λύκειο, δημιουργήθηκαν στα πλαίσια του ΕΠΕΑΕΚ, με ευρωπαϊκά κονδύλια και την υλοποίηση του έργου ανέλαβε το ΔΠΘ. Η πρώτη «τομή» που έγινε στο χώρο του σχολείου με τη δημιουργία των Σχολική Βιβλιοθήκη αφορούσε στη διαμόρφωση μιας αίθουσας διαφορετικής, ξεχωριστής τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς την αισθητική της. Εκτός από τα βιβλία περιλάμβανε και έναν άρτιο τεχνολογικό εξοπλισμό, δηλαδή υπολογιστές, τηλεοράσεις, DVD player, στερεοφωνικά κ.α., και δημιουργούταν με τον τρόπο αυτό ένας χώρος ελκυστικός για τα παιδιά.
Όπως τόνισε η κ. Γκιούλη, «η εμπλοκή των μαθητών με το χώρο και το υλικό άρχιζε ήδη με τη διαδικασία του στησίματος της βιβλιοθήκης όπου οι μαθητές συμμετείχαν ενεργά στην προετοιμασία και την τοποθέτηση των βιβλίων στα ράφια». «Οι περισσότεροι εντυπωσιάζονταν από τον μεγάλο αριθμό βιβλίων», συνέχισε, «καθώς και από τις εξαιρετικής ποιότητας συλλογές, κυρίως με έργα τέχνης. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ελάχιστοι μαθητές διαθέτουν βιβλιοθήκες, προσωπικές ή των γονιών τους στο σπίτι. Την πρώτη χρονιά, όσον αφορά στους δανεισμούς, φτάσαμε στον ασύλληπτο αριθμό των 1600 βιβλίων. Και εννοείται ότι ο αριθμός αυτός δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον ως στατιστικό δεδομένο. Σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι δημιουργείται η προϋπόθεση, ώστε παίρνοντας το παιδί ένα βιβλίο στο σπίτι η απλή περιέργεια και η συγκυρία σε ανύποπτο χρόνο να το οδηγήσει στην καθοριστική συνάντηση του με το βιβλίο».

 

Καίριος ρόλος της παρέμβασης του υπευθύνου, που θα υποδείξει ένα πιο προσωπικό δρόμο στο κάθε παιδί

 

Επιχειρώντας να καταδείξει τον καίριο ρόλο, που έχει η παρέμβαση του υπευθύνου, ο οποίος θα υποδείξει ένα πιο προσωπικό δρόμο στο κάθε παιδί, συζητώντας και προτείνοντας βιβλία που του αρέσουν και το συγκινούν, η κ. Γκιούλη επικαλέστηκε ένα αποσπάσιμα από συνέντευξη του συγγραφέα Μάικλ Κάνιγχαμ, στο οποίο περιγράφει τη συνάντησή του με το βιβλίο, που όπως αναφέρει ο ίδιος, του άλλαξε δια παντός τη ζωή. «Ήμουν 15 χρονών και όχι κανένας έξυπνος ή υποψιασμένος 15αρης. Ήμουν αφοσιωμένος στα σκέιντ μπορντς, στο ροκ-εν-ρολ και στο κάπνισμα. Μια μέρα στεκόμουν έξω από το γυμναστήριο του γυμνασίου μου και προσπαθούσα να ποζάρω όσο το δυνατόν πιο σκληρός και πιο επικίνδυνος θα μπορούσε να ποζάρει ένας έφηβος που κάπνιζε Newport κλεμμένα από την τσάντα της μητέρας του. Ξαφνικά είδα δίπλα μου να στέκεται η πριγκίπισσα του πειρατή του σχολείου μου- κάθε σχολείο έχει τέτοιες κοπέλες και τέτοια αγόρια. Ήταν μεγαλύτερή μου και πανέμορφη, σκληρή και έξυπνη.. Και εγώ σε μία απελπισμένη προσπάθεια να την εντυπωσιάσω, άρχισα να της μιλάω για τον Λέοναρντ Κοέν, αναλύοντας τη θεωρία μου ότι είναι πιο σπουδαίος καλλιτέχνης απ’ ότι ο Μπομπ Ντύλαν. Με κοίταξε λοιπόν και χωρίς την πρόθεση νομίζω να φανεί αγενής, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της και είπε: «Έχεις σκεφτεί ποτέ να γίνεις λιγότερο βλάκας; Γιατί δεν ανοίγεις κανένα βιβλίο; Γιατί δεν διαβάζεις Έλιοτ ή Γουλφ;».Είχα σκεφτεί ότι καλό θα ήταν να γίνω λιγότερο βλάκας και είχα ακούσει για τον Τ.Σ. Ελιοτ και τη Β. Γούλφ. Δεν υποψιαζόμουν όμως ότι κάποτε θα τους διάβαζα. Πήγα λοιπόν στη Βιβλιοθήκη του σχολείου. Δεν είχαν Ελιοτ. Είχαν όμως ένα βιβλίο της Γουλφ, την κυρία Ντάλογουεη. Κανένας δεν το είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη πριν από μένα. Προσπάθησα να το διαβάσω αλλά δεν καταλάβαινα τίποτε! Έτσι όμως άρχισε η σχέση μου με αυτό το βιβλίο… Όταν το διάβασα είπα μέσα μου: «κοίτα να δεις αδερφέ μου που η Β. Γουλφ κάνει με τη γλώσσα ό,τι έκανε ο Τζίμι Χέντριξ με την κιθάρα». Αυτό που πήρα όταν ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή μαζί της ήταν κάτι από την περιπλοκότητα και την ομορφιά της γλώσσας που χρησιμοποιούσε. Με έκανε να θέλω να κάνω κάτι παρόμοιο. Η κ. Νταλογουέη ήταν το πρώτο μου βιβλίο με την έννοια του πρώτου φιλιού. Αλλαξε τη ζωή μου και με μετέτρεψε σε αναγνώστη. Ως τότε τα βιβλία για μένα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά σκονισμένα, μελαγχολικά αντικείμενα, τοποθετημένα σε θλιβερές σανίδες που λέγονταν ράφια. Κατά μια έννοια με άλλαξε δια παντός».

 

«Η Σχολική Βιβλιοθήκη τελικά αποτέλεσε ένα άνοιγμα, μια έξοδο, για τα παιδιά από την περίκλειστη σχολική καθημερινότητα»

 

Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στα χρόνια, που μεσολάβησαν από τα πρώτα «βήματα» της Σχολικής Βιβλιοθήκης μέχρι πρόσφατα στο 3ο Γυμνάσιο Κομοτηνής, η κ. Γκιούλη περιέγραψε μεν τις πολλαπλές δραστηριότητες και τον τρόπο λειτουργίας της, αλλά εστίασε ιδιαίτερα στο βασικό συμπέρασμα όλης αυτής της πολύτιμης εμπειρίας, ότι η Σχολική Βιβλιοθήκη τελικά αποτέλεσε «ένα άνοιγμα, μια έξοδο, για τα παιδιά από την περίκλειστη σχολική καθημερινότητα». Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, «σιγά-σιγά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η Σχολική Βιβλιοθήκη δεν ήταν μόνο ένας χώρος συναλλαγών, χρεώσεων και ξεχρεώσεων βιβλίων ή χώρος ανάγνωσης και αναζήτησης υλικού, αλλά ήταν και ένας χώρος χαλάρωσης και ψυχαγωγίας, ένα στέκι για τους μαθητές».

 

Αναστολή λειτουργίας των σχολικών βιβλιοθηκών και παθητική αποδοχή από σχολεία, γονείς, κοινωνία

 

Όλα τα παραπάνω φυσικά αναφέρονταν στη δεκαετία 2000-2010, που βρίσκονταν σε λειτουργία οι σχολικές βιβλιοθήκες, λειτουργία η οποίο ωστόσο ανεστάλη κατά την περυσινή χρονιά, με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας. Κάποιες από αυτές υπολειτούργησαν, ανοίγοντας για 6 μόνο ώρες την εβδομάδα και φέτος έκλεισαν οριστικά. «Η απόφαση αυτή δημιουργεί πολλά ερωτηματικά», σημείωσε η κ. Γκιούλη, «γιατί χρονικά συμπίπτει με τις εξαγγελίες για το νέο σχολείο, τη διερευνητική και συνεργατική μάθηση, την καινοτομία και κυρίως την εισαγωγή των πρότζεκτ στα γενικά λύκεια». «Κατά τη γνώμη μου μια από τις πλέον ρηξικέλευθες κινήσεις του Υπουργείου Παιδείας υπονομεύεται από το κλείσιμο των σχολικών βιβλιοθηκών», πρόσθεσε. «Δυστυχώς τα σχολεία, οι σύλλογοι γονέων και η ελληνική κοινωνία», κατέληξε, «αποδέχτηκαν παθητικά μία ακόμη σημαντική απώλεια για την ελληνική εκπαίδευση».

Ζωή Γραβριηλίδου, Ομάδα δημιουργικής γραφής και αναγνωστικών εμψυχώσεων, «Παιγνιώδεις δραστηριότητες φέρνουν τα παιδιά σε επαφή με πολλά, διαφορετικά βιβλία, ώστε το καθένα να ανακαλύψει το βιβλίο που το ενθουσιάζει»

 

Καθιστώντας σαφές ότι για να κάνουμε τα παιδιά αναγνώστες, δεν μπορούμε να τα βάζουμε να διαβάζουν ένα βιβλίο και μετά να τα ρωτάμε «τι θέλει να πει ο ποιητής;», η κ. Ζωή Γαβριηλίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Δ.Π.Θ. και υπεύθυνη της ομάδας δημιουργικής γραφής και αναγνωστικών εμψυχώσεων, παρουσίασε το δικό της ξεχωριστό τρόπο για να ενθαρρύνει τα παιδιά στην ανάγνωση. Όπως εξήγησε η τακτική που ακολουθεί η ομάδα δημιουργικής γραφής και αναγνωστικών εμψυχώσεων είναι μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες να φέρει τα παιδιά σε επαφή με πολλά, διαφορετικά βιβλία, ώστε το καθένα να ανακαλύψει το βιβλίο που το ενθουσιάζει και το οποίο θα του ανοίξει την πόρτα στη συνέχεια για την ανάγνωση. Υπάρχει πάντα ένα κλειδί για κάθε παιδί, που θα ανοίξει αυτήν την πόρτα, ξεκαθάρισε η κ. Γαβριηλίδου, αλλά κάθε φορά αυτό είναι διαφορετικό. «Μπορεί ένα βιβλίο να μην πει τίποτα σε κάποιον», σημείωσε, «και κάποιον άλλο να τον ενθουσιάσει». «Αυτό είναι το σημαντικό», επισήμανε, «να φέρουμε τα παιδιά σε επαφή με πολλά, διαφορετικά βιβλία, ώστε να ανακαλύψει το καθένα αυτό που το αρέσει».

Ανοιχτή σε συνεργασίες η ομάδα δημιουργικής γραφής και αναγνωστικών εμψυχώσεων

 

Βέβαια, όταν οι γονείς μέσα στην οικογένεια δεν έχουν ιδιαίτερη τάση στο να διαβάζουν βιβλία, ανάλογη νοοτροπία αναμένεται να αποκτήσει και το παιδί. Για το λόγο αυτό το βάρος πέφτει λίγο παραπάνω στο σχολείο. Και προς αυτήν την κατεύθυνση, η ομάδα δημιουργικής γραφής και αναγνωστικών εμψυχώσεων μετράει πολλές συνεργασίες τα τελευταία χρόνια με σχολειά της περιοχής μας, ενώ πάντοτε είναι πρόθυμα τα μέλη της να συνεισφέρουν για ανάλογους σκοπούς. Ήδη επίσης έχουν υπάρξει γόνιμες συνεργασίες με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των οποίων η Βιβλιοθήκη απέκτησε νέους και συνεπείς νεαρούς φίλους του βιβλίου.

Σπύρος Κιοσσές, Δημιουργική γραφή ως δημιουργική ανάγνωση «Το όλο ζήτημα έχει αρχίσει να παίρνει διαστάσεις υπερβολής, κατά την ελληνική συνήθεια»

 

Για τη δημιουργική γραφή ως δημιουργική ανάγνωση, με την εμπειρία του ως εκπαιδευτικός του Μουσικού Σχολείου Κομοτηνής, μίλησε ο κ. Σπύρος Κιοσσές. Η έννοια της δημιουργικής γραφής έχει αρχίσει, σχετικά πρόσφατα, να εμφανίζεται στα ελληνικά λογοτεχνικά και εκπαιδευτικά πράγματα, υπό την επίδραση κυρίως αντίστοιχων εξελίξεων στον Αγγλο-αμερικανικό χώρο. Πρόκειται, ως γνωστόν, για απόδοση του όρου creative writing, νεολογισμό που εισήγαγε στα τέλη του 19ου αιώνα ο Ralph Waldo Emerson, Αμερικανός φιλόσοφος και λογοτέχνης. «Όλο και συχνότερα τελευταία», παρατήρησε αρχικά, «ακούμε να διενεργούνται σεμινάρια δημιουργικής γραφής, από φορείς, όπως το ΕΚΕΒΙ, ή από εκδοτικούς οίκους, ενώ ευάριθμοι τίτλοι στα ράφια βιβλιοπωλείων φέρονται να πραγματεύονται το συγκεκριμένο ζήτημα». «Κοντά ωστόσο σε σημαντικά έργα, όπως «Η τέχνη της γραφής» του Τσέχοφ ή «Η τέχνη του μυθιστορήματος» του Κούντερα, συνέχισε, «εμφανίστηκαν βιβλία της εγχώριας ή της διεθνούς παραγωγής, που ομοιάζουν λίγο πολύ με απανθίσματα κανόνων, κάτι σαν το savoir vivre της συγγραφικής, ή, το χειρότερο, σαν εγχειρίδια αυτοβελτίωσης. Γενικά, το όλο ζήτημα έχει αρχίσει, νομίζω, να παίρνει διαστάσεις υπερβολής, κατά την ελληνική άλλωστε συνήθεια. Η πρόταση φιλαναγνωσίας, που έχουμε αρχίσει να διερευνούμε στο σχολείο μας, μαζί με τη συνάδελφο Βάσω Μαναβοπούλου, αφορά την αξιοποίηση της δημιουργικής γραφής, στο πλαίσιο ενός πολιτιστικού προγράμματος που έχουμε υποβάλει στο Γραφείο Σχολικών Δραστηριοτήτων».

Οι κακές πρακτικές της δημιουργικής γραφής

 

Στο πνεύμα όμως της παραπάνω εισαγωγής, και πριν αναφερθεί στους επιμέρους στόχους του ίδιου και της συναδέλφου του, ο κ. Κιοσσές απαρίθμησε προηγουμένως τι δεν κάνουν και τι δεν θα επιχειρήσουν να κάνουν. «Αρχικά, δεν θα προσπαθήσουμε να διδάξουμε στους μαθητές μας οποιουδήποτε είδους συνταγές συγγραφής, που και οι ίδιοι εξάλλου δεν γνωρίζουμε», υπογράμμισε.
Έπειτα, δεν τρέφουμε την ψευδαίσθηση», συνέχισε, «ότι κομίζουμε γλαύκ’ εις Αθήνας. Γνωρίζω πολλούς συναδέλφους, και είχα την τύχη να είμαι μαθητής δασκάλων, που εφάρμοζαν και εξακολουθούν να εφαρμόζουν παρόμοιες τεχνικές άσκησης των μαθητών στο γραπτό λόγο, με αφορμή λογοτεχνικά κείμενα, και γύρω από αυτά. Αρκετές από τις εργασίες στα σχολικά εγχειρίδια λογοτεχνίας κινούνται εξάλλου σε παρόμοιο πνεύμα: μεταβολή του τέλους μιας ιστορίας, συνέχιση της ιστορίας μετά το τέλος που δίνει ο συγγραφέας, αλλαγή της εστίασης στην αφήγηση κλπ. Ωστόσο, υπάρχουν, θεωρώ, αρκετές αδυναμίες ως προς τα παραπάνω: αρχικά, δεν συναντάται κάποια συνέχεια σε τέτοιες δραστηριότητες. Η αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει γενικότερα την προσέγγιση της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση κάνει αισθητή και εδώ την παρουσία της. Έπειτα, δεν προβλέπεται κάποια διαδικασία διδασκαλίας των μαθητών ως προς τους τρόπους παραγωγής σχετικού γραπτού λόγου, σταδιακής δηλαδή και συστηματικής μύησής τους».

Οι στόχοι της δημιουργικής γραφής- από-σχολ(ει)ιοποίηση της λογοτεχνίας

 

Ο κ. Κιοσσές εκφράζοντας τον προβληματισμό για το ποια είναι τελικά η χρησιμότητα της δημιουργικής γραφής και σε τι μπορεί να ωφελήσει τους μαθητές, υπογράμμισε ότι «στόχος σίγουρα δεν είναι να ανακαλύψουμε και να προβάλλουμε εκκολαπτόμενους συγγραφείς». «Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο», επισήμανε, «θα ήταν φυσικά ευτυχής συγκυρία, αλλά τίποτε περισσότερο». «Κυρίως θεωρούμε», αντέτεινε, «ότι η δημιουργική γραφή μας δίνει την αφορμή – ή ακόμη και το πρόσχημα, αν θέλετε – για μια από-σχολ(ει)ιοποίηση της λογοτεχνίας, με την έννοια της αποδέσμευσής της από το σχολικό πλαίσιο, και ό,τι αυτό σημαίνει για εμάς και τους μαθητές. Και από- σχολιοποίηση όμως με την έννοια αποδέσμευσης της λογοτεχνίας από τον συνήθη… σχολικό «σχολιασμό» της». «Η δημιουργική γραφή έτσι, στο σχήμα αυτό», συνέχισε, «μας παρέχει μια σειρά δυνατοτήτων. Μας επιτρέπει λ.χ. να επιλέξουμε τα κείμενα που θέλουμε, με έμφαση στα πραγματικά ενδιαφέροντα των μαθητών. Μας επιτρέπει να μην σχολιάσουμε το κείμενο, τουλάχιστον όχι με τους όρους της λογοτεχνικής – φιλολογικής ανάλυσης, αλλά να το συνδέσουμε με συναισθήματα που μας δημιούργησε, με μνήμες που ξύπνησε, με εμπειρίες που δεν ζήσαμε, αλλά βιώσαμε με τη μεσολάβηση των λογοτεχνικών ηρώων. Και επιπλέον να συνειδητοποιήσουμε, να οργανώσουμε και να αρθρώσουμε τα συναισθήματα αυτά, τις βιωμένες ή μη εμπειρίες. Καλλιεργείται έτσι μια προσωπική επαφή των αναγνωστών με το κείμενο. Μας παρέχει, ακόμη, την ευκαιρία να μεταβάλλουμε την έννοια της «αξιολόγησης» των μαθητών και της ανταπόκρισής τους. Δίνει, επίσης, τη δυνατότητα να υπάρχει συνέχεια μεταξύ ανάγνωσης και γραφής: η ανάγνωση ενός κειμένου να αποτελεί αφορμή για γραφή, και η γραφή για περαιτέρω ανάγνωση, τόσο των παραγομένων από τα μέλη της ομάδας κειμένων, όσο και άλλων λογοτεχνικών έργων. Μας επιτρέπει, τέλος, να πάρουμε μια γεύση από τη διαδικασία της σύνθεσης, από το μηχανισμό κατασκευής των λογοτεχνικών κειμένων, και κυρίως από τη δυσκολία που ενέχει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο αείμνηστος Μίμης Σουλιώτης, «Δημιουργική γραφή» σημαίνει πάνω απ’ όλα δημιουργικό σβήσιμο». Αυτό που επιδιώκουμε, έτσι, κατά βάση είναι η άσκηση των μαθητών στη δημιουργική γραφή να αποτελεί ταυτόχρονα μια θητεία στην ανάγνωση. Στόχος μας είναι η δημιουργία, δεν θα πω «επαρκών αναγνωστών»-υψηλότατος στόχος ακόμη και για τις Φιλοσοφικές σχολές-αλλά αναγνωστών, αρχικά, και, εάν επιτύχουμε, απαιτητικών αναγνωστών στη συνέχεια. «Απαιτητικών» ως όρου αντίθετου προς την αναγνωστική ευκολία και την ήσσονα προσπάθεια, από την οποία χαρακτηρίζονται πολλοί από τους μαθητές μας. Η δημιουργική γραφή, με την έννοια αυτή, συνδέεται άρρηκτα με τη «δημιουργική ανάγνωση», όροι που συσχετίζονται μεταξύ τους ήδη στην πρώτη εμφάνισή τους».

Ανδρέας Λύκος, Ομάδα Θαλής+ φίλοι, «Τα μαθηματικά μπορούν να συνδεθούν με τον πολιτισμό, την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, αλλά και τις υπόλοιπες θετικές επιστήμες»

 

Ποιος είπε ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να συνδεθεί με τα μαθηματικά και με τις θετικές επιστήμες; Το κοινό της Κομοτηνής έχει ήδη γνωρίσει τον αντίστροφο κανόνα, κάτι που το οφείλει κατά κύριο λόγο σε μια ομάδα εκπαιδευτικών από την πόλη μας, μέλη της ομάδας Θαλής+ φίλοι, που έχει ιδρυθεί εν έτει 2005, επιδιώκοντας και καταφέρνοντας ότι η ανάγνωση δεν έχει όρια ανάμεσα στις επιστήμες. Ο μαθηματικός και μέλος της ομάδας, κ. Ανδρέας Λύκος, περιέγραψε τους σκοπούς, τη διαδρομή και τις δραστηριότητες του «Θαλής+ φίλοι» σε πανελλαδικό και τοπικό επίπεδο. «Τα μαθηματικά μπορούν να συνδεθούν με τον πολιτισμό, την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, αλλά και τις υπόλοιπες θετικές επιστήμες», υπογράμμισε. «Κι αυτό γίνεται», εξήγησε, «μέσω κάποιων βιβλίων είτε εκλαϊκευμένης επιστήμης, είτε μαθηματικής λογοτεχνίας». Στην Κομοτηνή ήδη υπάρχουν λέσχες ανάγνωσης, όπου διαβάζονται τέτοια βιβλία, τόσο τακτικές που απευθύνονται σε μεγάλους και διοργανώνονται κάθε μήνα στο στέκι της Πολιτιστικής Κίνησης, όσο και μέσα στα σχολεία, συνήθως με τη συνεργασία ενός μαθηματικού με έναν φιλόλογο ή εκπαιδευτικό άλλης ειδικότητας.

Διδασκαλία της εις άτοπον επαγωγή μέσω κειμένου του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 

Ο ίδιος, πάντως, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, διδάσκει την εις άτοπον επαγωγή στους μαθητές του, μέσω ενός κειμένου του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, προκειμένου να κεντρίσει το ενδιαφέρον. «Βλέπουν πλέον τα μαθηματικά όχι με το φορμαλιστικό τρόπο, δηλαδή ως σύμβολα και εξισώσεις», υπογράμμισε, «αλλά μελετούν το γιατί υπάρχουν τα μαθηματικά στη ζωή μας, ποιοι είναι αυτοί που δημιούργησαν τα μαθηματικά. Γιατί πρώτα από όλα πρέπει να ξέρουν ότι πίσω από κάθε ιστορία κρύβονται άνθρωποι, κρύβονται προσωπικότητες».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.