Αφορολογητα τα επιδοματα για δαπανες εργασιας
Αφορολόγητη πρέπει να μένει κάθε οικονομική παροχή που δίνεται στους εργαζομένους για να καλύψουν δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εργασίας τους και την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέκρουσε τη λογική του Δημοσίου και φορολογικών Αρχών ότι φορολογείται κάθε οικονομική παροχή, εφόσον υπαχθεί σε φόρο με σχετική νομοθετική ρύθμιση, χωρίς να εξετάζεται εάν έχει ή όχι τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος. Και δέχτηκε ότι τα δικαστήρια μπορούν ελεύθερα να κρίνουν πότε μια οικονομική παροχή δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν επιτρέπεται να φορολογηθεί.
Έτσι, η Ολομέλεια έκρινε ότι είναι αφορολόγητη κάθε παροχή που καταβάλλεται σε μισθωτό με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.), εφόσον προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο ίδιος για να φέρει σε πέρας την εργασία του και να την εκτελέσει ταχύτερα, αποτελεσματικότερα, κ.λπ.
Η δικαστική απόφαση θα προκαλέσει έναν επιπλέον «πονοκέφαλο» στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, καθώς ανοίγει τον δρόμο για ένα αφορολόγητο τμήμα των αποδοχών, όταν αφορά δαπάνες για εκτέλεση υπηρεσίας (π.χ. παροχές για δημιουργία βιβλιοθήκης, συμμετοχή σε συνέδρια, αλλά και χρήση τηλεφώνου ή ΙΧ, για ενίσχυση της παραγωγικότητας κ.λπ.) και ταυτόχρονα ανάβει «πράσινο φως» για επιστροφή σημαντικών κονδυλίων αναδρομικά από φορολογικές επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν εδώ και χρόνια.
Εκκρεμείς δίκες
Στα διοικητικά δικαστήρια εκκρεμούν χιλιάδες δίκες που περίμεναν την «πιλοτική» επίλυση του ζητήματος, ενώ με άλλη απόφαση του ΣτΕ το Δημόσιο πρέπει να καταβάλλει όσα ποσά χάνει σε φορολογικές δίκες, «φουσκωμένα» με τόκους πολλών ετών (συνήθως 5-10) από τότε που κατατέθηκε η προσφυγή.
Πρόσφατα με αφορμή τα πρώτα δικαστικά «μηνύματα» (με τις πρώτες παραπεμπτικές αποφάσεις για το αφορολόγητο), κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών άφηναν να εννοηθεί ότι θα καταβληθούν ποσά μόνο σε όσους προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη και δικαιώθηκαν, ενώ οι σχετικές αποφάσεις δεν θα επεκταθούν υπέρ άλλων φορολογουμένων.
Ωστόσο με δεδομένο ότι η σχετική φορολογική επιβάρυνση κρίθηκε αντισυνταγματική, όσοι πολίτες βρίσκονται στην ίδια κατάσταση μπορούν να υποβάλουν στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες αίτηση για ανάκληση της δυσμενούς φορολόγησης και για εφαρμογή της δικαστικής κρίσης περί αντισυνταγματικότητας. Κατά τη νομολογία του ανώτατου δικαστηρίου, το Δημόσιο οφείλει (λόγω της αντισυνταγματικότητας) να συμμορφωθεί, αλλιώς υπάρχει άρνηση οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, που μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλές ευθύνες (αστικές, πειθαρχικές κ.λπ.) διά της δικαστικής οδού. Δικαστικοί κύκλοι σημείωναν ότι οι αποφάσεις που διαπιστώνουν αντισυνταγματικότητα ρυθμίσεων, δεν μπορεί να εφαρμόζονται επιλεκτικά.
Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη νομοθεσία που επέβαλλε την τελευταία 10ετία φορολόγηση της αποζημίωσης που δίνεται σε ιατρούς του ΕΣΥ για να αντιμετωπίσουν δαπάνες συμμετοχής σε σεμινάρια, συνέδρια, για δημιουργία – ενημέρωση βιβλιοθήκης. Επίσης αντισυνταγματική κρίθηκε η φορολόγηση της αντίστοιχης αποζημίωσης προς μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων.
Η Ολομέλεια ΣτΕ υπό τον πρόεδρο Σ. Ρίζο, έκρινε (2306/14) ότι ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του.
Κατά το ΣτΕ, κάθε παροχή προς μισθωτό ανεξάρτητα από την ονομασία της εφόσον χορηγείται για να καλύψει δαπάνες του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για την ταχύτερη, καλύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
