Τιτλοι τελους για την Ελληνικη Βιομηχανια Ζαχαρης
Μετά το εργοστάσιο Ζάχαρης της Ξάνθης που ανέστειλε οριστικά την λειτουργία του πριν από τέσσερα χρόνια οριστική τίτλοι τέλους φαίνεται ότι μπαίνουν και για το αντίστοιχο της Ορεστιάδας, μετά την απόφαση της διοίκησης της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης να βάλει πωλητήριο στις τρεις εναπομείνασες μονάδες της εταιρείας στο Πλατύ Ημαθίας, στις Σέρρες και την Ορεστιάδα. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζει ότι λόγω της υφιστάμενης οικονομικής συγκυρίας δύσκολα θα υπάρξει ενδιαφέρον διεθνών παικτών για την αγορά της εταιρείας. Ο «Παρατηρητής της Θράκης» πριν από λίγες εβδομάδες παρουσίασε αναλυτικά το χρονικό της αναστολής λειτουργίας και στη συνέχεια του κλεισίματος και της απαξίωσης της μονάδας στην Ξάνθη μέσα από το πρόσχημα ότι αυτή θα μετατρεπόταν σε μονάδα βιοαιθανόλης. Βεβαίως τα σχέδια εκείνα ναυάγησαν και έμειναν οι εργαζόμενοι της εταιρείας να αποσυναρμολογούν μόνοι τους το εργοστάσιο που είχε γνωρίσει περιόδους ακμής κατά την τριακονταπενταετία 1970-2005. Η επίσημη θέση της διοίκησης της εταιρείας, της οποίας μέτοχος σε ποσοστό 82% είναι η ΑΤΕ, είναι ότι η ΕΒΖ παρουσιάζει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας παρά το γεγονός ότι η εγχώρια αγορά είναι ελλειμματική σε ζάχαρη και αναγκάζεται να προσφύγει σε εισαγωγές από το εξωτερικό. «Οι 158000 τόνοι ζάχαρης που έχει δικαίωμα να παράγει η εταιρεία στην Ελλάδα θα μπορούσαν να βγαίνουν από ένα ή το πολύ από δύο εργοστάσια και όχι από τρία που διαθέτει σήμερα και υποχρεωτικά υπολειτουργούν» σημειώνει η διοίκηση της επιχείρησης επισημαίνοντας ότι και οι τιμές τεύτλου στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλότερες από το μέσο όρο που ισχύει στην Ευρώπη. Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι πέρα από την τιμή της ζάχαρης στην Ελλάδα που βρίσκεται σήμερα στα 600 ευρώ ανά τόνο ενώ το κόστος παραγωγής ανέρχεται στα 850 η αντιπαραγωγικότητα της λειτουργίας των εργοστασίων εδράζεται και στο γεγονός ότι απασχολούν 424 εργαζόμενους, αριθμός που θεωρείται αρκετά υψηλός για μια εποχική βιομηχανία. Στα πλεονεκτήματα της εταιρείας περιλαμβάνονται η ανοδική πορεία των θυγατρικών της εταιρειών στη Σερβία, η καλή ποιότητα της ελληνικής ζάχαρης καθώς επίσης και η γειτνίαση των εργοστασίων στη Βόρεια Ελλάδα με ελλειμματικές χώρες στην παραγωγή ζάχαρης όπως είναι η Βουλγαρία και η Ρουμανία.
Το έτος καμπή για την άλλοτε ακμάζουσα ΕΒΖ ήταν το 2006 όταν η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας απεμπόλισε έναντι αποζημίωσης μόλις 77 εκατομμυρίων ευρώ το δικαίωμα της ποσόστωσης το δικαίωμα δηλαδή στην παραγωγή ζάχαρης που είχε η κάθε χώρα της ΕΕ και από 317.500 τόνους κατεβήκαμε σε ετήσια παραγωγή στους 158.702 τόνους. Είναι φανερό ότι η διοίκηση της ΕΒΖ λειτούργησε αποσπασματικά έναντι ακόμα και του υψηλού τιμήματος των 77 εκατομμυρίων ευρώ που έλαβε ως «λύτρα» για την απεμπόλιση του ημίσεως της εθνικής ποσόστωσης, αφού δεν τα επένδυσε στα εναπομείναντα εργοστάσια. δεν εκπόνησε ένα βιώσιμο «business plan». προκειμένου να τα καταστήσει ανταγωνιστικά και να εξορθολογήσει τις δαπάνες λειτουργίας τους. με αποτέλεσμα να μπαίνει τώρα πωλητήριο σε ένα κομμάτι της εθνικής περιουσίας που όμως είναι αμφίβολη ακόμη και αυτή η ύπαρξη αγοραστών. Το αποτέλεσμα θα είναι εκατοντάδες εργαζόμενοι να βρεθούν στο δρόμο, χιλιάδες στρέμματα τευτλοκαλλιέργειας να αφανισθούν. η εθνική παραγωγή των 158.700 τόνων ετησίως να εξαφανισθεί και η εισαγωγή της ζάχαρης να καταστεί μονόδρομος για το σύνολο των αναγκών της εγχώριας αγοράς. Θα πρέπει να αποδοθούν τα εύσημα για μια ακόμη φορά στην ελληνική πολιτική τάξη «που κατόρθωσε» να διαλύσει άλλη μια κερδοφόρα επιχείρηση εξαιτίας της αβελτηρίας των δημοσίων λειτουργών και της αδυναμίας εκπόνησης μιας βιώσιμης στρατηγικής ανάπτυξης που θα ακουμπά στις αναπτυξιακές δυνατότητες της κάθε περιφέρειας, θα εξορθολογίζει το κόστος λειτουργίας και θα αφουγκράζεται την αναπτυξιακή δυναμική και το ανταγωνιστικό πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δεν υπάρχει τέλος αμφιβολία ότι αφού τιμαριοποιηθεί η ακίνητη περιουσία της ΕΒΖ στο τέλος θα εκποιηθεί έναντι πινακίου φακής σε ιδιώτες ανταγωνιστές της, οι οποίοι θα λειτουργούν πλέον σχεδόν μονοπωλιακά στην εγχώρια ελληνική αγορά δημιουργώντας καρτέλ και στον τομέα της αγοράς ζάχαρης εις βάρος της εθνικής οικονομίας και του τελικού καταναλωτή.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
