«Στην Ελλαδα υπαρχει βαμβακι λογω των υψηλων επιδοτησεων»
Ο Σταμάτης Κουρούδης είναι μεταξύ άλλων πρόεδρος της εταιρίας ΘΡΑΚΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΕ, μιας πολύ πετυχημένης οικογενειακής επιχείρησης που έχει συντελέσει στην ενίσχυση της βαμβακοκαλλιέργειας στην περιοχή της Θράκης αλλά και της Ανατολικής Μακεδονίας στα 37 χρόνια της λειτουργίας τους. Γνωρίζει την αγορά του βαμβακιού και την παρακολουθεί σε διεθνές επίπεδο με μεγάλο ενδιαφέρον ειδικά στην παρούσα περίοδο που αναμένεται να κριθεί το μέλλον των επιδοτήσεων τον ερχόμενο Ιούνιο καθώς ήταν οι επιδοτήσεις που έδωσαν ώθηση στην καλλιέργεια του βαμβακιού στη χώρα μας αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό ειδικότερα στην περιοχή μας και δεν είναι τυχαίο το ότι το βαμβάκι αποκαλείται ο «λευκός χρυσός της Ροδόπης».
Μιλώντας στον ΠτΘ, ο Σ. Κουρούδης περιγράφει την πορεία της καλλιέργειας, το έδαφος που κέρδισε με τις επιδοτήσεις, τη στροφή τους ως επιχειρηματίες στις αγορές της Τουρκίας και της Αιγύπτου που είναι οι κύριοι πελάτες αλλά και τις διεθνείς εξελίξεις που πιέζουν για παύση των επιδοτήσεων καθώς έχουμε την ανάπτυξη ενός κινήματος φτωχών χωρών, κυρίως αφρικανικών, οι οποίες παράγουν βαμβάκι και μάλιστα αυτό αποτελεί πηγή για το βασικό τους εισόδημα, με αποτέλεσμα να στρέφονται εναντίον των επιδοτήσεων που δίνουν Ευρώπη και Αμερική.
Ο κ. Κουρούδης τονίζει την ανάγκη να διαμορφωθεί ένα λόμπι προστασίας του βαμβακιού και της κλωστοϋφαντουργίας. Εξηγεί πως απαιτείται να δημιουργηθεί άμεσα διεπαγγελματική από τους φορείς του κλάδου, που θα ενώσουν όλη την αλυσίδα παραγωγής και θα διαμορφώνουν στρατηγική για τον κλάδο.
Να σημειώσουμε πως σε εισήγησή του για το βαμβάκι ο Σταμάτης Κουρούδης, η οποία παρουσιάστηκε σε ημερίδα που διοργανώθηκε από τον ΣΒΕ και την Eurobank, ανέφερε μεταξύ άλλων πως «στη Θράκη τη δεκαετία του ʼ90 λόγω της ύπαρξης βαμβακιού και των επενδυτικών κινήτρων αναπτύχθηκε πολύ η κλωστοϋφαντουργία με υπερσύγχρονες μονάδες, κάτι που τότε το πανηγυρίσαμε. Τώρα με το κλείσιμο κάποιων από αυτές και την τεράστια για ένα μικρό μέρος ανεργία που δημιουργείται, αποδεικνύεται ότι αυτή η συγκεντροποίηση δεν ήταν το σωστό μοντέλο ανάπτυξης».
ΠτΘ: Τα ΘΡΑΚΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ιδρύθηκαν πριν από 37 χρόνια.
Σ.Κ.: Από το 1972 ξεκίνησε η λειτουργία τους. Ήταν πάντα μια οικογενειακή επιχείρηση, ιδρύθηκε από τον πατέρα μου κι έναν άλλο Θρακιώτη, τον Θανάση Κίτσιο. Αυτή τη στιγμή ανήκει κατʼ αποκλειστικότητα στην οικογένειά μας.
Για ένα διάστημα ήταν μέτοχος η ΚΛΩΝΑΤΕΞ από την οποία αγοράστηκε το μερίδιο.
• Το κύμα των επιδοτήσεων
ΠτΘ: Κατά την ίδρυσή του ήταν το πρώτο εκκοκκιστήριο στην περιοχή μας.
Σ.Κ.: Ήταν τότε το πρώτο για την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Το επόμενο ήταν στις Σέρρες και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη. Τη δεκαετία του ʼ80, με την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την επιδότηση του βαμβακιού, αυξήθηκε σημαντικά η βαμβακοκαλλιέργεια στην υπόλοιπη Ελλάδα και κυρίως στα παραδοσιακά μέρη που καλλιεργούνταν όπως ήταν η Κεντρική Ελλάδα, δηλαδή η Θεσσαλία και η Βοιωτία, αλλά η καλλιέργεια επεκτάθηκε και στη Μακεδονία και την Θράκη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν και άλλα εκκοκκιστήρια. Την περίοδο ʼ86 – ʼ87 έγινε το εκκοκκιστήριο της ΕΑΣ και στη συνέχεια έγιναν και αρκετά ιδιωτικά στο νομό μας αλλά και την υπόλοιπη Θράκη.
• Συνάλλαγμα 200 εκατ. ευρώ το χρόνο
ΠτΘ: Το κύμα των επιδοτήσεων συμπαρέσυρε πολλούς παραγωγούς και τους έστρεψε στο βαμβάκι. Το 2009 η παραγωγή που υπάρχει είναι ανάλογη με την ζήτηση;
Σ.Κ.: Το βαμβάκι, όσον αφορά στη ζήτηση, δεν αποτέλεσε ποτέ ένα προβληματικό προϊόν. Η κατανάλωσή του ήταν πάντα εύκολη κι από τη στιγμή που υπερκάλυψε τις ανάγκες της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας, της ελληνικής κατανάλωσης, η εξαγωγή του έγινε σχετικά εύκολα και μάλιστα είχαμε κάποια πλεονεκτήματα και προνομιακές ζώνες, όπου παίρναμε καλύτερες τιμές από τις διεθνείς, που ήταν η Αίγυπτος και η Τουρκία, χώρες όπου συνεχίζουμε να κάνουμε εξαγωγές οι οποίες φέρνουν αρκετό συνάλλαγμα, ήτοι περισσότερα από 200 εκατ. ευρώ το χρόνο. Γιʼ αυτό το λόγο το βαμβάκι είναι ένα προϊόν ιδιαίτερης σημασίας για την εθνική οικονομία.
ΠτΘ: Ποιες χώρες είναι οι καλύτεροι πελάτες μας;
Σ.Κ.: Καλύτεροι πελάτες μας, λόγω του ότι είναι κοντά στην Ελλάδα, ήταν στο παρελθόν οι ευρωπαϊκές χώρες. Δυστυχώς, εκεί η κλωστοϋφαντουργία δεν κατάφερε να επιζήσει του ανταγωνισμού από τις χώρες του φθηνού εργατικού δυναμικού, με αποτέλεσμα οι χώρες που βρίσκονται κοντά μας, η Τουρκία κατά πρώτο λόγο και δευτερευόντως η Αίγυπτος να προμηθεύονται μεγάλες ποσότητες ελληνικού βαμβακιού.
Το κόστος μεταφοράς για την Τουρκία είναι πολύ χαμηλό ειδικά από την περιοχή μας που βρίσκεται δίπλα. Είναι φθηνότερο συχνά το κόστος για να φτάσει το βαμβάκι στην Κωνσταντινούπολη από ό,τι στη Θεσσαλονίκη.
Η Τουρκία έχει πολύ μεγάλη κατανάλωση βαμβακιού κι έχει στραφεί στο ελληνικό βαμβάκι γιʼ αυτό και είναι οι υπʼ αριθμόν ένα πελάτες μας.
ΠτΘ: Υποθέτω πως είναι πελάτες και για τα ΘΡΑΚΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ.
Σ.Κ.: Ναι. Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής μας δίναμε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία, η οποία όμως στις αρχές της δεκαετίας είχε μια κατανάλωση γύρω στους 160.000 τόνους εκκοκκισμένο βαμβάκι και σήμερα μετά δυσκολίας φτάνει τους 40.000 τόνους.
Θα πρέπει επομένως να κάνουμε εξαγωγές γιʼ αυτό και τα ΘΡΑΚΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ είναι από τα πρώτα που στράφηκαν στις γειτονικές αγορές, όπως είναι η Τουρκία, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ90 κι έκτοτε τις έχουμε αναπτύξει σημαντικά.
• Πρώτη ύλη
ΠτΘ: Το βαμβάκι που παράγεται εδώ επαρκεί;
Σ.Κ.: Αν αναφερθούμε στο εκκοκκισμένο βαμβάκι κάνουμε εξαγωγές κι έχουμε δυνατότητες για πολύ μεγαλύτερες εξαγωγές. Το σύσπορο βαμβάκι δεν επαρκεί για τα εκκοκκιστήρια, καθώς η δυναμικότητά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από την ελληνική παραγωγή γιʼ αυτό και ο ανταγωνισμός των εκκοκκιστηρίων δεν αφορά στο πώς θα πουλήσουν αλλά το πώς θα βρουν αρκετή πρώτη ύλη. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα το οποίο σχετίζεται και με την ποιότητα, γιατί όταν ανταγωνίζεσαι για να βρεις πελάτες βελτιώνεις την ποιότητα, όταν όμως ανταγωνίζεσαι για να βρεις πρώτη ύλη κάνεις αναγκαστικά εκπτώσεις. Όταν παρακαλάς τον αγρότη να φέρει το βαμβάκι δεν μπορείς να είσαι αυστηρός μαζί του αναφορικά με την ποιότητα.
ΠτΘ: Τι συμβαίνει με το παιχνίδι των τιμών όταν πρόκειται να γίνει η εισκόμιση του βαμβακιού; Είναι κοντινές οι τιμές που δίνονται από τα εκκοκκιστήρια ή υπάρχει απόκλιση;
Σ.Κ.: Η επίσημη τιμή δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί πάρα πολύ. Όταν ο αγρότης φέρνει το βαμβάκι του δηλώνει εξαρχής πως δεν δέχεται μικρότερη τιμή από αυτήν που θα πάρουν οι άλλοι, οπότε εάν ένα εκκοκκιστήριο ανεβάσει την τιμή αναγκάζεσαι νʼ ακολουθήσεις, γιατί έχεις δεσμευτεί απέναντι στους αγρότες. Αυτό έχει καθιερωθεί να γίνεται εδώ και χρόνια, μερικές φορές μάλιστα με αρνητικές συνέπειες ακόμη και για τον ίδιο τον αγρότη. Αν υποθέσουμε ότι κατά τη διάρκεια της εισκόμισης ανέβουν οι τιμές κι έχει κάποιος ενδεχομένως τη δυνατότητα νʼ ανεβάσει την τιμή θα πρέπει νʼ ανεβάσει και για όλα τα προηγούμενα που ήδη ενδεχομένως έχει πουλήσει σε χαμηλότερες τιμές. Είναι κάτι που βάζει φρένο στο νʼ ανεβάσουμε κάποιες φορές τις τιμές.
Άλλες φορές, όπως συνέβη την περσινή χρονιά, οι ίδιοι λόγοι οδήγησαν στο να δίνουμε στη Θράκη τιμές 50% υψηλότερες από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα, κάτι που μας δημιούργησε μεγάλα οικονομικά προβλήματα στην περίοδο της κρίσης καθώς η περσινή χρονιά ήταν η πιο δύσκολη από την ίδρυση των εκκοκκιστηρίων μας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι έχουμε ξεχάσει πως το βαμβάκι είναι ένα προϊόν που αποτελεί πρώτη ύλη για έναν πολύ μεγάλο κλάδο της ελληνικής βιομηχανίας και μέχρι το θεωρήσαμε ως ένα αγροτικό προϊόν που φέρνει κάποιο εισόδημα στους αγρότες. Οι όλες πολιτικές και συζητήσεις που αφορούν στο βαμβάκι δυστυχώς περιορίζονται εκεί κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο λάθος το οποίο πληρώνει σήμερα η ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Δυστυχώς, ενόψει των συζητήσεων που θα γίνουν το καλοκαίρι για νʼ αποφασιστεί τι θα γίνει με τις επιδοτήσεις μετά το 2013, δεν έχει δημιουργηθεί ένα λόμπι της όλης αλυσίδας του βαμβακιού που να ξεκινάει από το βαμβάκι σαν φυτό και να φτάνει μέχρι το ένδυμα. Θα μπορούσαμε σε συνεργασία και με άλλες χώρες της Ε.Ε. να καταφέρουμε κάτι καλύτερο σʼ αυτές τις διαπραγματεύσεις, στις οποίες φοβάμαι ότι το βαμβάκι θα χάσει αρκετά. Φοβάμαι ότι οι εξελίξεις θα είναι αρνητικές γιατί και το διεθνές περιβάλλον είναι αρνητικό.
ΠτΘ: Οι αγρότες ασχολούνται σε κάποιο βαθμό με το ζήτημα της ποιότητας και του ανταγωνισμού ενόψει και των εξελίξεων που αναμένονται για τις επιδοτήσεις;
Σ.Κ.: Όχι, γιατί κανείς δεν τους θέτει αυτό το θέμα. Ο αγρότης είναι επιχειρηματίας και φροντίζει το εισόδημά του. Το βαμβάκι είναι η πρώτη ύλη για έναν κλάδο που μέχρι πριν λίγα χρόνια αποτελούσε το 40% των βιομηχανικών ειδών που εξάγονταν και απασχολούσε το 28% των ατόμων που εργάζονταν στη μεταποίηση.
ΠτΘ: Η ποιότητα του βαμβακιού παίζει ρόλο όταν αυτό κατευθύνεται στη βιομηχανία ρούχων;
Σ.Κ.: Όλα τα βαμβάκια μπορούν να χρησιμοποιηθούν κάπου, απλά τα καλύτερα έχουν καλύτερη τιμή και τα δεύτερης ποιότητας μια κατώτερη τιμή. Όλα τα βαμβάκια μπορούν να χρησιμοποιηθούν, το θέμα όμως είναι η τιμή.
ΠτΘ: Η ποιότητα του βαμβακιού της Θράκης είναι καλή;
Σ.Κ.: Ναι, υπάρχουν βέβαια και καλύτερα βαμβάκια, τα μακρόινα, σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπως και κάποια χειρότερα σε ορισμένες άλλες. Εξακολουθώ να υποστηρίζω πως είναι λάθος να βλέπουμε το βαμβάκι σαν ένα πρόβλημα του αγρότη και μόνο.
• Η κλωστοϋφαντουργία μετατοπίζεται προς ανατολάς
ΠτΘ: Οι κάθετοι άξονες θα διευκολύνουν στο άνοιγμα μιας αγοράς στη Βουλγαρία που θα είναι πλέον πολύ κοντά, καθώς στο παρελθόν είχαν μεταφερθεί εκεί και κάποιες βιομηχανίες φασόν;
Σ.Κ.: Η κλωστοϋφαντουργία μετατοπίζεται όλο και πιο ανατολικά. Για ένα διάστημα υπήρχε και στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και του ανατολικού μπλοκ, μόνο που μετατοπίζεται γιατί κι εκεί τα μεροκάματα είναι πιο υψηλά από ό,τι σε άλλες χώρες.
Ακόμη και στην Τουρκία που είναι πιο ανεπτυγμένη από άλλες ασιατικές χώρες βλέπουμε να υπάρχει μια κρίση και η κλωστοϋφαντουργία να μεταφέρεται πιο πέρα, δηλαδή στην Ινδία, το Πακιστάν, την Ινδονησία, κύρια την Κίνα. Σήμερα στην Κίνα καταναλώνεται το 40% της παγκόσμιας παραγωγής βάμβακος. Στις ανεπτυγμένες χώρες αντίθετα, την Αμερική, την Ιαπωνία και την Ευρώπη, η κατανάλωση έχει πέσει πάρα πολύ γιατί αυτές οι χώρες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν το κόστος παραγωγής των ασιατικών χωρών.
ΠτΘ: Σύμφωνα με τη διαμόρφωση της παγκόσμιας πραγματικότητας είστε αισιόδοξος ως προς το μέλλον που έχει το δικό μας βαμβάκι;
Σ.Κ.: Στην Ελλάδα υπάρχει βαμβάκι γιατί υπάρχουν αυτές οι υψηλές επιδοτήσεις, οι οποίες αποτελούν το 65% με 70% του εισοδήματος των βαμβακοκαλλιεργητών. Άρα το αν θα καλλιεργείται βαμβάκι εξαρτάται 100% από την επιδότηση και τη μορφή που θα έχει. Πριν μερικά χρόνια έγινε μια αλλαγή στο σύστημα, δηλαδή η επιδότηση έφυγε από το προϊόν και πήγε σαν ενίσχυση του αγρότη ο οποίος παίρνει ένα μεγάλο ποσοστό της επιδότησης (το 65%) ακόμη και αν δεν καλλιεργήσει, με αποτέλεσμα αυτή και μόνο η αλλαγή να μειώσει σημαντικά την βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα. Εάν γίνουν περαιτέρω αλλαγές θα έχουμε επίσης μια μείωση.
Το διεθνές περιβάλλον σήμερα έχει ως εξής: Πρώτον, η κατανάλωση στρέφεται στις φτωχές χώρες οι οποίες προσπαθούν να καλλιεργήσουν το δικό τους βαμβάκι αλλά δεν μπορούν να πετύχουν υψηλές τιμές γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να δίνουν επιδοτήσεις με αποτέλεσμα να πιέζουν πάρα πολύ στο να καταργηθούν παγκόσμια οι επιδοτήσεις.
Να μην ξεχνάμε ότι οι δυο τελευταίες συνελεύσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου απέτυχαν κυρίως στις συζητήσεις πάνω στα αγροτικά θέματα και αιχμή του δόρατος γιʼ αυτό ήταν το βαμβάκι. Επίσης, αιχμή του δόρατος είναι το βαμβάκι για τη συμμαχία των χωρών που έχει αναπτυχθεί με σκοπό την κατάργηση των επιδοτήσεων. Επομένως, έχουμε μια φοβερή πίεση προς την Ε.Ε. και κύρια προς την Αμερική για μείωση των επιδοτήσεων στο βαμβάκι.
Οι αφρικανικές χώρες έχουν ξεσηκωθεί γιατί υπάρχουν αρκετές που ζουν μόνο από το βαμβάκι και απαιτούν να καταργηθούν οι επιδοτήσεις, γιατί μʼ αυτόν τον τρόπο θα ανέβαινε η τιμή του δικού τους αγροτικού προϊόντος που δεν επιδοτείται.
Το δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με το γεγονός ότι μέσα στην Ε.Ε. έχει αναπτυχθεί ένα μέτωπο με επικεφαλής την Μεγάλη Βρετανία και δευτερευόντως τις Σκανδιναβικές Χώρες οι οποίες δεν θέλουν να δίνεται τόσο μεγάλο κομμάτι του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στον αγροτικό τομέα. Στον αντίποδα, υπάρχει η ομάδα των χωρών που έχουν αρκετά ανεπτυγμένη την γεωργία με επικεφαλής την Γαλλία η οποία ζητά να παραταθεί το καθεστώς των επιδοτήσεων μέχρι το 2020. Εάν, όμως, δούμε ότι ο προϋπολογισμός της Ε.Ε. δεν περνάει τις καλύτερες του στιγμές παράλληλα με το γεγονός ότι από τις 10 νέες χώρες της Ε.Ε. αρκετές εξ αυτών έχουν αναπτυγμένο το κομμάτι της πρωτογενούς παραγωγής κατανοούμε ότι τα χρήματα που μένουν δεν είναι πολλά με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι πιέσεις για τη μείωση των επιδοτήσεων.
Στις συζητήσεις που θα γίνουν μέχρι το καλοκαίρι του 2010 – το επόμενο εξάμηνο – προκειμένου νʼ αποφασιστεί τι θα γίνει από το 2013 κι έπειτα, η χώρα μας θα έχει αρκετές δυσκολίες στο να καταφέρει να διατηρηθούν οι επιδοτήσεις για τα προϊόντα που την ενδιαφέρουν ειδικά για το βαμβάκι. Είναι ένα πολύ δύσκολο έργο. Εάν συνυπολογίσουμε τις δημοσιονομικές δυσκολίες και το ότι βρισκόμαστε υπό συνεχή πίεση από την Ε.Ε. δύσκολα μπορούμε νʼ ασκήσουμε βέτο σε παρόμοια ζητήματα. Από την άλλη, δεν έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα το μπλοκ εκείνο που θα μπορούσε να δημιουργήσει από τη μία πίεση και από την άλλη συμμαχίες με ευρωπαϊκές χώρες.
Δυστυχώς, έχουμε αφήσει να χειρίζεται το βαμβάκι αποκλειστικά και μόνο το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και όχι ενδεχομένως και το Οικονομίας, δεν δημιουργήθηκαν εκείνες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στις διαπραγματεύσεις που έρχονται και θα είναι πολύ δύσκολες και από τις οποίες θα εξαρτηθεί 100% το μέλλον της βαμβακοκαλλιέργειας στην Ελλάδα.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
