Eξελιξεις, προοπτικες και προκλησεις για την οικονομικη πολιτικη

Οι περισσότεροι από τους παράγοντες που είχαν επηρεάσει θετικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα δύο πρώτα έτη μετά την υιοθέτηση του ευρώ εξακολούθησαν να επιδρούν ευνοϊκά και το 2003. Ο ρυθμός ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας σημείωσε μικρή επιτάχυνση το 2003, παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία στη ζώνη του ευρώ. H αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) έφθασε το 4,2%, έναντι 3,9% το 2002 (σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προσωρινές εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών), υπερβαίνοντας τον αντίστοιχο μέσο ρυθμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση για όγδοο κατά σειρά έτος. Ωστόσο, παρά αυτές τις ευνοϊκές εγχώριες συνθήκες, η ελληνική οικονομία δεν σημείωσε πρόοδο όσον αφορά την επίλυση των δύο βασικών διαρθρωτικών προβλημάτων της, τα οποία είναι η χαμηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα και οι δημοσιονομικές ανισορροπίες.

H παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε σημαντικά το 2003, ιδίως το δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας για το 2004 είναι ευνοϊκές. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ΑΕΠ θα φθάσει γύρω στο 4,5%, με προοπτική να παραμείνει υψηλός και το 2005.

Στην ελληνική οικονομία, όπως προαναφέρθηκε, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,2% το 2003, έναντι 3,9% το 2002. Στη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια έχουν συμβάλει η βελτίωση των συνθηκών μακροοικονομικής σταθερότητας με την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ, καθώς και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που, παρά τις καθυστερήσεις, έχουν πραγματοποιηθεί. Επίσης έχουν συμβάλει παράγοντες οι οποίοι ενίσχυσαν την εγχώρια ζήτηση.

Ο πληθωρισμός (βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) παρέμεινε κοντά στο 3,5%, με αποτέλεσμα η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και της ζώνης του ευρώ να διατηρηθεί ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με το μέσο όρο της τελευταίας τριετίας (σχεδόν 1,5 εκατοστιαία μονάδα). H εξέλιξη αυτή υποδηλώνει περαιτέρω διάβρωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Όσον αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις, η χαλάρωση των δημοσιονομικών συνθηκών ήταν ιδιαίτερα έντονη το 2003. Συγκεκριμένα, η αύξηση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και το έλλειμμα έφθασε στο 2,95% του ΑΕΠ το 2003, έναντι 1,4% το 2002, σύμφωνα με αναθεωρημένες εκτιμήσεις που υπέβαλε το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στην Eurostat στις 30 Μαρτίου.

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, το ενοποιημένο χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε το 2003 στο 103,0% του ΑΕΠ, από 104,7% του ΑΕΠ το 2002. H μείωση αυτή (κατά 1,7% του ΑΕΠ) είναι μικρότερη από την αρχική πρόβλεψη για μείωση κατά 5,1 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό, αν και μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2003, από 6,1% το 2002. Εν μέρει, το έλλειμμα είναι αναμενόμενο για μια χώρα που βρίσκεται σε διαδικασία πραγματικής σύγκλισης. Οι επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυξήθηκαν με ταχύ ρυθμό τα τελευταία χρόνια, αλλά η αποταμίευση – ιδιωτική και δημόσια – υπολείπεται των επενδύσεων, γεγονός που αντανακλάται στο διευρυμένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο, το έλλειμμα αντανακλά επίσης διαρθρωτικές αδυναμίες και χαμηλή ανταγωνιστικότητα, όπως υποδηλώνει η μείωση του μεριδίου των ελληνικών εξαγωγών επί των συνολικών εισαγωγών της ζώνης του ευρώ κατά τη δεκαετία του 90 και η σταθεροποίησή του σε χαμηλά επίπεδα από το 1999 και εξής. H κατάσταση αυτή επιδεινώνεται επειδή ο υψηλότερος ρυθμός πληθωρισμού της ελληνικής οικονομίας έναντι των ανταγωνιστών της διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές.

Όσον αφορά τις νομισματικές εξελίξεις στην Ελλάδα το 2003, ο ρυθμός ανόδου του M3 ήταν υψηλός, αν και χαμηλότερος από ό,τι στο σύνολο της ζώνης του ευρώ. H πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα ήταν ιδιαίτερα έντονη σε ορισμένους τομείς της οικονομίας, προ πάντων αυτούς που συνδέονται με την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα καταναλωτικά και τα στεγαστικά δάνεια εξακολούθησαν να αυξάνονται με υψηλό ετήσιο ρυθμό – τα μεν καταναλωτικά με ρυθμό 24,8% το τέταρτο τρίμηνο του 2003 και 30,1% τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, τα δε στεγαστικά με ρυθμό 27,1% και 23,9% αντίστοιχα. Τόσο τα επιτόκια χορηγήσεων όσο και τα επιτόκια καταθέσεων μειώθηκαν, αλλά εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα αντίστοιχα μέσα επιτόκια στη ζώνη του ευρώ, παρ ότι συνεχίζουν να συγκλίνουν προς αυτά.

Προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης είναι η ύπαρξη ισχυρού και σταθερού χρηματοπιστωτικού συστήματος. H κερδοφορία των τραπεζών στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 47% περίπου το 2003. H αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων τους αυξήθηκε σε 12,8%, από 8,4% το 2002, και η αποδοτικότητα του συνολικού ενεργητικού τους αυξήθηκε σε 0,9%, από 0,6% το 2002. Παρατηρήθηκε επίσης μικρή βελτίωση στην κεφαλαιακή επάρκεια, καθώς τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ίδια κεφάλαια, σε ενοποιημένη βάση, ανήλθαν σε 11,8% του συνολικού ενεργητικού το 2003, από 10,5% το 2002. Εάν ληφθεί υπόψη η επίπτωση επί του δείκτη από την υστέρηση των σχηματισμένων προβλέψεων ορισμένων τραπεζών έναντι των ελάχιστων απαιτούμενων εποπτικών προβλέψεων (μετά την προς τα άνω αναπροσαρμογή των σχετικών συντελεστών από την Τράπεζα της Ελλάδος το 2003) καθώς και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές εξελίξεις στις κεφαλαιαγορές και γενικότερα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, θα πρέπει οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας ώστε να διαθέτουν ικανοποιητικό περιθώριο ασφάλειας και ισχυρή ανταγωνιστική θέση.

Γενικά η δανειακή επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών, παρά τη διαχρονική της αύξηση διατηρήθηκε το 2003 σε σχετικά χαμηλό ποσοστό του ΑΕΠ (26,3%, έναντι 48,5% στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο και 102,2% στις ΗΠΑ) και δεν αποτελεί παράγοντα αστάθειας, όπως άλλωστε προέκυψε και από τις διαπιστώσεις ειδικής έρευνας που διεξήχθη πέρυσι για λογαριασμό της Τραπέζης της Ελλάδος.

H Τράπεζα της Ελλάδος συνεχίζει να παρακολουθεί τις εξελίξεις στα συστήματα διαχείρισης κινδύνων των εμπορικών τραπεζών και να προτείνει βελτιώσεις. Επιπλέον, η Τράπεζα ενθαρρύνει την αυξανόμενη χρήση νέων τεχνικών και προϊόντων για τη βελτίωση της διαχείρισης κινδύνων. Οι αλλαγές αυτές είναι απαραίτητες εν όψει των κανόνων του νέου Συμφώνου της Βασιλείας για την Κεφαλαιακή Επάρκεια, οι οποίοι προβλέπουν ότι οι τράπεζες θα πρέπει στο μέλλον να είναι σε θέση να διαχειρίζονται οι ίδιες την κεφαλαιακή τους επάρκεια, ενώ οι εποπτικές αρχές θα ελέγχουν κυρίως αν τα συστήματα διαχείρισης της κεφαλαιακής επάρκειας είναι τα ενδεδειγμένα.

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις της Τραπέζης της Ελλάδος και των διεθνών οργανισμών, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα παραμείνει υψηλός το 2004 (γύρω στο 4%), δηλαδή σχεδόν στο ίδιο επίπεδο όπως το 2003, και θα συνεχίσει να υπερβαίνει το δυνητικό ρυθμό ανόδου της οικονομίας, ενώ σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πρόβλεψη του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η αύξηση θα είναι 3,7%. Όπως και το 2003, η κυριότερη ώθηση στην άνοδο του ΑΕΠ θα προέλθει από την υψηλή εγχώρια ζήτηση. Θετική θα είναι όμως και η επίδραση της εξωτερικής ζήτησης λόγω της ταχύτερης ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας και του εμπορίου. Μεταξύ των άλλων παραγόντων οι οποίοι στηρίζουν την πρόβλεψη για διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης είναι οι χαλαρές νομισματικές συνθήκες και η συνεχιζόμενη εισροή πόρων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της E.E. Παράλληλα, θετική συμβολή αναμένεται να έχουν η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης και η συνεχιζόμενη – αν και με χαμηλότερο ρυθμό – αύξηση των επενδύσεων. Επίσης, η μείωση του ποσοστού ανεργίας που παρατηρήθηκε το 2003 προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί εφέτος, αντανακλώντας τον υψηλό ρυθμό οικονομικής ανόδου και την ευνοϊκή επίδραση της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην απασχόληση.

Ο πληθωρισμός, ο οποίος επιβραδύνθηκε σταδιακά στη διάρκεια του 2003, αναμένεται ότι σε μέση ετήσια βάση θα διαμορφωθεί το 2004 στο ίδιο επίπεδο όπως πέρυσι ή σε επίπεδο οριακά υψηλότερο, ενώ η διαφορά του από τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ ενδεχομένως θα υπερβεί τη 1,5 εκατοστιαία μονάδα. Ειδικότερα, το 2004 προβλέπεται ότι θα επιταχυνθεί ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Επίσης, εκτιμάται ότι η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων θα ενισχύσει τα φαινόμενα υπερβάλλουσας ζήτησης στους τομείς των υπηρεσιών (όπως συνέβη και σε άλλες διοργανώτριες χώρες στο παρελθόν). Η προβλεπόμενη αύξηση της μέσης ετήσιας τιμής του αργού πετρελαίου σε δολάρια ΗΠΑ εκτιμάται ότι θ αντισταθμιστεί από την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου (σε μέσα ετήσια επίπεδα). Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι υπάρχουν εφέτος εντονότερα από ό,τι συνήθως στοιχεία αβεβαιότητας όσον αφορά στους ανωτέρω παράγοντες.

Οι περισσότεροι από τους παράγοντες οι οποίοι στήριζαν τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της Ελλάδος τα τελευταία έτη θα εξακολουθήσουν, σε σημαντικό βαθμό, να επιδρούν και τα αμέσως προσεχή έτη.

Κατά το υπόλοιπο της δεκαετίας η Ελλάδα θα πρέπει να επιτύχει υψηλότερη και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη ώστε το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της να εξακολουθήσει να συγκλίνει προς το μέσο όρο της E.E. Βασικοί στόχοι της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, σύμφωνα με τις προγραμματικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού στη Βουλή στις 20 Μαρτίου 2004, είναι:

* H βελτίωση της παραγωγικότητας και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας,

* H επιδίωξη ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης που θα υπερβαίνει το 5%,

* H μείωση της ανεργίας κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες έως το τέλος της τετραετίας,

* H σύγκλιση των μισθών και των συντάξεων προς το μέσο όρο της E.E. τα επόμενα 8 χρόνια.

Για την επίτευξη αυτών των φιλόδοξων στόχων, θα απαιτηθεί μια μεσοπρόθεσμη στρατηγική της οικονομικής πολιτικής η οποία πρέπει να περιλαμβάνει: (α) ένα ευρύ φάσμα περαιτέρω οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων με σκοπό την αύξηση του αναπτυξιακού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας μακροχρόνια, (β) μακροοικονομική πολιτική προσανατολισμένη στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα και (γ) συγκεκριμένες πολιτικές για την εξασφάλιση διατηρήσιμης δημοσιονομικής ισορροπίας μακροχρόνια.

H διατήρηση ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ άνω του 5% μεσοπρόθεσμα προϋποθέτει αύξηση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης, προκειμένου να αποφευχθούν οι πληθωριστικές πιέσεις. Στην αύξηση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης συμβάλλουν τρεις παράγοντες: το εργατικό δυναμικό, το διαθέσιμο κεφάλαιο και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών. Επομένως, για να βελτιωθούν περαιτέρω οι αναπτυξιακές επιδόσεις της Ελλάδος μακροχρόνια, χρειάζονται πολιτικές οι οποίες θα επικεντρώνονται στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην πλήρη αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων και την ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.

H ελληνική αγορά εργασίας παρουσίασε βελτίωση τα τελευταία χρόνια. Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε, αλλά με βραδείς ρυθμούς και παραμένει μεταξύ των υψηλοτέρων στην E.E. Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες χώρες της E.E., μέτρα για την προώθηση των στόχων της Λισαβώνας και για την αύξηση της ευκαμψίας της αγοράς εργασίας.

Παράλληλα, θα πρέπει να ενισχυθούν η ευκαμψία και ο ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων. Προκειμένου να ενισχυθεί η παραγωγικότητα και να εδραιωθεί ένα περιβάλλον φιλικό προς την επιχειρηματικότητα, προέχει η απλούστευση και η βελτίωση του κανονιστικού πλαισίου με σκοπό την κατάργηση διαφόρων περιοριστικών ρυθμίσεων.

Εκτός από την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και την ενίσχυση του ανταγωνισμού σε διάφορες αγορές, απαιτούνται μέτρα και για την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Πρωτεύοντα ρόλο στην αύξηση της παραγωγικότητας διαδραματίζουν οι επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Το χαμηλό επίπεδο της παραγωγικότητας στην Ελλάδα συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με την υστέρηση όσον αφορά τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και τη δημιουργία μιας οικονομίας βασισμένης στη γνώση.

H ελληνική οικονομία εξακολουθεί να πάσχει από έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών, παρ ότι τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου του πληθυσμού.

Τέλος, οι βελτιώσεις σε όλους τους τομείς που προαναφέρθηκαν μπορούν να οδηγήσουν στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων. Ως προς την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, η Ελλάδα υστερεί όχι μόνο σε σχέση με τις άλλες χώρες της E.E., αλλά και σε σχέση με τις εντασσόμενες στην E.E. χώρες. Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, η απλοποίηση των πολυπληθών ρυθμίσεων που διέπουν τη σύσταση νέων επιχειρήσεων και η δημιουργία ενός σταθερού κανονιστικού και φορολογικού πλαισίου έχουν κρίσιμη σημασία για την εμπέδωση ενός περιβάλλοντος που θα ευνοεί τις ξένες επενδύσεις.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παρέχουν τη δυναμική για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μακροχρόνια, αλλά η διατήρηση των ρυθμών αυτών στο μέλλον θα εξαρτηθεί, όπως και στο παρελθόν, και από την άσκηση πολιτικών οι οποίες θα στηρίζουν καθοριστικά τη μακροοικονομική σταθερότητα.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής προσαρμοσμένης στις ειδικές συνθήκες και ανάγκες της χώρας, είναι απαραίτητη η συμβολή της δημοσιονομικής πολιτικής για την επίτευξη και τη διατήρηση υψηλού βαθμού σταθερότητας των τιμών σε εθνικό επίπεδο. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αποβλέπουν στην ταχύτερη άνοδο της παραγωγικότητας (και ήδη αναφέρθηκαν) μπορούν να συμβάλουν και αυτές μεσοπρόθεσμα στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι – επειδή δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος σε εθνικό επίπεδο – έχουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη βελτίωση και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, η Ελλάδα θα πρέπει να λάβει κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφύγει την εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος και να κινηθεί σταδιακά προς την επίτευξη σχεδόν ισοσκελισμένης ή πλεονασματικής δημοσιονομικής θέσης, κυρίως μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου των τρεχουσών πρωτογενών δαπανών. H διεθνής εμπειρία δείχνει ότι όσες χώρες επέτυχαν δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκαν κυρίως στον έλεγχο των πρωτογενών δαπανών.

Οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει και αυτοί να συμβάλλουν στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Για το λόγο αυτό, κατά την παρούσα φάση είναι κατ αρχήν σκόπιμο, μέχρι να εξαλειφθεί η διαφορά πληθωρισμού έναντι των άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ (οι οποίες είναι οι κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδος), η αύξηση των πραγματικών αποδοχών να υπολείπεται της αύξησης της παραγωγικότητας, όπως έχει τονιστεί και άλλοτε από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί εάν οι κοινωνικοί εταίροι υιοθετήσουν ως γενική κατεύθυνση ότι σταδιακά ο ρυθμός ανόδου των ονομαστικών αποδοχών θα συγκλίνει προς το άθροισμα του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα και του μέσου πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ.

Την αντιπληθωριστική προσπάθεια δεν θα πρέπει να επωμιστούν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι, αλλά θα πρέπει και οι επιχειρήσεις να ασκήσουν την κατάλληλη τιμολογιακή πολιτική. Σε βασικούς τομείς της οικονομίας, οι πιέσεις που ασκούνται από την πλευρά της ζήτησης, σε συνδυασμό με την έλλειψη ανταγωνισμού σε ορισμένες αγορές, έχουν οδηγήσει σε αυξήσεις των τιμών που δεν δικαιολογούνται με βάση την άνοδο του κόστους.

Μια μεσοπρόθεσμη στρατηγική για να επιτύχει η Ελλάδα υψηλότερους και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης πρέπει να περιλαμβάνει και μέτρα για την εξασφάλιση της μακροχρόνιας διατηρησιμότητας της δημοσιονομικής ισορροπίας και ειδικότερα για τη μείωση του εξαιρετικά υψηλού δημόσιου χρέους.

H ανάγκη μείωσης του χρέους είναι επιτακτική και εν όψει των προβλημάτων που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού και με τις πρόσθετες δαπάνες που θα απαιτηθούν για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη. H περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή και μείωση των πρωτογενών δαπανών θα δώσει στον κρατικό προϋπολογισμό ευρύτερα περιθώρια για την κάλυψη των δαπανών για συντάξεις, χωρίς ανάληψη μεγάλων δανειακών υποχρεώσεων. Επιπλέον, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του συστήματος συντάξεων ύστερα από διάλογο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και της κυβέρνησης.

H επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης είναι μια μακροχρόνια διαδικασία. Προκειμένου να συντομευτεί ο χρονικός ορίζοντας της σύγκλισης, είναι αυτονόητο ότι απαιτείται η επίτευξη ακόμη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αυτό προϋποθέτει εφαρμογή πολιτικών που συμβάλλουν στην άνοδο της παραγωγικότητας και στην αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και επομένως ενισχύουν τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας (δηλαδή το ρυθμό αύξησης του «δυνητικού προϊόντος»).

H πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι περισσότερες από τις οποίες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της στρατηγικής που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Λισσαβόνα με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, θα συναντήσει δυσκολίες γιατί βραχυπρόθεσμα συνεπάγεται οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αλλά και γιατί προϋποθέτει ριζικές αλλαγές σε καθιερωμένες αντιλήψεις και φοβίες. Οι μεταρρυθμίσεις όμως είναι αναγκαίες επειδή παρέχουν τη δυναμική για ταχεία και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη. Για το λόγο αυτό απαιτείται η σύμπραξη των κοινωνικών εταίρων. Στην αντίθετη περίπτωση, το τίμημα της αδράνειας θα ήταν βαρύ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.