Στον αερα το ευρω

Μια ιδιαίτερα σημαντική ανάλυση της γνωστής μας, μέσω του τμήματος Διεθνών Οικονομικών Σπουδών και Ανάπτυξης, κ. Μαρίας Νεγρεπόντη – Δελιβάνη, πρώην πρυτάνεως και καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, φιλοξενεί σήμερα ο «Παρατηρητής της Θράκης», επανερχόμενος, στα καθ’ ημέραν θέματα, που άπτονται ενός συγκεκριμένου τομέα.

Με αφορμή, λοιπόν, την έναρξη ύλης σχετικής με το Δημοκρίτειο, ο «Παρατηρητής της Θράκης» αδράττει την ευκαιρία για να φιλοξενήσει το ακολούθως παρατιθέμενο κείμενο της κ. Δελιβάνη, που εστιάζει στην άρση του Συμφώνου Σταθερότητας, διατείνεται ότι ο, ήδη, αρχόμενος Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τη μορφή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, πλήττει, κυρίως, την Ευρωπαϊκή οικονομία και το ευρώ, και υπενθυμίζει, ότι σύμφωνα με την ιστορία και τις εναλλαγές άκρατης φιλελευθεροποίησης και παρεμβατισμού, κάθε 20 με 30 χρόνια, θα πρέπει να αναμένουμε την επάνοδο σε μια μορφή καπιταλισμού, που θα θυμίζει τη δεκαετία του ’80, με την πιθανότητα να προηγηθούν δυστυχώς στο μεταξύ ακροδεξιά ή φασιστικά καθεστώτα.


Μαρία Νεγρεπόντη – Δελιβάνη όμως…

Τ.Β.

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 19 τρέχοντος στις Βρυξέλλες, ήταν βόμβα πολλών μεγατόνων που ωστόσο, και κατά περίεργο τρόπο, δεν προκάλεσε ανάλογες αντιδράσεις. Αναφέρομαι, για την ακρίβεια, στην απροσδόκητη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιτρέψει στα κράτη – μέλη της Ε.Ε. την αποστασιοποίησή τους (προς το παρόν για δύο χρόνια) από το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Η καταλυτικής σημασίας αυτή απόφαση, για το μέλλον της ΟΝΕ, του ευρώ και, φυσικά, της Ευρώπης πάρθηκε, κατά τα φαινόμενα, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τρόπο ανώδυνο, χωρίς καν να κριθεί απαραίτητο να συμβουλευθεί τα κράτη – μέλη και χωρίς να προβληματιστεί ιδιαίτερα. Δηλαδή, σαν να επρόκειτο για «απόφαση ρουτίνας».

Αλλά, πώς αλήθεια θα μπορούσε, μια τέτοια συντριπτικών διαστάσεων απόφαση, να είναι «απόφαση ρουτίνας»! Όταν είναι γνωστό ότι η κατάστρωση και ο προσδιορισμός των όρων πιστής τήρησης των επί μέρους βασανιστικών κριτηρίων του Μάαστριχτ απασχόλησαν επί μακρά σειρά ετών το διευθυντήριο και τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. και στη συνέχεια της ΟΝΕ. Όταν είναι γνωστό ότι η υλοποίησή τους συνδέθηκε, όχι μόνο με αιματηρές και μακροχρόνιες πολιτικές λιτότητας που οδήγησαν σε, χωρίς προηγούμενο, ανακατανομή εισοδήματος, από μισθούς προς μη μισθούς, αλλά και με συνεχώς διογκούμενη ανεργία, αλλά και με προϊούσα κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας, αλλά και με εξασθένηση του ρυθμού ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομικών. Όταν είναι γνωστό ότι οι ζητούμενες θυσίες, από το Σύμφωνο Σταθερότητας, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερες για τον ευρωπαϊκό Νότο, από ό,τι για τον ευρωπαϊκό Βορρά, δεδομένου ότι οι λιγότερο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες θυσίαζαν, έτσι, τη δυνατότητα σύγκλισής τους με ταχύτερους ρυθμούς, χάρις στη νομισματική σταθερότητα… Όταν είναι, ακόμη, γνωστό ότι αν και από πολλές πλευρές εκφράστηκαν εύλογοι φόβοι και έγιναν βάσιμες προβλέψεις για ενδεχόμενη παταγώδη αποτυχία του πρωτόγνωρου αυτού, όσο και ανεδαφικού επιχειρήματος, όμως η Ε.Ε. προχώρησε ακάθεκτη προς το βάραθρο που η ίδια είχε ανοίξει, σαγηνεμένη από την προοπτική του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, του ευρώ της. Από το ευρώ, η Ευρώπη προσδοκούσε πολλά, γι’ αυτό και υπέκυψε χωρίς δυσκολία στις αδηφάγες απαιτήσεις του. Πράγματι, η Ε.Ε. έδειξε να είναι σίγουρη, ότι το ευρώ θα καταστεί ισχυρό νόμισμα, ότι θα μπορέσει να κλέψει σύντομα τη δόξα του αμερικανικού δολαρίου, ότι θα προσελκύσει μια δυνατή και έγκριτη φωνή, με την οποία θα απευθύνεται στις ΗΠΑ.

Θεωρητικά, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί, αν στην πορεία δεν είχε, εντελώς λησμονηθεί η πιο βασική προϋπόθεση της επιτυχίας του. Δηλαδή, ότι η Ε.Ε. για να ελπίζει σε όλα αυτά, θα έπρεπε πρώτα και κύρια να κατοχυρωθεί ως ισχυρή οικονομία. Αλλά, ακριβώς, η τροχοπέδη του Συμφώνου Σταθερότητας απέκλειε εκ προοιμίου αυτήν την προοπτική.

Και, ξαφνικά, χωρίς προηγούμενη συζήτηση, χωρίς να κριθεί απαραίτητο να ακουστεί η γνώμη των κρατών – μελών, που όχι μόνο δεινοπάθησαν για να ανταποκριθούν στα παράλογα και αντιαναπτυξιακά κριτήρια του Μάαστριχτ, αλλά επιπλέον εθίστηκαν και στις απατεωνιές της δημιουργικής λογιστικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε την αναστολή, για δύο χρόνια, του Συμφώνου Σταθερότητας, σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η άρση αυτή, φυσικά, θα απελευθερώσει και την πολιτική ως προς τον πληθωρισμό, το ύψος των επιτοκίων, δηλαδή του συνόλου των κριτηρίων.

Η επίσημη, όσο και λακωνική ερμηνεία που δόθηκε στην αναπάντεχη αυτή απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι η αναβολή, για δύο χρόνια, της τήρησης των κριτηρίων του Μάαστριχτ. Η άδεια, δηλαδή, του δικαιώματος «αναπνοής» των κρατών – μελών της ΟΝΕ μέχρι το 2004. Ωστόσο, οι γενικότερες εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και οι απτές αποδείξεις της πλήρους αποτυχίας του καθεστώτος της ΟΝΕ και του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος υπόσχονται την αθέτηση της παραπάνω αυτής υπόσχεσης.

Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να απαντήσω στο γιατί υπήρξε αυτή η εξέλιξη, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την ΟΝΕ και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, αλλά και τι θα πρέπει να αναμένεται για την Ελλάδα.

Ι. Τα αίτια της άρσης

Τα αίτια της άρσης του Συμφώνου Σταθερότητας είναι και καθαρά ευρωπαϊκά, αλλά και παγκόσμια. Είναι, εξάλλου, οικονομικά, αλλά και εξωοικονομικά.

Α. Αίτια, στο πλαίσιο της Ευρώπης

Η κορυφή του παγόβουνου ήταν η, εδώ και μήνες, αυξανόμενη αδυναμία των δύο ηγετικών ευρωπαϊκών οικονομιών (που είναι αυτές οι ίδιες που εμπνεύστηκαν τα παρανοϊκά κριτήρια σταθερότητας), δηλαδή της Γερμανίας και της Γαλλίας, αλλά και της Ιταλίας, να αντιμετωπίσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα που ξεπερνούσαν τα επιτρεπτά όρια. Όσο για την Πορτογαλία, που βρέθηκε και αυτή στην ίδια δυσάρεστη θέση, θα είχε σίγουρα τιμωρηθεί από το διευθυντήριο της Ε.Ε., αν οι δυσκολίες της δεν συνέπιπταν, χρονικά, με τις αντίστοιχες των τριών μεγάλων δυνάμεων, που εκπροσωπούν τα 3/4 της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αντίθετα, οι μικρότερες και φτωχότερες οικονομίες της Ευρώπης, με ανείπωτες βέβαια θυσίες, κατόρθωσαν ωστόσο να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του Συμφώνου Σταθερότητας. Αλλά πέρα από την κορυφή του, το παγόβουνο περιέκλειε την καθολική αποτυχία της ΟΝΕ και του ευρώ, που επιτέλους συνειδητοποιήθηκε από την Ε.Ε. μόνο όταν η αμερικανή ύφεση, που τόσο έντονα και για τόσο πολύ χρόνο αναμενόταν από την Ευρώπη, δεν είχε τα αποτελέσματα που είχαν προεξοφληθεί. Ειδικότερα, η Ευρώπη πίστευε ότι η αμερικανική ύφεση θα την άφηνε αλώβητη, και θα κατόρθωνε έτσι να επιβάλλει το κοινό της νόμισμα σε παγκόσμια βάση. Εκτός από την ανεδαφικότητα παρόμοιας προσδοκίας, η ύφεση έπληξε (και πλήττει) περισσότερο την Ευρώπη σε σύγκριση με την Αμερική, για πάρα πολλούς λόγους, ο κυριότερος των οποίων είναι η ουσιαστική κήρυξη του Γ΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ή πολέμου κατά της τρομοκρατίας και οι συνέπειές του, που ευνοούν πολλαπλά τις ΗΠΑ, αλλά όχι και την Ευρώπη. Έτσι, η Ευρώπη, χωρίς να το ομολογήσει επίσημα, διαπιστώνει με συντριβή ότι το μεγαλεπήβολο σχέδιο ενοποίησης των οικονομιών και των νομισμάτων της απέτυχε, και μάλιστα παταγωδώς. Και ακόμη, ότι το παγκόσμιο περιβάλλον της μακρόχρονης ύφεσης, απαιτεί στρατηγικές επιβίωσης και όχι επικράτησης και κυριαρχίας, για την περίπτωση της ασθενούς οικονομίας της.

Με την απόφαση, λοιπόν, αυτήν της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επανέρχονται, και επίσημα πια, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στην Ευρώπη. Ωστόσο, μένει να εξεταστεί αν πρόκειται για απόφαση που αποβλέπει, απλά και μόνο, στο βραχύχρονο ξεπέρασμα των σχετικών δυσκολιών των ευρωπαϊκών οικονομιών, ή αντίθετα πρόκειται για οριστική στροφή πλεύσης της ευρωπαϊκής μακροοικονομικής πολιτικής, προς σχήματα με έντονο «κεϋνσιανό άρωμα». Τα πάντα συνηγορούν υπέρ της δεύτερης περίπτωσης. Εξάλλου, αυτή είναι σύμφωνη και με τις ανάγκες των ευρωπαϊκών οικονομιών, που θα λειτουργήσουν για μεγάλο διάστημα σε πολεμικό και υφεσιακό περιβάλλον. Αλλά, σ’ αυτήν την περίπτωση, αυθόρμητα τίθεται το αγωνιώδες ερώτημα «τι θα γίνει με το ευρώ»;

Β. Αίτια, εκτός της Ευρώπης

Ολόκληρο το οικοδόμημα ΟΝΕ – ευρώ δεν ήταν, δυστυχώς, βιώσιμο, από την αρχή και ανεξάρτητα από την κήρυξη του Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της πολυσύνθετης αμερικανικής κρίσης.

Υπενθυμίζω ότι είχα διατυπώσει σχετικούς φόβους μου, προφορικά και γραπτά, και από τις στήλες της έγκριτης εφημερίδας «Εξπρές», από την πρώτη στιγμή που συζητήθηκε η δημιουργία της ΟΝΕ. Και το τονίζω μόνο, για να μην υποπέσω στην κατηγορία των όσων ήταν απόλυτα σύμφωνοι και, μάλιστα, ενθουσιώδεις στην αρχή, ενώ εκ των υστέρων και όταν εμφανίστηκαν οι δυσκολίες λειτουργίας της ΟΝΕ, επιδόθηκαν σε όψιμη κριτική της. Ωστόσο, και παρά την σχετική απαισιοδοξία μου, που δυστυχώς αποδείχθηκε ορθή, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν περίμενα ότι οι εξελίξεις θα ήταν τόσο ραγδαίες, και τόσο σαφώς ανεξέλεγκτες. Κατ’ αρχήν, η ύφεση που άρχισε στις ΗΠΑ, και που εξελίσσεται σε κρίση, συγκλονίσει τα θεμέλια όχι, μόνο, της παγκοσμιοποίησης και του άκρατου φιλελευθερισμού, αλλά και του καπιταλισμού. Κι’ αυτό, γιατί ο καπιταλισμός, όπως και η ελεύθερη αγορά δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν όταν οι επενδυτές που αποφασίζουν να αναλάβουν κινδύνους, αποδεικνύεται πως το πράττουν με βάση χαλκευμένες πληροφορίες.

Ποιος, λοιπόν, θα μπορούσε, ακόμη, να διατηρεί αμφιβολίες, για το ότι η παρούσα κρίση είναι πολλαπλή και συντριπτικών διαστάσεων; Είναι κρίση του καπιταλισμού, του αμερικανικού αναπτυξιακού θαύματος, της νέας οικονομίας, του άκρατου φιλελευθερισμού, της ανιστόρητης υποβάθμισης του δημόσιου τομέα, των ιαχών υπέρ της πάση θυσία μεγιστοποίησης του κέρδους και της ξέφρενης κούρσας για όσο γίνεται μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα. Και, καθώς, όλα τα παραπάνω εκφράζουν τη μορφή που λαξεύτηκε τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, για την «παγκοσμιοποίηση», είναι ασφαλώς και κρίση της παγκοσμιοποίησης.

Εξάλλου, και ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που βυσσοδομεί με τις πολύπλευρες συνέπειές του, έστω κι αν προς το παρόν (και ευτυχώς) δεν τον αισθανόμαστε πλήρως, επιτάχυνε την κατάρρευση του Συμφώνου Σταθερότητας. Γιατί, στο διεθνές περιβάλλον που κυριαρχείται από κάθε μορφής αβεβαιότητες όπως: πού και πότε θα γίνουν τα «χτυπήματα» των τρομοκρατών, πού θα φθάσει η τιμή του πετρελαίου, πόσο ακόμη θα συνεχιστεί και μέχρι πού θα πάει η καθίζηση των χρηματιστηρίων, ποιος θα προλάβει να ρίξει πρώτος τις ατομικές και βιολογικές βόμβες, ο Σαντάμ ή ο αμερικανός πρόεδρος κ.λπ., κ.λπ., η συνέχιση της τήρησης του Συμφώνου Σταθερότητας δεν θα είχε πια μόνο πλευρές εσφαλμένης αφετηρίας, αλλά και επιπλέον ανερχόμενες δόσεις ασύγγνωστης αφέλειας.

ΙΙ. Οι συνέπειες της εγκατάλειψης

Αν μπορούσαμε να διαπιστώσουμε κάποια διασύνδεση, ανάμεσα στον όντως «διακριτικό τρόπο» εγκατάλειψης του Συμφώνου Σταθερότητας και στη σιωπηρή, έστω, αναγνώριση της Ε.Ε. ότι απέτυχε, θα υπήρχαν ελπίδες επικείμενης βελτίωσης, στην Ευρώπη, καθώς και ειδικότερα στην Ελλάδα. Γιατί, τότε, και σε πείσμα των παράλογων θυσιών στο βωμό ενός συστήματος που ήταν βέβαιο ότι δεν θα επιβίωνε, η Ευρώπη θα άρχιζε να γιατρεύει τις πληγές της και να στρέφεται, ταυτόχρονα, προς συστήματα, οικονομικά και κοινωνικά, πιο βιώσιμο από ό,τι η ΟΝΕ. Αλλά, η απειλή, και μάλιστα πολύ ορατή, φαίνεται να είναι η οιονεί διατήρηση αυτού του αποτυχημένου και θανάσιμα επικίνδυνου για την Ευρώπη, οικονομικού σχήματος. Κι αυτό, επειδή τα επενδυμένα συμφέροντα και η γραφειοκρατία είναι τόσο καταλυτικής σπουδαιότητας, ώστε η κατεδάφισή τους να ισοδυναμεί με σεισμό πολλών ρίχτερ. Γι’ αυτό και υποβόσκει μια αρρωστημένη επιμονή σ’ ένα σύστημα που, ουσιαστικά, είναι νεκρό. Και το χειρότερο είναι ότι αυτό θα εξακολουθήσει με πολλαπλούς τρόπους, να επιβάλλεται στις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, και να περιορίζει τις αναπτυξιακές τους δυνατότητες, ενώ αυτές του Βορρά θα έχουν φροντίσει να επινοήσουν οδούς διαφυγής τους.

Θα πρέπει, ακόμη, να τονιστεί ότι η πλήρης ισοπέδωση της χώρας μας, στα κελεύσματα του διευθυντηρίου της Ε.Ε. της εξασφάλισαν πολλούς δημόσιους επαίνους, αλλά φυσικά δεν ισοφάρισαν τα δεινά που έτσι συσσωρεύτηκαν στην οικονομία και κοινωνία της. Αυτά τα δεινά έχουν στοιχίσει στην ελληνική οικονομία απώλεια πολλών ετών πραγματικής σύγκλισης, κοινωνική οπισθοδρόμηση σε όρους αυξημένων ανισοτήτων, αποκλεισμών, ανερχόμενης φτώχειας και ανεργίας. Οι θυσίες αυτές δεν έχουν αντίκρισμα, από τη στιγμή της εγκατάλειψης του Συμφώνου Σταθερότητας. Και ναι μεν δεν υπάρχει άμεσος αποδέκτης συλλογικών παραπόνων και συντριβής για ό,τι έως τώρα συνέβη, αλλά όμως γίνεται ξεκάθαρο πως για τη λήψη τόσο σημαντικών αποφάσεων, που ενδέχεται να περικλείουν και την πιθανότητα αποτυχίας, οι κυβερνήσεις όφειλαν να κινηθούν με αμεσότητα συλλογικής ευθύνης. Κάτι τέτοιο απαιτούσε τη διενέργεια δημοψηφίσματος, που όμως δεν έγινε στην Ελλάδα, αν και η πιθανότητα αποτυχίας ήταν, πράγματι τεράστιο. Είχε αυτή προβλεφθεί όχι μόνον από την γράφουσα, αλλά και από πολυάριθμους άλλους οικονομολόγους, στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Και έρχομαι στο ευρώ, που προς το παρόν κατηγορείται για την άνοδο του πληθωρισμού στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά που δεν είναι και η σοβαρότερη δυσμενής του συνέπεια. Τι θα γίνει, λοιπόν, με το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα τώρα που έχει ανασταλεί (και, πιθανότατα, οριστικά καταργηθεί) η εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας; Περιττό, βέβαια, να υπενθυμίσω πως το ευρώ, μη έχοντας πίσω του την κάλυψη εθνικής κυριαρχίας συγκεκριμένου κράτους, είναι νόμισμα – φάντασμα που επιβιώνει, μόνο, μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας. Χωρίς αυτό, το ευρώ θα καταρρεύσει, δεν θα εκπροσωπεί τίποτε και κανέναν. Θα πρόκειται για ένα απλό μέσο διευκόλυνσης των συναλλαγών, χωρίς και να έχει τη δυνατότητα επηρεασμού της οικονομικής δραστηριότητας των επί μέρους ευρωπαϊκών οικονομιών. Ένα, δηλαδή, επιπλέον ασήκωτο γραφειοκρατικό φορτίο.

Παρά το γεγονός ότι η σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει αναστολή της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και όχι κατάργησή του, ωστόσο, πιστεύω ότι οι πιθανότητες επανόδου στο Σύμφωνο Σταθερότητας είναι ελάχιστες αν όχι και μηδενικές. Ιδιαίτερα, και αν ληφθεί υπόψη, όπως άλλωστε επιβάλλεται, ότι τα επόμενα 10-20 χρόνια θα μαίνονται διαδοχικά «χτυπήματα», ανά την υφήλιο, στα πλαίσια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, με απρόβλεπτες συνέπειες στην ευρωπαϊκή και στη διεθνή οικονομία.

Α. Επιπτώσεις στην Ε.Ε.

Προσπαθώ να αποφεύγω το ρόλο Πυθίας ή και Κασσάνδρας. Μπαίνω, όμως, στον πειρασμό να προχωρήσω σε κάποιες προβλέψεις για τις εξελίξεις που μας αναμένουν, ιδίως αν η Ε.Ε. προσπεράσει και την ιστορική αυτή ευκαιρία που της προσφέρεται. Πιστεύω, λοιπόν, πως το τέλος αυτής της κρίσης του καπιταλισμού δεν αναμένεται για την επαύριον. Και ούτε πια το κεντρικό πρόβλημα της Ε.Ε. είναι η σχέση δολαρίου, ευρώ και γιεν ή ποιας οικονομίας τα στιγμιαία δεδομένα υπόσχονται καλύτερες οικονομικές επιδόσεις. Αντίθετα, ανοίγεται μπροστά μας μια μακρά περίοδος έντονων ανωμαλιών, και όχι μόνο στο χώρο της οικονομίας, όπου το στοιχείο που θα επικρατήσει θα είναι η ανασφάλεια. Ανασφάλεια καταναλωτών, εργαζομένων και επενδυτών, που θα περιορίσει αναγκαστικά τους ρυθμούς ανάπτυξης. Επιπλέον, θα ενταθεί η στρατικοποίηση της υφηλίου, θα πολλαπλασιασθούν οι καταστρεπτικοί περιφερειακοί πόλεμοι, στην πορεία προς τη χάραξη νέων γεωγραφικών συνόρων και νέας γεωπολιτικής τάξης. Πόλεμοι και τρομοκρατία θα συμβαδίζουν, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα ατομικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Ο μακρύς αυτός κύκλος αναμένεται ότι θα κλείσει, με την επάνοδο σε μια μορφή καπιταλισμού, που θα θυμίζει αυτόν που τελείωσε στη δεκαετία του ’80. Αυτό περίπου διαπιστώνεται, ιστορικά, δηλαδή εναλλαγές άκρατης φιλελευθεροποίησης και παρεμβατισμού, κάθε 20 με 30 χρόνια. Αλλά, είναι πολύ πιθανό, ότι θα έχουν προηγηθεί ακροδεξιά ή και κάποιας μορφής φασιστικά καθεστώτα, κυρίως, στην Ευρώπη.

Β. Επιπτώσεις στην Ελλάδα

Η Ελλάδα θα βγει από την περιπέτεια της ΟΝΕ βαριά τραυματισμένη, έχοντας απολέσει την κοινωνική της συνοχή, μη έχοντας πραγματοποιήσει σύγκλιση, αλλά μάλλον απόκλιση στο διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών (η φτωχότερη ευρωπαϊκή οικονομία, με την ανισότερη κατανομή του εισοδήματος, με την υψηλότερη ανεργία, με το ασθενέστερο κράτος πρόνοιας, με τη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα, με την ισχυρότερη διαφθορά και την παραοικονομία κ.λπ., κ.λπ.).

Ασφαλώς, τώρα, θα συμφωνήσουν πολλοί, ότι θα ήταν προτιμότερο να περιμένουμε τις εξελίξεις, όπως έκαναν οι έξυπνες εκείνες χώρες που, αν και μέλη της Ε.Ε., δεν έσπευσαν ωστόσο να γίνουν και μέλη της ΟΝΕ.

Στο προσεχές μέλλον οι επιλογές μας και οι συνδυασμοί τους θα πρέπει να τείνουν:

Στη μερική αυτονόμηση της ελληνικής οικονομίας. Μπορούμε να ανεχθούμε κάποιο βαθμό πληθωρισμού, αν έτσι θα αναζωογονηθεί η οικονομία και θα περιοριστεί η ανεργία.

– Στην εγκατάλειψη της κούρσας των αποκρατικοποιήσεων, τουλάχιστον, με τη μορφή του επιτακτικού καθήκοντος. Γιατί, ναι, έχει, ήδη, αρχίσει στον υπόλοιπο κόσμο η αντίστροφη μέτρηση: δηλαδή, «κρατικοποιήσεις προηγούμενων αποκρατικοποιήσεων».

– Στην επάνοδο στη δημοσιονομική πολιτική, προκειμένου να μετριαστούν οι τεράστιες εισοδηματικές ανισότητες που δημιουργήθηκαν τα τελευταία 8-10 χρόνια, καθώς και για να αρχίσει η αναδόμηση του κράτους πρόνοιας.

– Στην αξιοποίηση των σημαντικών αναπτυξιακών μας περιθωρίων, που εγκαταλείφθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, εξαιτίας της μονομερούς προσκόλλησής μας στην Ε.Ε. και στην ΟΝΕ. Ανάμεσα και σε άλλα, σκέπτομαι τα Βαλκάνια που θα μπορούσαν να αποδειχθούν ως η μεγαλύτερη πρόκληση του 20ού αιώνα για την ελληνική οικονομία. Δυστυχώς, όμως, όπως όλα δείχνουν, το χάσαμε και αυτό το τρένο.

– Στον περιορισμό της διαφθοράς, όπου κατέχουμε διεθνώς μια από τις πιο περίοπτες θέσεις.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.