Λαθος Χειρισμοι στη Διαχειριση του τομεα του βαμβακιου

Ο τομέας του βαμβακιού είναι από τους σημαντικότερους τομείς των αροτραίων καλλιεργειών. Καλλιεργούνται στη Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη γύρω στα 4 εκατομμύρια στρέμματα με βαμβάκι και απασχολούνται γύρω στις 90.000 αγρότες καλλιεργητές που στηρίζουν με πρώτη ύλη την μεταποιητική βιομηχανία της χώρας (εκκοκκιστήρια, κλωστήρια β, βιομηχανίες υφασμάτων κ.λ.π.) ο τομέας «εισάγει» γύρω στα 200 δις δραχμές ετησίως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η Διαχείριση του Τομέα

Το σημείο εκκίνησης θα πρέπει να είναι ο νέος κανονισμός του βαμβακιού ο οποίος προβλέπει μια προοδευτική αύξηση της συνυπευθυνότητας, όταν περνάει η παραγωγή τους 1.1237.000 τόνους.

Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας κακής διαπραγμάτευσης μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της ευρωπαϊκής επιτροπής που έχει επισημανθεί πολλές φορές, αλλά το πραγματικό γεγονός που σήμερα δεν αλλάζει.

Η παραγωγή του 2001 ήταν μια παραγωγή ρεκόρ. Ήταν η καλύτερη παραγωγή τα τελευταία 20 χρόνια τουλάχιστον. Αυτό από πλευράς κλιματολογικών συνθηκών και αποδόσεων. Υπήρξαν περιοχές που πραγματικά είχαν 400 κιλά ανά στρεμματική απόδοση. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το 2001 ήταν και η πρώτη χρονιά λειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η χαλαρή εφαρμογή των κριτηρίων τόσο στις καλλιεργούμενες εκτάσεις, όσο και στην αποδοχή υψηλών αποδόσεων σε κάποιες περιοχές το 2000,, δημιούργησαν ένα «κλίμα» στους βαμβακοπαραγωγούς. Έτσι πολλοί καλλιεργητές αύξησαν την έκτασή τους πέρα από αυτή που βάσει του κανονισμού έπρεπε να καλλιεργήσουν.

Ενώ το Υπουργείο Γεωργίας δήλωνε ότι η έκταση που καλλιεργήθηκε ήταν 3805.000 στρέμματα, η πραγματική έκταση θα έπρεπε να ήταν γύρω στα 4.200.000 στρέμματα.

Η ελληνική πλευρά δηλώνει τον Σεπτέμβριο του 2001 αναμένεται μία παραγωγή 1.095.000 τόνους για να στηρίξει μια ελάχιστη τιμή γύρω στις 193 δραχμές ανά κιλό προς την ευρωπαϊκή Ενωση.

Στην δεύτερη εκτίμηση που γίνεται τον Νοέμβρη η ευρωπαϊκή επιτροπή δεν δέχθηκε τη νέα ελληνική εκτίμηση, αλλά εκτίμησε ότι το ύψος της ελληνικής παραγωγής θα διαμορφωθεί υψηλότερα με αποτέλεσμα να πρέπει να επιστραφούν 4 δραχμές ανά κιλό για τα βαμβάκια που παραδόθηκαν μέχρι τότε.

Είναι σαφές ότι οι φήμες που διέρρεαν, κυρίως από την πλευρά των ιδιωτών εκκοκιστών, για παραγωγή 1.300.000, επηρέασαν την επιτροπή της ευρωπαϊκής ένωσης.

Τελικά οι φήμες δεν απέχουν από την πραγματικότητα, αφού η τελική παραγωγή έφθασε τους 1.354.700 τόνους. Ση διαδρομη οι ιδιώτες εκκοκιστές άλλαξαν, επισήμως τουλάχιστον, τις εκτιμήσεις τους και συνετάχθησαν με το Υπουργείο Γεωργίας, αφού θα έπρεπε να επιστρέψουν 80 δραχμές κατά κιλό στον παραγωγό λόγω της παραγωγής των 1.354.700 τόνων.

Αφού η Ελλάδα «παραδέχθηκε» στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η παραγωγή σύσπορου βαμβακιού ανήλθε στους 1.354.700 τόνους, ο μόνος δρόμος που απέμεινε για κάποιους ελιγμούς ήταν να χαρακτηρισθεί μέρος της παραγωγής αυτής σαν μη επιλέξιμη.

Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο των εξελίξεων οι ελληνικές αρχές μέσω του υπουργού γεωργίας και του πρωθυπουργού δήλωσαν ότι ο Έλληνας βαμβακοπαραγωγός θα εισπράξει τιμή γύρω στις 280-285 δραχμές κατά κιλό. Με βάση τις τιμές που είχαν διαμορφωθεί στην αγορά θα έπρεπε από εθνικούς πόρους να δοθούν γύρω στις 40 δραχμές ανά κιλό, γνωρίζοντας ότι αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.

Στις ελληνικές πιέσεις και διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή ένωση αναμίχθηκαν και ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής επιτροπής κος PRODI για να καθορισθεί η τελική παραγωγή σε όσο το δυνατόν χαμηλότερο επίπεδο μετά από τις έντονες αντιδράσεις του αγροτικού κόσμου μέσω των φορέων τους. Προσωπικά κρίνω ότι δεν πρέπει να εμπλέκει το Υπουργείο Γεωργίας τον πρωθυπουργό σε τέτοια θέματα για τα οποία γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα είναι απορριπτέα η πρότασή του. Η τελική παραγωγή της Ελλάδας καθορίσθηκε στους 1.210.168 τόνους και με την προσαρμογή (λόγω απόδοσης σε ίνες βάσει ποιοτικών χαρακτηριστικών και υγρασίας) στους 1.246.836 τόννους.

Οι επιστροφές στους παραγωγούς ήταν 8,5 δραχμές κατά κιλό για αυτούς που παρέδωσαν μέχρι τις 15/12/2001, ενώ για όσους παρέδωσαν μετά τις 15/12/2001, 12,5 δραχμές κατά κιλό. Οι δηλώσεις όμως των αρμοδίων δημιούργησαν μια προσδοκία για 40 δραχμές ανά κιλό επιπλέον της διαμορφοθείσας τιμής 280 δραχμές κατά κιλό όπως είχε συμβεί πριν από 3η 4 χρονιά.

Από την αρχή φαινόταν πολύ δύσκολο η τιμή να διαμορφωθεί σε υψηλό επίπεδο λόγω της αυξημένης παραγωγής. Στο παρελθόν μια τέτοια τακτική δηλαδή στήριξης του εισοδήματος των βαμβακοπαραγωγών μέσω δανεισμού από την ΑΤΕ είχε επισημανθεί αρνητικά από την Ευρωπαϊκή ένωση. Σήμερα γίνεται προσπάθεια έγκρισης από την Ευρωπαϊκή ένωσης για την παροχή μιας εθνικής ενίσχυσης που είναι δυνατόν να δημιουργήσει προηγούμενο και να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και για άλλες κατηγορίες παραγωγών.

Φαίνεται ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ένωσης υπάρχουν αντιρρήσεις για μια τέτοια αντιμετώπιση από χώρες που φοβούνται ότι μια ενέργαι αυτής της μοργής θα οδηγούσε σε επανεθνικοποίηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Κλείνοντας πρέπει να τονίσουμε ότι η έλλειψη συντονισμού μεταξύ του υπουργείου γεωργίας και του ΟΠΕΚΕΠΕ και κυρίως μεταξύ των φορέων ατών και των αγροτικών οργανώσεων, που νωρίς επισήμαναν ότι θα δημιουργηθούν αξεπέραστα προβλήματα, οδήγησε στην κατάσταση αυτή που εξέθεσε τη χώρα και την κυβέρνηση της στην Ευρωπαϊκή ένωση.

Με την σημερινή ηγεσία του υπουργείου Γεωργίας δηλαδή τον υπουργό κ. Γεώργιο ΔΡΥ, τον υφυπουργό κ.Ευάγγελο Αργύρη, τους κ.κ. Γενικούς Γραμματείς Π.Κολύρη και Α.Κόρακα, καθώς και άλλα στελέχη της ΠΑΣΕΓΕΣ που έχουν αποσπαστεί στο υπουργείο γεωργίας και που προέρχονται από τα σπλάχνα του Συνεταιριστικού Κινήματος υπάρχει μια τυπική συνεργασία και όχι μια ουσιαστική συνεργασία μέσα από ένα γόνιμο και παραγωγικό διάλογο με τις Αγροτικές Οργανώσεις για τη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής.

Περίοδος 2002

Για τη φετινή εκκοκιστική περίοδο όλες οι εκτιμήσεις είναι συγκρατημένες. Η εκτίμηση της παραγωγής 1.061.000 που δόθηκε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται ότι δεν θα επιτευχθεί. Όλες οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η πραγματική παραγωγή θα διαμορφωθεί σε χαμηλότερο επίπεδο, ίσως γύρω στους 950.000 τόνους με 1.000.000 τόνους.

Οι συνεχείς βροχοπτώσεις έχουν επηρεάσει αρνητικά την ποσότητα και την ποιότητα του προϊόντος δημιουργώντας νέα προβλήματα για τους παραγωγούς. Η ελάχιστη τιμή είναι 218 δραχμές ανά κιλό (αυξημένη κατά 25 δραχμές το κιλό σε σχέση με πέρυσι) και αν κανείς προσθέσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και τον ανταγωνισμό λόγω μειωμένης παραγωγής η τιμή θα φθάσει γύρω στις 250 δραχμές κατά κιλό. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες είναι γνωστό ότι, όσο μικρότερη είναι η παραγωγή, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η τιμή του βαμβακιού για τον παραγωγό λόγω μείωσης της συνυπευθυνότητας.

Η προσπάθεια θα πρέπει να γίνει από όλους και να προσδιοριστεί το ακριβές μέγεθος της πραγματικής παραγωγής για να ωφεληθούν όλοι οι βαμβακοπαραγωγοί και κατά προέκταση της Εθνικής Οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να συγκρατήσουμε τον πληθυσμό στην επαρχία και να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής του. Άμεση προτεραιότητα είναι η βελτίωση της ποιότητας του βαμβακιού που είναι το διαβατήριο για τις διεθνείς αγορές, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητά του στις αγορές του εξωτερικού.

Έχουμε και εμείς ευθύνες, η ηγεσία του Συναιτεριστικού Κινήματος, οι οργανώσεις και οι παραγωγοί με τη γνωστή τακτική (π.χ. πανογραψίματα κλπ). Έχουμε εξαγγείλει πολλές φορές μια τράπεζα πληροφοριών που δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι τώρα, για να μπορούμε να παρακολουθούμε καθημερινά τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι θα συμβάλλουμε στη διαμόρφωση των όρων του ανταγωνισμού μέσα στις αγορές τόσο του εσωτερικού, όσο και του εξωτερικού.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.