Η ελληνικη κρατικη επιχειρηματικοτητα

Ο κ. Φωτόπουλος και όλοι οι δικοί του, πράσινοι, γαλάζιοι και κόκκινοι συνδικαλιστές, βρίσκονται αυτή την εποχή στα κάγκελα υπερασπιζόμενοι τον δημόσιο χαρακτήρα της ΔΕΗ, με το εύγλωττο σύνθημα «δεν πουλάμε και δεν πουλιόμαστε». Τώρα βέβαια για να πουλήσεις κάτι, σημαίνει ότι σού ανήκει, το αν πουλιέσαι ή όχι είναι ζήτημα του αξιακού συστήματος στο οποίο υπάγεται ο καθένας αλλά και πάλι η ταύτιση της προσωπικής σου ηθικής υπόστασης ως εργαζόμενου με την αλλαγή του εργοδότη σου, είναι κάπως τραβηγμένη ως γεγονός, εκτός κι αν έχεις αυτοχρησθεί ως εργοδότης της εταιρίας. Υπό την αίρεση βέβαια ότι έχεις δικαίωμα νομής των κερδών χωρίς να αναλαμβάνεις κανένα επιχειρηματικό ρίσκο για την στιγμή που κάτι θα πάει στραβά με την λειτουργία της. Εξασφαλίζεις, λοιπόν την μονοπωλιακή θέση στην αγορά ενέργειας ώστε τίποτα να μην πάει στραβά και στην συνέχεια κρεμιέσαι από τις ταράτσες και διατείνεσαι ότι δεν πουλάς τα κεκτημένα σου. Ενδιαφέρουσα όντως η αντίληψη του κ. Φωτόπουλου, μόνο που κάποιος πρέπει να του πει ότι όσο ανήκει σε εκείνον η ΔΕΗ, άλλο τόσο ανήκει και σε δέκα εκατομμύρια Έλληνες καταναλωτές που αν δεν την πληρώσουν εγκαίρως θα δουν το φως μόνο με κεράκι.

Παραδέχομαι όμως το λάθος μας, όλων ημών των πεπλανημένων αριστερών, που είχαμε μπερδέψει την Αριστερά με τον κρατισμό και γαλουχηθήκαμε παλεύοντας ενάντια στα ιδιωτικά μονοπώλια χωρίς να μας πειράζει ουδόλως ο κρατικοδίαιτος επιχειρηματικός υδροκεφαλισμός που καλύπτονταν πίσω από την καλοστημένη φενάκη του δημόσιου συμφέροντος και της κοινωνικής πρόνοιας. Μιας πρόνοιας όμως που λειτουργούσε υπέρ των προνομιούχων υπαλλήλων του συστήματος που από καταπιεσμένοι απόγονοι των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και του «114», έκαναν μετά το 1981 τους αγώνες τους εισιτήριο εύκολης και προκλητικά αναξιοκρατικής εργασιακής αποκατάστασης.

Αυτή η εμφυλιοπολεμική στρέβλωση κυνηγά την Ελλάδα και τους Έλληνες 60 χρόνια μετά την λήξη του εμφυλίου, μόνο που τώρα πια οι μύθοι της μεταπολίτευσης κατέπεσαν μαζί με την οικονομία της χώρας. Η Αριστερά που πριν το 1974 ήταν στην παρανομία και πριν το 1981 ουσιαστικά εκτός δημοσίου, ασκούμενη εκ των πραγμάτων στην ελεύθερη επιχειρηματικότητα, μετατράπηκε μετά την έλευση της «Αλλαγής» στην εξουσία σε δέσμια της δημόσιας αποκατάστασης, θαμπωμένη από τα καλά του άναρχα διογκωμένου κράτους που πρόσφερε εύκολη πρόσβαση στον δημόσιο τομέα αλλά και ένα κοινωνικό πρότυπο αφαίμαξης του δημοσίου κορβανά χάριν της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου των πάλαι ποτέ μη προνομιούχων. Αυτή όμως η αναγκαία οικονομική τους άνοδος και η αίσθηση εισόδου τους στη νομή της εξουσίας δεν συνδυάσθηκε με την καθιέρωση ενός παραγωγικού προτύπου για την χώρα που να θέτει σε στέρεες βάσεις την οικονομική της προοπτική και να διανέμει τα αγαθά της ανάπτυξης με τρόπο κοινωνικά δίκαιο στους απόκληρους των κυβερνήσεων της Δεξιάς που παρέμεναν για μισό αιώνα εκτός παιχνιδιού.

Για να επανέλθω στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, δεν είμαστε αυτοί που θα ανακαλύψαμε τον τροχό, επιχειρώντας αποκρατικοποίηση μιας μεγάλης κρατικής εταιρείας στον χώρο της ενέργειας. Προηγήθηκαν οι ευρωπαίοι εταίροι μας, οι σημερινοί δανειστές μας, που σχεδόν «αφασικά» ένιοι εξ ημών καταγγέλλουμε ότι δεν τους χρωστάμε και δεν τους πληρώνουμε.

Τα αγκάθια για την μετοχοποίηση του 17% της ΔΕΗ

Στον δρόµο για την περαιτέρω µετοχοποίηση του 17% της ΔΕΗ το 2012 υπάρχουν τουλάχιστον τρία µεγάλα αγκάθια, όπως λένε άνθρωποι του ενεργειακού χώρου:

1. Η εκκρεµότητα µε την παραχώρηση του 40% της λιγνιτικής παραγωγής σε ιδιώτες.
2. Η πτωτική πορεία του Χρηματιστηρίου.
3. Τα ενσωµατωµένα στη περιουσία της ΔΕΗ ασφαλιστικά δικαιώµατα.

Κατ’ αρχάς, στο σχέδιο για την πώληση επιπλέον 17% του µετοχικού κεφαλαίου της ΕΗ, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία παραχώρησης του 40% της λιγνιτικής παραγωγής της επιχείρησης κατ’ επιταγή οδηγίας της Κοµισιόν. Το γεγονός αυτό επισήµανε και κατά την τοποθέτησή της στο Υπουργικό Συµβούλιο που ενέκρινε το µεσοπρόθεσµο πρόγραµµα 2012-2015 η πρώην υπουργός Τίνα Μπιρµπίλη, µε αποτέλεσµα ο Πρωθυπουργός να δώσει εντολή στον κ. Παπακωνσταντίνου «να δει το θέµα µε την Τίνα». Το επιχείρημα της πρώην υπουργού ήταν ότι από τη στιγµή που το Δηµόσιο, πωλώντας το 17% της ΔΕΗ, παύει να έχει την πλειοψηφία στην επιχείρηση, δεν είναι υποχρεωµένο και δεν είναι σωστό να προβεί και στην παραχώρηση του 40%της λιγνιτικής παραγωγής. «Ή το ένα ή το άλλο. Και τα δύο δεν γίνεται», είχε πει η κ. Μπιρμπίλη.
Θυµίζουµε ότι η Κοµισιόν έχει δει θετικά την ελληνική πρόταση για ανταλλαγές λιγνιτικής ενέργειας της ΔΕΗ µε ίσης ποσότητας ενέργειας ηλεκτρικών εταιρειών άλλων χωρών και ύστερα από έναν µαραθώνιο επαφών, έχει έρθει η ώρα να καταθέσει η Ελλάδα την τελική πρότασή της.

Πού έπεσαν οι τιµές;

«Πείτε µας µία χώρα όπου άνοιξε η αγορά της και µειώθηκαν τα τιµολόγια», υποστηρίζει η ΓΕΝΟΠ, γνώστες του χώρου της ενέργειας όµως απαντούν ότι αυτό το επιχείρηµα δεν στέκει, αφού επί µία 10ετία οι τιµές του πετρελαίου και του αερίου πραγµατοποιούν ράλι.

Τι λέει το υπουργείο

«Όταν θες να πουλήσεις ποσοστό µιας επιχείρησης, την ενισχύεις, δεν της αφαιρείς πλεονεκτήµατα», έλεγε η προηγούμενη πολιτική ηγεσία στο υπουργείο περιβάλλοντος, σηµειώνοντας ότι η παραχώρηση του 40% είναι µια εξ αντικειµένου αποδυνάµωση της ΔΕΗ.

Επιμύθιον: Είναι προσφιλής η τακτική σε όσους επιδιώκουν να περιφρουρήσουν τα αδιαφανή και με προκλητικό και άναρχο τρόπο κτηθέντα «κεκτημένα», να δαιμονοποιούν το άνοιγμα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, επικαλούμενοι επερχόμενους αρμαγεδώνες εις βάρος της κοινωνίας. Την ίδια όμως στιγμή που οι ίδιοι κόπτονται για την κοινωνία, αποδέχονται την διατήρηση των δικών τους προνομίων, ακόμα και την ύπαρξη εργαζομένων πολλών ταχυτήτων στην ίδια την επιχείρηση που «δεν πουλούν». Μιλώ για τους λεγόμενους «εργολαβικούς εργάτες» των οποίων τα εργασιακά τους δικαιώματα είναι στο έλεος του υπεργολάβου που τους προσλαμβάνει. Μιλώ επίσης για το γεγονός ότι η μονοπωλιακή παρουσία της ΔΕΗ στην ελληνική αγορά ενέργειας για δεκαετίες ολόκληρες καθόλου δεν απέτρεψε την αλματώδη άνοδο στα τιμολόγια της εις βάρος των λαϊκών καταναλωτών και του οικονομικού προϋπολογισμού των ελληνικών οικογενειών.

Η κρατική περιουσία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να πωληθεί κοψοχρονιά αν και έτσι όπως τα κατάφερε το πολιτικό μας σύστημα είναι μάλλον δύσκολο να αποφύγουμε ό,τι θα μπορούσαμε να κάνουμε με επικερδέστερο τρόπο την δεκαετία του ΄90, τότε που και πάλι οι προκάτοχοι των σημερινών συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ, βύθιζαν για εβδομάδες στο σκοτάδι την χώρα και εμείς υπομέναμε να ζούμε υπό το φως των κεριών αδιαμαρτύρητα χάριν του αγώνα της εργατικής τάξης.
Καλά να πάθουμε!

 

Πώς οι ευρωπαϊκές χώρες ιδιωτικοποίησαν την ηλεκτρική ενέργεια

Συνταγή ιδιωτικοποίησης των πρώην κρατικών µονοπωλίων τους στην ηλεκτρική ενέργεια ακολούθησαν σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες για να ανοίξουν την αγορά ηλεκτρισµού τους, ενώ δεν έλειψαν και εκείνες που πώλησαν µονάδες. Αντίθετα όµως από ό,τι συµβαίνει στη χώρα µας, οι κυβερνήσεις τους είχαν τον χρόνο να σχεδιάσουν το νέο τοπίο όπως εκείνες το ήθελαν, χωρίς πιέσεις από την Κοµισιόν ή τους δανειστές τους που στην περίπτωση της Ελλάδας περιµένουν να δουν άµεσα βήµατα στον τοµέα των αποκρατικοποιήσεων, ακόµη και µε το ρίσκο οι µετοχές της ΕΗ να πωληθούν κοψοχρονιά, κάτω από την πραγµατική αξία τους.

Όπως έγραφε πρόσφατα ο Γιώργος Φιντικάκης στα «ΝΕΑ», στη Γερµανία, από τις επτά εταιρείες που ελέγχονταν από το κράτος τη δεκαετία του 1980 έχουν µείνει τρεις και το ηµόσιο έχει πολύ µικρή συµµετοχή τόσο σε αυτές όσο και στα δίκτυα που έχουν διαχωριστεί και ελέγχονται επίσης από ιδιωτικά κεφάλαια.
Στην Ισπανία, επίσης τη δεκαετία του ’80 τα δίκτυα διαχωρίστηκαν από το κρατικό µονοπώλιο, µεταβιβάστηκαν σε χωριστή εταιρεία και σήµερα υπάρχουν πέντε µεγάλες επιχειρήσεις ηλεκτρισµού, στις οποίες το κράτος έχει πολύ µικρή συµµετοχή. Θυμίζω εδώ ότι όλη την δεκαετία του ΄80 στην Ισπανία κυβέρνησε ο Φελίπε Γκονζάλες και όχι κάποιος νεοφιλελεύθερος οπαδός του Θατσερικού οικονομικού μοντέλου.

Στην Ιταλία, περίπτωση που αρκετοί παροµοιάζουν µε την ελληνική, επιβλήθηκε υποχρεωτικά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η πώληση µονάδων του κρατικού µονοπωλίου σε ιδιώτες και σήµερα τόσο η Enel όσο και η εταιρεία που διαχειρίζεται τα δίκτυα έχουν περάσει σε πολύ µεγάλο βαθµό σε ιδιωτικά κεφάλαια.

Παρότι δεν υπάρχει µία και µοναδική συνταγή, η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των παραδειγμάτων είναι ότι οι άλλες χώρες, έχοντας την άνεση του χρόνου, πρώτα διαχώρισαν την κρατική εταιρεία από τα δίκτυα ώστε να καθιερωθούν ίσοι όροι παιχνιδιού για όλους (κάτι που στην Ελλάδα πρόκειται τώρα να γίνει µε το υπό κατάρτιση ενεργειακό νοµοσχέδιο του υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιµατικής Αλλαγής), έπειτα πούλησαν το µεγαλύτερο ποσοστό της κρατικής συµµετοχής στις επιχειρήσεις ηλεκτρισµού (πριν από 10-20 χρόνια όταν τα χρηµατιστήρια ευνοούσαν τέτοιες κινήσεις) και, το κυριότερο, όλα αυτά έγιναν χωρίς πίεση από την Κοµισιόν. Η τελευταία βέβαια, ζητά εδώ και µια 10ετία την άρση της αποκλειστικότητας της ΕΗ στη χρήση του λιγνίτη και την πρόσβαση ιδιωτών στα λιγνιτικά αποθέµατα της χώρας, χωρίς ωστόσο να έχει γίνει κάτι από τις εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις. Κάπως έτσι φτάσαµε στο 2010 οπότε και το συγκεκριµένο ζήτηµα, συµπεριελήφθη ως όρος στο Μνηµόνιο.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.