Γρηγοριος – Ευαγγελος Καλαβρος για επισκεψη Ερντογαν: «Ορθως η επισκεψη Ερντογαν εγινε αυτη τη στιγμη»
Πολλά λέχθηκαν και γράφτηκαν για την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα και συγκεκριμένα για το χρόνο που έγινε και τα αποτελέσματά της. Την άποψη ότι ορθώς η χώρα μας δέχθηκε αυτή η επίσκεψη να γίνει τώρα, εκφράζει μιλώντας στον ΠτΘ ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Γρηγόριος – Ευάγγελος Καλαβρός, υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος κυλά εις βάρος της χώρας μας. Με λόγο σαφή, ο κ. Καλαβρός αναλύει τα αποτελέσματα της επίσκεψης σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη.
«Στη διπλωματία ο χρόνος που γίνεται η επίσκεψη έχει μεγάλη σημασία»
Μεταφέροντας τις εντυπώσεις του από την επίσκεψη Ερντογάν, ο κ. Καλαβρός τονίζει ότι «η ανταλλαγή επισκέψεων μεταξύ γειτόνων, πολύ περισσότερο όταν οι γείτονες έχουν ανοικτά μέτωπα ή φαίνεται να έχουν ανοικτά μέτωπα μεταξύ τους, είναι μια συνηθισμένη πρακτική, η οποία διευκολύνει τις διμερείς σχέσεις και πιστεύω ότι μακρύνει και τους κινδύνους εμπλοκών στις διεθνείς σχέσεις. Από την άλλη πλευρά βεβαίως πρέπει οι επισκέψεις αυτές ανεξαρτήτου αποτελέσματος -και εδώ έχουμε μια πανηγυρική υπογραφή είκοσι ενός μνημονίων συνεργασίας των δύο χωρών- να προσλαμβάνουν τις σωστές τους διαστάσεις με την έννοια ότι δεν πρέπει να παράγεται ούτε υπέρμετρη αισιοδοξία ούτε να έχει κανείς απαισιοδοξία όταν οι επισκέψεις αυτές δεν καταλήγουν σε επίλυση λίγων ή περισσοτέρων διμερών ζητημάτων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι μερίδα του κεντρικού τύπου εδημιούργησε την αίσθηση ότι θα έπρεπε να περιμένουμε επίλυση μεγάλων ζητημάτων στις διμερείς σχέσεις ή τουλάχιστον κάποια βήματα από την πλευρά του επισκέπτη μας. Αυτή δεν είναι σωστή τοποθέτηση, διότι ανεξαρτήτως της βασιμότητας των διεκδικήσεων που παρουσιάζονται εκάστοτε ως ζητήματα των διμερών σχέσεων, καμία χώρα και κανένας πρωθυπουργός δεν είναι διατεθειμένος, ούτε πρέπει να αναμένεται, να κάνει αυτό που λέμε βήματα προς την κατεύθυνση που θα διευκόλυνε την λύση διμερών ζητημάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το γενικό συμπέρασμα είναι ότι πρώτα – πρώτα έγινε η επίσκεψη, διότι στη διπλωματία ο χρόνος που μια επίσκεψη γίνεται έχει τεράστια σημασία.
«Ορθώς η Ελλάδα δέχθηκε να γίνει η επίσκεψη Ερντογάν»
«Υπήρχαν κάποιοι που έλεγαν ότι χώρα μας ευρισκόμενη στη δίνη της δημοσιονομικής κρίσης θα έπρεπε να αποφύγει την πραγματοποίηση μιας επίσκεψης από έναν ούτως ή άλλως ισχυρό και ισχυροποιούμενο ραγδαία γείτονα, με τον οποίο φαίνεται να έχει ανοικτά μέτωπα, διότι θα επραγματοποιείτο η επίσκεψη σε συνθήκες αδυναμίας. Η άλλη άποψη και ορθή που επεκράτησε ευτυχώς είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι αδύναμη, κακώς θεωρείται αδύναμη, και πολύ περισσότερο οι παρούσες συνθήκες θεωρούνται συνθήκες μειωμένης εθνικής κυριαρχίας. Η εθνική κυριαρχία δεν αυξομειώνεται ανάλογα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα με τα δημοσιονομικά προβλήματα, βεβαίως τα δημοσιονομικά προβλήματα σε μακροπρόθεσμη βάση αδυνατίζουν την επιρροή μιας χώρας στις διεθνείς σχέσεις αλλά τέτοιου είδους ζητήματα, όπως αυτό που περνά η χώρα μας αυτή τη στιγμή μειωμένης επιρροής στις σχέσεις πολύ περισσότερο μειωμένης εθνικής κυριαρχίας. Άρα ορθώς η Ελλάδα αυτή τη στιγμή εδέχθη να γίνει η επίσκεψη το Τούρκου Πρωθυπουργού, του πρωθυπουργού μιας χώρας με την οποία φαίνεται ότι υπάρχουν ανοικτά μέτωπα. Από την άλλη πλευρά, η υπογραφή ενός μεγάλου αριθμού μνημονίων συνεργασίας που κρίθηκαν ως χαμηλής πολιτικής- μπορεί αυτό να είναι ακριβές- δεν πρέπει να υποβαθμίσει τη σημασία που έχει η αποκατάσταση μέτρων αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ δύο γειτόνων, οι οποίοι βαρύνονται από ένα φορτισμένο κλίμα διμερών σχέσεων. Για ιστορικούς λόγους έχει τεράστια σημασία στην εξομάλυνση των μεταξύ τους σχέσεων, στην αποκατάσταση ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στην διευκόλυνση επίλυσης δυσχερέστερων ζητημάτων. Αυτή είναι μια δεύτερη παρατήρηση».
«Εκεί που απέτυχε η Ρωσία πέτυχε η Τουρκία»
«Το τρίτο ζήτημα είναι ότι αυτή τη στιγμή και το απέδειξε η υπογραφή χθες της συνθήκης της Τεχεράνης η εξ Ανατολών γείτων είναι στα πάνω της, με την έννοια δηλαδή ότι όλο το δόγμα το κακώς αποκλιθέν νεο-οθωμανικό δόγμα στην Τουρκική διπλωματία που περιέγραφε με περισσήν λεπτομέρεια και ειλικρίνεια ο Νταβούτογλου φαίνεται να πραγματοποιείται, γιατί, παρά το γεγονός ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει μια επιφυλακτικότητα μέσα στη χώρα της, με την έννοια ότι πάρα πολλοί λένε ότι ανοίγουμε πάρα πολλά μέτωπα από τα οποία κανένα δεν έχει οδηγηθεί σε ένα συγκεκριμένο θετικό ισολογισμό κερδών για τη χώρα, παρά το γεγονός δηλαδή ότι το δόγμα αυτό έχει αντιμετωπισθεί με κάθε επιφύλαξη μέσα στην Τουρκία, οι εξελίξεις δικαιώνουν το δόγμα Νταβούτογλου, με την έννοια δηλαδή ότι η χθεσινή συμφωνία αποδεικνύει ότι εκεί που απέτυχε η Ρωσία πέτυχε η Τουρκία, δηλαδή τη στιγμή που οι Ιρανοί αποτελούν αυτή τη στιγμή ένα από τα μεγάλα διεθνή ζητήματα και ιδίως η προσπάθειά τους να αναδειχθούν σε διεθνή δύναμη -αυτή είναι η πρόθεσή τους με ό,τι αυτό θα σημαίνει για την περιοχή, την ευρύτερη Μέση Ανατολή και τον κόσμο ολόκληρο, το πέτυχαν οι Τούρκοι και το πέτυχαν ακολουθώντας μια ευέλικτη διπλωματία, μια διπλωματία που εθυσίασε προσωρινά παραδοσιακά ερείσματα τους τουρκικής διπλωματίας, όπως ήταν οι στρατηγικές τους σχέσεις με το Ισραήλ, προσωρινά τονίζω, αλλά το όφελος από την άλλη πλευρά είναι ότι επέτυχαν με μια ανερχόμενη δύναμη, την Βραζιλία, να υπογραφεί μια συμφωνία η οποία αποτρέπει τον κίνδυνο και διευκολύνει την αμερικανική διπλωματία, διευκολύνει την διοίκηση Ομπάμα, η οποία δεν ήθελε σε καμία περίπτωση την κλιμάκωση των σχέσεων του κλαμπ των πυρηνικών δυνάμεων με μια ανερχόμενη και μη ελεγχόμενη εν εξελίξει πυρηνική δύναμη, όπως ήταν το Ιράν.
Δεύτερον, αυτό σημαίνει πάρα πολλούς σημαντικούς πόντους στο παιχνίδι για την επιρροή στην περιοχή για την Τουρκία και τρίτον αναβαθμίζει το ρόλο της Τουρκίας στις διεθνείς σχέσεις και πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτό κατέστη δυνατόν σε μια εποχή που ο Ερντογάν, που είναι αναμφιβόλως χαρισματικός ηγέτης, δίνει και μια μάχη για τον εκδημοκρατισμό της τουρκικής δημόσιας ζωής και έχει πετύχει βήμα προς βήμα να υποβαθμίσει τον ρόλο των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων που ήταν ένας παραδοσιακός παράγων της δημόσιας ζωής στην Τουρκία από το 1980 έως σήμερα, αν όχι και ενωρίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, αναθεωρώντας σε μεγάλο βαθμό το Σύνταγμα και ως προς τα σημεία εκείνα που είχαν επιβληθεί από το πραξικόπημα του Εβρέν. Το αποτέλεσμα είναι ότι επιτυγχάνει ειρηνικά και με βήμα προς βήμα εκδημοκρατισμό της χώρας τον οποίο δεν είχαν καταφέρει να επιτύχουν όλοί οι προκάτοχοί του».
«Η επίσκεψη έγινε στο σωστό χρόνο»
Όσον αφορά στην σημασία της επίσκεψης ο καθηγητής της Νομικής υποστηρίζει ότι θεωρεί «ότι η πραγματοποίηση της επίσκεψης στην Ελλάδα με την δημοσιονομική κρίση και η υποδοχή του Τούρκου πρωθυπουργού έχει τη σημασία της. Η Ελλάδα δεν είναι αδύναμη, διέρχεται μια κρίση, την οποία όμως έχουν περάσει ή μπορούν να περάσουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επισημαίνω ότι ο πρωθυπουργός της Τουρκίας προήλθε από μία χώρα η οποία έχει ασκήσει το δικαίωμα προσφυγής στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μέχρι τώρα 48 φορές χωρίς να καταρρεύσει η οικονομία και χωρίς να χάσει την ισορροπία της η τουρκική δημόσια ζωή. Αυτά όλα συνεκτιμώμενα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επίσκεψη ορθώς πραγματοποιήθηκε αυτή τη στιγμή».
«Ο χρόνος εργάζεται εις βάρος της Ελλάδος»
Όσον αφορά στα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από την επίσκεψη, ο κ. Καλαβρός αναφέρει ότι «τα συμπεράσματα τα οποία μπορούν να εξαχθούν από την υπογραφή 21 μνημονίων είναι ότι ο διάλογος με την Τουρκία για τα μεγάλα ζητήματα είναι ανοικτός. Βέβαια, πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο χρόνος εργάζεται εις βάρος της Ελλάδος, διότι οι Τούρκοι δεν έχουν αλλάξει θέση ως προς τους στρατηγικούς τους στόχους. Από το 1980, αν όχι και νωρίτερα, έλεγαν ότι υπάρχουν ορισμένα ζητήματα και καλούσαν την Ελλάδα να τα κουβεντιάσει. Εμείς λέγαμε απλώς ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο ζήτημα, και ορθώς, εκτός από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Όμως η επίκληση και από τις δύο πλευρές του διεθνούς δικαίου ως ερείσματος για την άρνηση της συζήτησης υπαρκτών πρακτικών ζητημάτων στις διμερείς σχέσεις δεν αλλάζει την κατάσταση στις διεθνείς σχέσεις, με την έννοια ότι κανένας μονομερώς δεν αποσύρει ό,τι θεωρεί νόμιμες διεκδικήσεις κατά το διεθνές δίκαιο, διότι και οι δύο χώρες τους διεθνείς κανόνες επικαλούνται για να διεκδικούν ό,τι διεκδικούν. Από εκεί και πέρα πρέπει να καταλάβουμε το εξής ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας στην εκμετάλλευση των πόρων που είναι απαραίτητοι για την οικονομία, δημιουργεί ζητήματα. Δηλαδή, δεν σημαίνει ότι επειδή το 1980 ή και νωρίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 δεν υπήρχαν ζητήματα -διότι τότε η τεχνολογία του εντοπισμού και της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων δεν επέτρεπε να τεθούν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος για τις δύο παράκτιες χώρες στο Αιγαίο- ότι σήμερα τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να υπάρχουν ή ότι γενόμενα και ανακύπτοντα αποτελούν καινοφανείς διεκδικήσεις εθνικής κυριαρχίας. Απλώς τότε η τεχνολογία του εντοπισμού και της εκμετάλλευσης, και, αν θέλετε, και οι τιμές του αργού, δεν επέτρεπαν κι αν ακόμα εντοπισθούν κοιτάσματα να αξιοποιηθούν, ενώ σήμερα, επειδή πλησιάζουμε στην εξάντληση των πόρων και έχει εξελιχθεί και η τεχνολογία ανακύπτουν ζητήματα τα οποία είναι νέα και άρα δεν αποτελούν διεκδίκηση εθνικής κυριαρχίας, απλά είναι διεθνή ζητήματα διμερούς χαρακτήρα, τα οποία πρέπει κάποια στιγμή να λυθούν. Έχω την αίσθηση ότι επειδή ο χρόνος εργάζεται εις βάρος της Ελλάδος, με την έννοια ότι έχουμε μια αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της Τουρκία, όσο ταχύτερα και συντομότερα επιλυθούν ορισμένα ζητήματα, τόσο οι όποιες λύσεις -και το τονίζω αυτό- θα είναι υπέρ του αδυνάμου μέρους, αν και η Ελλάδα γενικώς και συγκριτικά δεν είναι αδύναμη, δηλαδή η Ελλάδα έχει μια πάρα πολύ ισχυρή αμυντική θέση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η επίλυση των ζητημάτων θα διευκόλυνε και το ισοζύγιο των πληρωμών, διότι θα αφαιρούσε και από τις δύο χώρες και κυρίως από το πιο αδύνατο κρατικό προϋπολογισμό ένα πολύ μεγάλο βάρος που συνιστά η δαπάνη για τους εξοπλισμούς».
«Η επιρροή ακραίων κύκλων παρεμποδίζει την επίλυση διεθνών ζητημάτων»
Σε ερώτηση αν αυτό αφορά στα θέματα του Αιγαίου ο κ. Καλαβρός υποστηρίζει ότι αφορά όλα τα θέματα. «Έχω την αίσθηση ότι υπό την πίεση ακραίων κύκλων, το ίδιο συμβαίνει και στην Τουρκία μόνο που εκεί τα μεγέθη είναι μεγαλύτερα, η επιρροή εθνικιστικών κύκλων έχει μικρότερη επιρροή από ό,τι στην Ελλάδα, επειδή εδώ τα μεγέθη είναι μικρότερα, υπό την επιρροή επαναλαμβάνω ακραίων κύκλων και ακραίων όλων των προσανατολισμών, ας μη νομισθεί ότι εννοώ ακραίους εθνικιστικούς, αλλά και ακραίους δήθεν διεθνιστικούς κύκλους παρεμποδίζεται η επίλυση διεθνών ζητημάτων και διατηρείται αυτό το φοβικό κλίμα, το οποίο άρχισε το 1897 κορυφώθηκε το 1922 και έκτοτε διακατέχει την ελληνική διπλωματία με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η επίλυση ζητημάτων που θα μπορούσαν να λυθούν. Προς αυτή την κατεύθυνση έχω την αίσθηση ότι η επίσκεψη Ερντογάν και η συνέχιση αυτής της χαμηλής πολιτικής, με την έννοια της αποκατάστασης ενός κλίματος μιας βάσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης θα διευκολύνει μελλοντικά την επίλυση ζητημάτων, δεδομένου, όπως σας είπα, έχω την αίσθηση ότι ο χρόνος δουλεύει εις βάρος της Ελλάδος.
«Είναι νωρίς να μιλήσουμε για νέα εποχή στα ελληνοτουρκικά»
Σε ερώτηση αν μπορούμε να μιλήσουμε για μια νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο κ. Καλαβρός τονίζει ότι «είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε μετά τη συνάντηση για νέα εποχή. Συνήθως στη διπλωματία τέτοιες αξιολογήσεις και τέτοιες εκτιμήσεις κρίνονται εκ του αποτελέσματος, όμως θα σας έδινα έμμεση απάντηση λέγοντας ότι δύο ηγέτες αυτών των δύο συγκεκριμένων χωρών που έχουν περάσει από πολύ δύσκολες καταστάσεις, οι οποίοι ηγέτες ηγούντο κρατών που μόλις είχαν βγει από αυτό που αποκλήθηκε μικρασιατική καταστροφή, -το οποίο κάποια στιγμή θα πρέπει με ψυχραιμία να το αξιολογήσουμε, χωρίς κραυγές και με αίσθημα αυτοκριτικής, για να αξιολογήσουμε σωστά και τη δική μας ευθύνη σε ορισμένα θέματα,- δύο ηγέτες, λοιπόν, που μόλις έβγαιναν από μια τέτοια κρίση, από έναν κατ’ ουσίαν υπαρξιακό αγώνα που προεκλίθη από την εκτέλεση της συμμαχικής εντολής από την κυβέρνηση Βενιζέλου στην Οθωμανική Τουρκία, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και να υπογράψουν ένα μεγάλο πλέγμα διμερών συνθηκών, να αξιοποιήσουν πολυμερείς συνθήκες και να οδηγήσουν τις χώρες τους αμοιβαίως σε μια μακρά περίοδο ειρήνης, ανάπτυξης, καλών διμερών σχέσεων, κατάσταση η οποία ανετράπη όταν άρχισε να γίνεται ό,τι έγινε το 1963-1964 στην Κύπρο για να κορυφωθεί το 1974. Κάποια στιγμή θα πρέπει να συζητήσουμε και με πνεύμα ψυχραιμίας και αυτοκριτικής και ειλικρίνειας ποιες είναι και οι δικές μας ευθύνες για την κατάσταση που άρχισε να δημιουργείται στην Κύπρο από το 1963-1964. Να μην θεωρούμε απλώς ότι το 1974 έγινε μια επέμβαση και μια κατοχή από μία εγγυήτρια δύναμη σε ένα νησί που ζούσαν δύο κοινότητες, -ο όρος εισάγεται εις το διεθνές δίκαιο και μάλιστα στις διμερείς σχέσεις με τις Συνθήκες Λονδίνου και Ζυρίχης, πρώτον δηλαδή σε αυτές χρησιμοποιείται ο όρος ύπαρξης δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, – και αυτό το ζήτημα πρέπει να πάψουμε να το βλέπουμε μονομερώς, διότι πρέπει να καταλάβουμε ότι άλλη είναι η αξία της συλλογικής ιστορικής μνήμης που πρέπει να τροφοδοτείται με ειλικρίνεια από την έρευνα και την επιστήμη και άλλος είναι ο ρόλος της διδάσκουσας ιστορίας.
«Άλλος ο ρόλος της διδάσκουσας ιστορίας»
Άλλος είναι ο ρόλος της διδάσκουσας ιστορίας, αυτής δηλαδή που χρησιμοποιείται από τα κράτη ως παράγων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και της εκπαίδευσης των πολιτών. Είναι τελείως διαφορετικό θέμα και ορθώς πρέπει να αντιμετωπίζεται ο ρόλος της ιστορίας ως τροφοδότη της συλλογικής ιστορικής μνήμης διότι κανένας λαός δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει αν ξεχάσει τι έχει γίνει, αλλά άλλος είναι ο ρόλος της διδάσκουσας ιστορίας. Στα δε σύγχρονα κράτη νομίζω ότι η μεν ιστορική μνήμη πρέπει να λειτουργεί ακώλυτα μέσα σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Η Ελλάδα είναι σίγουρα τέτοια χώρα, η Τουρκία προσπαθεί να γίνει και πρέπει να εκτιμήσουμε τις προσπάθειες. Έχουν γίνει σημαντικότατες αλλαγές».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
