Oι καταθεσεις των θρακιωτων στην υποθεση του Βατοπεδιου

Καταθέσεις που μόνο ως «φωτιά» θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν περιλαμβάνουν οι κούτες με το υλικό που συγκέντρωσαν οι εισαγγελείς για την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου και το οποίο βρίσκεται από προχθές στη Βουλή «προς ενημέρωση των βουλευτών». Μάρτυρας «κλειδί» φαίνεται να είναι ο άνθρωπος που μετέφερε τον ηγούμενο Εφραίμ σε Μαξίμου, υπουργεία αλλά και στο σπίτι του υπουργού Επικρατείας. Ωστόσο, μεγάλο ενδιαφέρον έχουν αποκτήσει και όσα υποστήριξαν οι ουκ ολίγοι θρακιώτες που κλήθηκαν να καταθέσουν.

Ο Μητροπολίτης Ξάνθης Παντελεήμων είναι από τα πρόσωπα που αποκαλύπτει το ρόλο Ρουσόπουλου: «Στο πλαίσιο της εναντίωσης μου να παραχωρηθούν εκτάσεις στη Μονή, μαζί και με άλλους φορείς του νομού επισκεφθήκαμε τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τον υφυπουργό Πέτρο Δούκα και τον υπουργό Επικρατείας Θόδωρο Ρουσόπουλο, προκειμένου να ενημερωθεί μέσω του τελευταίου και ο πρωθυπουργός». Μάλιστα, ευθέως τον υπουργό Επικρατείας δείχνει και ο Δήμαρχος Ξάνθης Μιχάλης Στυλιανίδης: «Ενημερώσαμε τον κ. Ρουσόπουλο. Μας άκουσε με προσοχή και μας εξέφρασε την άποψη ότι δεν θα πρέπει να διαταραχθούν οι σχέσεις της Μονής με την τοπική εκκλησία και τους κατοίκους της περιοχής».

Η μεταβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να διαρρεύσουν αρκετά στοιχεία αυτής στους δημοσιογράφους. Ηδη μεγάλο μέρος τους υπήρχε στις χθεσινές εφημερίδες του αθηναϊκού Τύπου. Ο «ΠτΘ» απομόνωσε όσα ενδιαφέροντα καταθέτουν οι θρακιώτες που κλήθηκαν στην Αθήνα να μιλήσουν στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές για την υπόθεση και σας τα μεταφέρει.

«Το Φλιτζάνι»

MHΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΞΑΝΘΗΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

Ο μητροπολίτης Ξάνθης Παντελεήμων κάνει αναλυτική αναφορά στο ιστορικό των εναντιώσεών του στις διεκδικήσεις της Μονής Βατοπεδίου στη λίμνη Βιστωνίδα. Είναι ο άνθρωπος που ουσιαστικά είχε οδηγήσει στην έναρξη και της πρώτης δικαστικής έρευνας για την υπόθεση, με την περίφημη επιστολή που είχε στείλει στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπου ανέφερε μεταξύ άλλων πως ο ίδιος γνώριζε ότι η Μονή είχε ιδιοκτησία στη Λίμνη Βιστωνίδα μόνο σε δύο νησίδες, Αγίου Νικολάου και Παντάνασσας, και σε τμήμα της νησίδας Μπουρού. Ο Ξάνθης «καίει» τον Θοδωρή Ρουσόπουλο, αφού αναφέρεται σε συνάντηση μαζί του και αποκαλύπτει ότι του είχε ζητήσει «να ενημερώσει τον πρωθυπουργό για να μην παραχωρηθούν οι εκτάσεις στη Μονή Βατοπεδίου». Αναλυτικά, αναφέρει στην κατάθεσή του:

«Αμέσως μετά τον Δεκαπενταύγουστο συγκάλεσα στην Μητρόπολη σύσκεψη των φορέων του Νομού -αφού έλαβα σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες των κατοίκων της περιοχής αυτής- για να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουμε το ζήτημα των διεκδικήσεων.

Στην ενέργεια αυτή προέβην, γιατί όπως προανέφερα, γνώριζα, ότι η Μονή Βατοπεδίου είχε στην περιοχή της Βιστωνίδος δικαίωμα κυριότητος της νησίδας του Αγίου Νικολάου και της Παντάνασσας και τμήμα της νησίδος Μπουρού, καθώς και δικαίωμα συνεκμετάλλευσης του Ιχθυοτροφείου της Λίμνης και πέραν αυτού, τίποτε άλλο. Με τις απόψεις μου αυτές, συμφώνησαν και οι υπόλοιποι φορείς της Ξάνθης, συντάχθηκε σχετικό πρακτικό, το οποίο υπέγραψαν όλοι οι συμμετέχοντες και διαβιβάστηκε από την Μητρόπολη στο υπουργείο Οικονομίας που ήταν αρμόδιο, αλλά και στον τότε πρωθυπουργό της χώρας.

Σημειώνω εδώ, ότι η Μονή Βατοπεδίου ουδέποτε είχε εμφανιστεί, κατά το παρελθόν, να διεκδικεί εκτάσεις της περιοχής Βιστωνίδος, οι οποίες άλλωστε από το 1930, είχαν παραχωρηθεί σε ακτήμονες αγρότες της περιοχής και έκτοτε καλλιεργούνταν. Εκτός άλλων ενεργειών μας, το Σεπτέμβριο του 2003, επισκέφτηκα μόνος μου τον αρμόδιο Υφυπουργό Οικονομίας Φωτιάδη, ο οποίος μου είπε ότι δεν πρέπει να ανησυχώ για το συγκεκριμένο ζήτημα. Λίγες ημέρες αργότερα, περιήλθε σε γνώση μου το πρωτόκολλο παράδοσης από την Κτηματική υπηρεσία της Ξάνθης και παραλαβής από τον Ηγούμενο της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ, παραλίμνιας έκτασης (όποια και αν είναι αυτή).

Το γεγονός αυτό, προκάλεσε την αγανάκτησή μου και με οδήγησε να επισκεφτώ εκ νέου τον Φωτιάδη στο γραφείο του, δηλώνοντάς του τα αισθήματά μου αυτά, για το ότι δεν τήρησε τα υπεσχημένα και συγχρόνως να του δηλώσω ότι, ως Μητροπολίτης, θα κατέβαλα κάθε προσπάθεια να προστατευτούν οι κάτοικοι των παραλίμνιων εκτάσεων οι οποίοι είχαν αποκτήσει τις ιδιοκτησίες τους εκεί, ύστερα από διανομή από το Ελληνικό Δημόσιο το 1930.

Ακολούθησε η εκδίκαση αγωγής της Μονής Βατοπεδίου για 27.000 στρέμματα στην περιοχή της Βιστωνίδος, κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης στις 5-11-2003. Καθώς η έκδοση της απόφασης καθυστερούσε, θεώρησα υποχρέωσή μου, να διαβιβάσω δύο επιστολές, με την αυτή ημερομηνία της 28-1-2004 και τις οποίες απηύθυνα αντίστοιχα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στην Πρόεδρο Πρωτοδικών Ροδόπης και είναι οι υπ αριθμ. πρωτ. 63 & 64/28-1-2004 επιστολές που μου δείχνετε σε φωτοαντίγραφα.

Με αφορμή την επιστολή μου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διενεργήθηκε έρευνα από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, της οποίας το αποτέλεσμα δεν γνωρίζω. Στα πλαίσια της εναντίωσής μου, να παραχωρηθούν εκτάσεις γεωργών της περιοχής της Μητροπόλεώς μου, στη Μονή Βατοπεδίου, πραγματοποιήσαμε με τους υπόλοιπους φορείς του Νομού μας επισκέψεις στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., στον αρμόδιο Υφυπουργό Π. Δούκα, αλλά και στον Υπουργό Επικρατείας Θ. Ρουσόπουλο (προκειμένου να ενημερωθεί, μέσω του τελευταίου ο Πρωθυπουργός της χώρας), ζητώντας τους να μην αναγνωριστούν δικαιώματα στην προαναφερθείσα Μονή, πέραν των όσων είχε και τα οποία προανέφερα.

Οπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, δεν έλαβαν υπόψη τις προαναφερθείσες απόψεις μας, αν και από τις αντιδράσεις μας αυτές μέχρι σήμερα, κανένας γεωργός της Μητροπόλεώς μου ή εργαζόμενος στον Συνεταιρισμό του Ιχθυοτροφείου, δεν επηρεάστηκε από την αναγνώριση εκ μέρους του Δημοσίου, ιδιοκτησίας επί της Λίμνης και τεράστιων παραλίμνιων εκτάσεων στην ανωτέρω Μονή.

Εμείς βέβαια, δεν αναγνωρίζουμε ιδιοκτησία της ανωτέρω Μονής στην περιοχή, αλλά η αναγνώριση από την πλευρά του Δημοσίου, έδωσε τη δυνατότητα στη Μονή αυτή, να ανταλλάξει την αναγνωρισθείσα ιδιοκτησία της με ακίνητα σε άλλες περιοχές της Ελλάδος.

Καταλήγοντας, θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να αναγνωριστεί η Μονή Βατοπεδίου, σαν ιδιοκτήτης εκτάσεων στην περιοχή της Βιστωνίδος, αφού όπως προανέφερα τέτοιες ιδιοκτησίες ουδέποτε είχε»

Εξιστορώντας τι προηγήθηκε της απόφασης το 2003 του υφυπουργού Οικονομικών Φωτιάδη να αναπέμψει τελικά την υπόθεση της Βιστονίδας για επανεξέταση στο Γνωμοδοτικό, ο μητροπολίτης Ξάνθης Παντελεήμων αναφέρει:

«Τον Σεπτέμβριο του 2003 επισκέφθηκα στην Αθήνα τον υφυπουργό Οικονομικών, κ. Φωτιάδη, πιστεύοντας ότι ως Θρακιώτης υπουργός θα υποστήριζε τα συμφέροντα των κατοίκων της Θράκης. Μου είπε: “Σεβασμιότατε, η Ιερά Μονή κατέφυγε στη Δικαιοσύνη” και ότι τον λόγο τον έχει η Δικαιοσύνη. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ήρθαν στα χέρια μου ένα έγγραφο “πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης” με ημερομηνία 25/5/2003, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Χρ. Κωνσταντινίδης, προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ξάνθης, παραδίδει και ο ηγούμενος της Μ. Βατοπεδίου παραλαμβάνει για λογαριασμό της μονής τη λιμνοθάλασσα Βιστονίδα μετά της όχθης αυτής, σύμφωνα με γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας και τη σχετική υπουργική απόφαση.

Υστερα από όλα αυτά οι φορείς της πόλης και ο μητροπολίτης απευθυνόμαστε πάλι στον υφυπουργό Οικονομικών και του λέμε ότι “μας εμπαίζετε; Εφόσον έχει συνταχθεί πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης από τον Ιούνιο του 2003”.

Επειτα από παράσταση όλων των φορέων και του μητροπολίτη στο υπουργείο Γεωργίας, στον τότε υπουργό κ. Δρυ και τον υφυπουργό κ. Φωτιάδη, ο υφυπουργός αναπέμπει την υπόθεση για επανεξέταση στο Γνωμοδοτικό».

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΞΑΝΘΗΣ

Στην ενημέρωση που έκαναν τοπικοί φορείς στον υπουργό Επικρατείας Θόδωρο Ρουσόπουλο στις 6 Σεπτεμβρίου του 2004, παρόντος και του ξανθιώτη τότε υφυπουργού (και νυν υπουργού) Αγροτικής Ανάπτυξης Αλέκου Κοντού, σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή από τις ανταλλαγές με τη Μονή Βατοπεδίου αναφέρθηκε αναλυτικά ο δήμαρχος Ξάνθης Μιχάλης Στυλιανίδης στην εισαγγελέα Εφετών Ευσταθία Σπυροπούλου. Η κατάθεση πάρθηκε την περασμένη Παρασκευή, στις 17 Οκτωβρίου:

«Στη συνάντηση αυτή ήταν παρόντες ο μητροπολίτης Ξάνθης, ο υφυπουργός κ. Κοντός, ο βουλευτής κ. Τσαλίδης, ο νομάρχης Ξάνθης και εγώ. Ενημερώσαμε τον κ. Ρουσόπουλο για την υπόθεση και του εκφράσαμε την πλήρη αντίθεση και την προσωπική μας, αλλά και των τοπικών κοινωνιών της Ξάνθης. Μας άκουσε με προσοχή και μας εξέφρασε την άποψη ότι δεν θα πρέπει να διαταραχθούν οι σχέσεις της Μονής Βατοπεδίου με την τοπική Εκκλησία και τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής.

Εμείς του ζητήσαμε, βέβαια, να ενημερώσει τους αρμόδιους υπουργούς, που αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός μας για την αντίθεσή μας αυτή και για την αναταραχή και τον αναβρασμό που είχε προκληθεί στην περιοχή μας μετά την παραίτηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου από το ως άνω δικαστήριο. Μας δήλωσε ότι είναι καθ ύλην αναρμόδιος, εμείς το γνωρίζαμε αυτό και ζητήσαμε να μεταφέρει το αίτημά μας, τη δημιουργηθείσα κατάσταση, τις απόψεις μας και τις θέσεις μας στους αρμόδιους υπουργούς. Πολύ αργότερα πληροφορηθήκαμε ότι οι διεκδικούμενες εκτάσεις πρόκειται να ανταλλαγούν με άλλες εκτάσεις εκτός του Νομού Ξάνθης και ως εκ τούτου η Μονή Βατοπεδίου αποσύρεται από κάθε διεκδίκηση στην περιοχή αυτή».

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΞΙΝΙΔΗΣ, ΠΡΩΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΞΑΝΘΗΣ

Ιδιαίτερη αναφορά στην επίσκεψή του μαζί με άλλους φορείς της Ξάνθης στον πρώην υφυπουργό Οικονομικών Πέτρο Δούκα κάνει με την κατάθεσή του ο Αθανάσιος Ξινίδης. Όπως αναφέρει, όταν φορείς της Ξάνθης του ζήτησαν τον Ιούλιο 2004 να μην εγκρίνει τη γνωμοδότηση υπέρ της Μονής γιατί εκκρεμούσε η έκδοση δικαστικής απόφασης, ο Π. Δούκας δήλωσε άγνοια (!), ενώ λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε εγκρίνει και τη γνωμοδότηση και το «κλείσιμο» της δίκης. Συγκεκριμένα, ο Αθ. Ξυνίδης κατέθεσε ότι μόλις έμαθαν πως το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο εμμένει σε θέσεις υπέρ της κυριότητας της Μονής, χωρίς να κληθούν καν οι φορείς της Ξάνθης για να εκθέσουν τις απόψεις τους, στις 5/7/04 επισκέφθηκε τον Π. Δούκα επιτροπή, όπου εκτός από τον ίδιο συμμετείχαν ο τότε υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Αλ. Κοντός, ο νομάρχης Ξάνθης Γ. Παυλίδης, ο δήμαρχος Ξάνθης Μ. Στυλιανίδης και ο μητροπολίτης Ξάνθης Παντελεήμων ως επικεφαλής. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Ζητήσαμε από τον Π. Δούκα -αναφέρει στην κατάθεση- να μην αποδεχτεί την τελευταία γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου (σ.σ.: όπου είχε αναπέμψει την υπόθεση ο Απ. Φωτιάδης για επανεξέταση), εκθέτοντας τις απόψεις μας και επισημαίνοντας ότι εκκρεμεί έκδοση δικαστικής απόφασης από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης για την υπόθεση. Ο υφυπουργός μας δήλωσε άγνοια του θέματος και ότι θα ενημερωθεί και θα μας απαντήσει.

Στις 14-7-2004 πληροφορηθήκαμε ότι ο ανωτέρω υφυπουργός Π. Δούκας αποδέχθηκε τη γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, η οποία δικαιώνοντας τη Μονή Βατοπεδίου δέχεται τους ισχυρισμούς της για κυριότητα των εκτάσεων που αναφέρθηκαν στην περιοχή Βιστωνίδας. Αμέσως οι τρεις πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων Ξάνθης, Κομοτηνής και Αλεξανδρούπολης συντάσσουμε την ίδια ημέρα επιστολή, την οποία απευθύνουμε στον ανωτέρω υπουργό (φωτοαντίγραφο της οποίας σας καταθέτω) και παράλληλα κοινοποιούμε την επιστολή μας αυτή στον υπουργό Εσωτερικών και στο γραφείο του Πρωθυπουργού».

Στη συνέχεια της κατάθεσης, ο Αθ. Ξινίδης αποκαλύπτει ότι η επιτροπή είχε συναντήσει και τον υπουργό Εσωτερικών Πρ. Παυλόπουλο που τους διαβεβαίωσε «όσο εγώ είμαι υπουργός αυτής της κυβέρνησης, χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεν θα αναγνωριστεί στη Μονή κανένα δικαίωμα», δήλωση που δημοσιεύθηκε στις 6/7/04 στον τοπικό Τύπο. Μετά την έγκριση της γνωμοδότησης από τον Δούκα, ο Αθ. Ξινίδης αναφέρει ότι αποφάσισαν να διαμαρτυρηθεί η επιτροπή στον πρωθυπουργό, αλλά επειδή δεν ήταν δυνατή η συνάντηση αποφάσισαν να δουν αντί του πρωθυπουργού τον υπουργό Επικρατείας Θοδωρή Ρουσόπουλο. Στη συνάντηση αυτή, όμως, δεν μετείχαν ο Αθ. Ξυνίδης και ο δήμαρχος Ξάνθης, αφού ο Αλ. Κοντός (που είχε αναλάβει να ρυθμίσει τις συναντήσεις) ενημέρωσε ότι δεν μπορούν να συναντηθούν με τον Θ. Ρουσόπουλο. Ωστόσο μετά τον χωρισμό της επιτροπής των φορέων, οι υπόλοιποι συναντήθηκαν μαζί του. Ο μάρτυρας καταθέτει ότι οι αντιδράσεις των φορέων είχαν ως αποτέλεσμα όχι να μην αναγνωριστούν τα δικαιώματα της Μονής, αλλά να ανταλλαχθεί η αξία της αναγνωρισμένης ιδιοκτησίας της με ίσης αξίας ακίνητα του Δημοσίου. Τέλος, αναφέρεται και στις αντιδράσεις των φορέων όταν είχαν εγκριθεί από τους υπουργούς Γ. Δρυ και Απ. Φωτιάδη οι γνωμοδοτήσεις υπέρ της Μονής, με αποτέλεσμα να αναπεμφθεί η υπόθεση για επανεξέταση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο.

ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΤΟΥ «ΜΑΧΗΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ»

Στον πρώην υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Πέτρο Δούκα αποδίδει (κυρίως) ευθύνες με την κατάθεσή του ο εκδότης της εφημερίδας «Μαχητής» Παν. Παπαδόπουλος, ενώ εμπλέκει και τα ονόματα αρκετών θρακιωτών, όπως του τότε υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Αλέκου Κοντού, του πρώην υφυπουργού Οικονομικών Απόστολου Φωτιάδη αλλά και του πρώην αντιπροέδρου της Βουλής Παναγιώτη Σγουρίδη. Συγκεκριμένα, επιρρίπτει κατ’ αρχάς ευθύνες στον Απ. Φωτιάδη, με την ανοχή του Παν. Σγουρίδη, που τους χαρακτήριζε «επενδυτές».

Στην ίδια κατάθεση, που πάρθηκε μόλις την περασμένη Δευτέρα 20 Μαρτίου από την εισαγγελέα Εφετών Ευσταθία Σπυροπούλου, ο μάρτυρας αναφέρεται σε συναντήσεις φορέων της περιοχής με τους Ρουσόπουλο και Παυλόπουλο, ενώ κάνει για «συμμορία αδίστακτων τυχοδιωκτών» αναφερόμενος στους μοναχούς «Αρσένιο και Βαρνάβα». Μάλιστα, χαρακτηρίζει τον πρώτο εξ αυτών «εγκέφαλο μαζί με τον Εφραίμ». Ο Παπαδόπουλος κάνει λόγο στην κατάθεσή του για «σκάνδαλο δεκαετίας», υποστηρίζοντας ότι οι ασκοί του Αιόλου άνοιξαν επί εποχής ΠαΣοΚ. Αναφέρεται στον τότε υφυπουργό Απ. Φωτιάδη, ο οποίος ανέπεμψε τη σχετική γνωμοδότηση. Αιχμή του δόρατος στην κατάθεσή του είναι η δίκη που έγινε στις 5/11/2003, ιδίως αφότου «πληροφορηθήκαμε ότι από κοινού Δημόσιο και Μονή συναποφάσισαν να μην εκδοθεί απόφαση». Αναφέρει αναλυτικά στην κατάθεσή του:

«Η παραίτηση του Δημοσίου από τη δίκη ήταν κάτι πρωτόγνωρο, αποτελούσε το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της Θράκης και των κατοίκων. Ο νέος υφυπουργός Οικονομικών Π. Δούκας είχε ταυτιστεί με τους προκατόχους του, Δρυ και Φωτιάδη (…).

«Στη συνέχεια, ο Μητροπολίτης Ξάνθης, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Αλέξανδρος Κοντός, ο Νομάρχης Ξάνθης Γιώργος Παυλίδης και ο τότε Αντιδήμαρχος Μανώλης Τσέπελης, εκπροσωπώντας τους φορείς του Νομού επισκέπτονται τον Υφυπουργό Οικονομικών κ. Δούκα και τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Παυλόπουλο, την 5-7-2004. Και ενώ ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Παυλόπουλος μας καθησυχάζει ότι αν δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση δεν θα περάσει καμία διεκδίκηση σε βάρος της γης της Θράκης, ο Υφυπουργός Οικονομικών και Οικονομίας Πέτρος Δούκας, που ήταν και αρμόδιος, τον οποίο είχαν επισκεφθεί προηγουμένως οι παραπάνω φορείς, ήταν σφιγμένος και κουμπωμένος απέναντί τους, σύμφωνα με το τότε δημοσίευμά μου και ζήτησε να του στείλουν τα στοιχεία που υπάρχουν ώστε να προβάλει αντίσταση στους εκπροσώπους της Μονής Βατοπεδίου όταν τον ξαναεπισκεφθούν.

Μολονότι πληροφορίες μας λέγανε ότι είχε ήδη ενδώσει στις απαιτήσεις των καλογέρων με το να μην εκδοθεί απόφαση μετά από αίτηση που υπέβαλαν από κοινού Μονή και Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που κατά την άποψή μου έγινε αιτία και να ζημιωθεί το Δημόσιο και να προδοθεί ένας αγώνας, ο οποίος ήταν υπερκομματικός και όλοι εμείς είχαμε τελείως διαφορετική αντίληψη για την κυβερνητική πολιτική σε σχέση με το θέμα αυτό.

Μετά από αυτό αρχίσανε να δημοσιοποιούνται έντονες αντιδράσεις από τους τρεις Δικηγορικούς Συλλόγους Ξάνθης, Ροδόπης και Εβρου, με κοινή επιστολή των τριών προέδρων, με σοβαρά νομικά επιχειρήματα, εντοπίζοντας και ποινικές ευθύνες σε βάρος του Υφυπουργού κ. Δούκα, η οποία εστάλη στον ίδιο στις 14-7-2004 και τη δημοσιεύω στις 16-7-2004 στην εφημερίδα μου “Μαχητή”. Παρά ταύτα δεν έγινε τίποτα.

Απογοητευμένοι μετά την στάση του κ. Δούκα και μιλώντας όλη η κοινή γνώμη για ξεπούλημα της Θρακικής γης, κλείνεται ραντεβού από τον υφυπουργό Αλ. Κοντό με τον υπουργό κ. Ρουσόπουλο, το οποίο όμως ματαιώθηκε. (…)Ο κ. Κοντός, που ήταν παρών, μου είπε επί λέξει ότι έγινε άτυπη συνάντηση, διότι ο κ. Ρουσόπουλος δήλωνε αναρμόδιος. Πιστεύω ότι πήγαν στον κ. Ρουσόπουλο απογοητευμένοι από τον Δούκα και τον Παυλόπουλο, διότι θεωρούσαν ότι είναι πιο στενά, πιο κοντά στον πρωθυπουργό και ότι μπορούσε να βρεθεί πιο εύκολα πολιτική λύση.

Η συντονιστική επιτροπή μετέφερε στον κ. Ρουσόπουλο την απαίτηση των τοπικών κοινωνιών του λαού της Θράκης να μην πάρουν τίποτα οι καλόγεροι (…) Στις 18-9-2004, δημοσίευσα επιστολή του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου κ. Ξυνίδη και του δημάρχου Βιστονίδας, που καλούσε τον κ. Ρουσόπουλο να πάψει να ενδιαφέρεται μόνο για τη Μονή Βατοπεδίου…».

Στη συνέχεια ο Πάνος Παπαδόπουλος καταθέτει ότι δεν είχε καμία τύχη η ανοιχτή επιστολή φορέων που δημοσίευσε ο ίδιος στις 18.9.2004 «με αποδέκτες τον κ. Ρουσόπουλο και την κυβέρνηση» και με την οποία ζητείτο να ελεγχθούν τα στελέχη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους «που εμπόδισαν το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση και καλούσαν τον κ. Ρουσόπουλο να πάψει να ενδιαφέρεται μόνο για την Μονή Βατοπεδίου και να ενδιαφερθεί για την Θράκη» Ακόμα, ο μάρτυρας αναφέρεται στον Αλέκο Κοντό αποδίδοντάς του εν πολλοίς «συσκότιση» στο θέμα, καθώς αναφέρει: «Μετά από αυτό επήλθε πλήρη συσκότιση στο θέμα, αφού καθησυχάσαμε όλοι με τη διαβεβαίωση του τότε υφυπουργού κ. Κοντού ότι με τις ανταλλαγές η Μονή Βατοπεδίου δεν είχε δικαίωμα πλέον διεκδίκησης δημοσίων εκτάσεων στο νομό μας». Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του, ο εκδότης Πάνος Παπαδόπουλος ζητά την παρέμβαση Σανιδά να διενεργηθεί έρευνα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ ΤΟΠΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ

Πρόκειται για μάρτυρα που είχε καταθέσει υπέρ του Δημοσίου και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης τον Νοέμβριο του 2003, αναφορικά με τις διεκδικούμενες από τη Μονή Βατοπεδίου παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «γνώριζε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής» και υποστηρίζει στην τωρινή κατάθεσή του:

«Στο Πρωτοδικείο ανέφερα τα αποτελέσματα της έρευνας από το αρχείο της υπηρεσίας από το έτος 1927 μέχρι και το πέρας των αναδασμών, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η επίδικη έκταση ανήκε αποκλειστικά στο ελληνικό Δημόσιο. Κατά την εκδίκαση παρουσιάστηκε από τη Μονή Βατοπεδίου και κατατέθηκε στο Δικαστήριο τοπογραφικό διάγραμμα, που είχε συνταχθεί την 25/10/2002 από τον τοπογράφο μηχανικό Δ. Βασιλειάδη, ο οποίος ασκεί παράλληλα και καθήκοντα ιερέως, το οποίο ήταν εντελώς διάτρητο και ουδεμία σχέση είχε με την πραγματική κατάσταση, που αναφέρεται στο χρυσόβουλο (τοπωνύμια), τα οποία δεν εφαρμόζονται σήμερα και στο τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζονται τεθλασμένες γραμμές, ενώ όπως γνωρίζουμε οι Βυζαντινοί οριοθετούσαν με ευθείες μακράς αποστάσεως νοητές γραμμές, πράγμα με το οποίο συμφώνησε και ο βυζαντινολόγος κ. Τσουρής. Οι εκτάσεις που διεκδικεί η Μονή Βατοπεδίου στο σύνολό τους αγγίζουν τα 25.000 στρέμματα. Οι εκτάσεις κατανέμονται σε καλλιεργούμενες (ιδιοκτησίες), κοινόχρηστες (υπουργείο Γεωργίας), κοινοτικές (δήμων), κοινόχρηστες θαμνώδεις, δασικές θαμνώδεις, ελληνικού Δημοσίου, αρχαιολογικό χώρο (Αναστασιούπολη) και ιδιόκτητα λιβάδια. Και ενώ εγώ κατά την εξέτασή μου στο ως άνω Δικαστήριο απέδειξα με ουσιώδη έγγραφα και χάρτες ότι η επίδικη έκταση ανήκε στο ελληνικό Δημόσιο και στους κατοίκους που καλλιεργούν τα αγροτεμάχιά τους, με τίτλους κυριότητος από το 1931 μέχρι και το έτος 2002 και παρ’ ότι ο κ. Χειμώνας υπερασπίστηκε άριστα τα συμφέροντα του Δημοσίου και ανεμένετο δικαστική απόφαση, όπου η εισήγηση ήταν θετική για το Δημόσιο, εν τούτοις ξαφνικά η Μονή Βατοπεδίου μαζί με το ελληνικό Δημόσιο έκαναν δήλωση περί μη εκδόσεως της αποφάσεως,δηλαδή το Δημόσιο παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του κατά παράδοξο τρόπο. Αυτό έγινε μετά την υπ’ αρ. 47/17-6-2004. Απορώ πώς έγιναν οι ανταλλαγές χωρίς να εκδοθεί δικαστική απόφαση που να δίδει νομή, κατοχή και κυριότητα στις διεκδικούμενες εκτάσεις από την Ιερά Μονή Βατοπεδίου και πώς οι αρμόδιοι, με ποιο σκεπτικό και με ποιο νόμιμο έρεισμα προέβησαν στις ανταλλαγές αυτές, που ήταν ιδιαίτερα επιζήμιες για το ελληνικό Δημόσιο, καθ’ ότι αντηλλάγησαν εκτάσεις με “φιλέτα” του ελληνικού Δημοσίου υπερπολλαπλάσιας αξίας».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.