Ελευθερια επικοινωνιας και Blogs
Το θέμα των blogs, το οποίο απασχολεί τις τελευταίες ημέρες την επικαιρότητα αποτελεί μιαν ακόμη απόδειξη του γεγονότος ότι ως χώρα και ως κοινωνία έχουμε μείνει τραγικά πίσω και δεν έχουμε συνειδητοποιήσει το εύρος των νέων οριζόντων που έχει ανοίξει η ψηφιακή τεχνολογία. Τα blogs είναι γεγονός ότι αποτελούν την ανοικτή μορφή επικοινωνίας της νέας εποχής. Παρέχονται δωρεάν και δεν εμπίπτουν σε κανενός είδους έλεγχο. Στην πραγματικότητα όμως, όπως θα μπορούσαν κατά το παρελθόν να αναζητηθούν οι υπεύθυνοι ενός συκοφαντικού εντύπου, έτσι μπορούν σήμερα, δια της εφαρμογής των δυνατοτήτων της ίδιας της ψηφιακής τεχνολογίας να αναζητηθούν και όσοι χρησιμοποιούν τα blogs με ανάλογο παράνομο τρόπο. Οι πτυχές του ζητήματος είναι πολλές. Διότι το διαδίκτυο όπως και κάθε έκφανση της ανθρώπινης δραστηριότητος έχει καλές και κακές πλευρές. Ούτε μπορεί συλλήβδην να καταδικασθεί, ούτε όμως και να αφεθεί σε ασυδοσία. Το ζήτημα είναι να βρεθεί το μέτρο. Και εδώ φαίνεται η ανωριμότητα της κοινωνίας μας να δεχθεί την ηλεκτρονική επανάσταση που έχει συντελεσθεί. Ο ΠτΘ συζητά για το συγκεκριμένο θέμα με τον αναπληρωτή καθηγητή Ποινικού Δικαίου στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης κ. Θεοχάρη Δαλακούρα. Αναλύοντας το νομικό πλαίσιο της χώρας μας ο κ. Δαλακούρας τονίζει την ανάγκη μεν κατασταλτικού ελέγχου από πλευράς πολιτείας, υποστηρίζει δε ότι «όσο λογικό είναι, λοιπόν, να επιτρέπεται να ελέγχουμε την εγκληματική δραστηριότητα με βάση συγκεκριμένες υπόνοιες, άλλο τόσο λογικό είναι να απαιτούμε να μην επιτρέπονται προληπτικοί έλεγχοι και συνεχείς γενικευμένοι έλεγχοι με στόχο την ανακάλυψη κάποιου εγκλήματος στο διαδίκτυο. Αυτό θα είναι η κατάλυση της επικοινωνίας. Και αυτό θα είναι η μεγαλύτερη προσβολή στη σφαίρα ελευθερίας του ατόμου, διότι τα συμπτώματα ή τα αποτελέσματα μιας τέτοιας ανελεύθερης πρακτικής, μιας τέτοιας πλήρως ελεγχόμενης συμπεριφοράς, δεν θα αργήσουμε να τα δούμε. Εάν καθυποτάξουμε ένα σύστημα επικοινωνίας, προσπαθώντας να το ελέγξουμε στη ρίζα του και προληπτικά, θα δούμε τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της υποταγής στην ίδια την ελεγχόμενη γενιά».
Ελευθερία διακίνησης των ιδεών
«Κατά την άποψή μου χρειάζεται μέγιστη προσοχή στους τρόπους επέμβασης σε αυτά τα νέα είδη επικοινωνίας. Την ώρα, που διαπιστώνουμε ως κοινωνία ότι έχουμε ελλείμματα στο επικοινωνιακό πεδίο, είναι πράγματι ανακόλουθο να λέμε ότι θέλουμε να ελέγξουμε πλήρως και την επικοινωνία αυτού του είδους. Τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε ένα άλλο προκλητικό συμπέρασμα ότι οι νέοι μας δεν θα επικοινωνούν πλέον ή θα επικοινωνούν με τρόπους που δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε, δηλαδή με υποτυπώδη κεκαλυμμένα γλωσσικά ιδιώματα. Εάν δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τέτοιες πραγματικότητες, πρέπει να αφήσουμε με ελευθερία και κυρίως με ανεκτικότητα τους τρόπους επικοινωνίας, όπως τους θέλουν και τους αναπτύσσουν οι νέοι μας. Αυτό είναι αφετηριακή σκέψη. Βεβαίως, καμία νοητή μορφή επικοινωνίας δεν μπορεί να αναπτυχθεί, χωρίς κινδύνους. Εδώ έχουμε δύο τρόπους αντιμετώπισης: Ο ένας είναι με βάση συγκεκριμένες ηθικές συνιστώσες, ηθικές αναφορές και κανόνες αυτοπεριορισμού. Τέτοιους κανόνες γνωρίζουν στο πλαίσιο του διαδικτύου οι νέοι μας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση των λεγόμενων «σημαιών». Έτσι, επί κειμένων που δεν έχουν επαρκές έρεισμα ή περιέχουν ψεύδη και ανακρίβειες, υπάρχει η δυνατότητα αντίδρασης με αποστολή αντίθετου μηνύματος ή κειμένου, που οδηγεί στην ανάρτηση μιας σημαίας επί του αρχικού κειμένου. Όταν οι σημαίες αυτές γίνουν πέντε, προωθείται το λεγόμενο flat system και αποσύρεται το κείμενο, γιατί υπάρχουν αντιδράσεις. Αυτός είναι ένας κανόνας περιορισμού της εκφοράς αβάσιμων απόψεων. Το ερώτημα είναι, αν είναι αρκετός. Η εμπειρία αποδεικνύει ότι τέτοιοι κανόνες λειτουργούν σε βρεφικό επίπεδο. Υπάρχει μία δεύτερη διαπίστωση που την εκφράζω και με αγωνία. Είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για αυτοπεριορισμούς σε επίπεδο ηθικών αξιών και δεοντολογίας αυτή τη στιγμή στους νέους μας; Πολύ φοβούμαι ότι δεν γνωρίζουμε τον αξιακό τους κόσμο ή πολύ φοβούμαι ότι μιλούμε για διαφορετικές αναγνώσεις των ιδίων αξιών. Υπό αυτό το πρίσμα και με δεδομένη τη ρευστότητα και ανεπάρκεια των αυτοπεριορισμών, πρέπει να δεχθούμε την αναγκαιότητα των νομοθετικών επεμβάσεων, με την προϋπόθεση ότι αυτές θα υπακούουν σε συγκεκριμένες στοχεύσεις και δεν θα προωθούν απλώς εφήμερες σκοπιμότητες».
Επέμβαση του νομοθέτη – Όχι στον προληπτικό έλεγχο
«Από τα αναφερθέντα προκύπτει ήδη ότι ο ποινικός μας νομοθέτης έχει ήδη επέμβει και έχει ήδη προβλέψει τις διατάξεις που έκρινε αναγκαίες για την εξιχνίαση συγκεκριμένων εγκλημάτων. Μόνον περιορισμένου βεληνεκούς θα μπορούσε να είναι, συνεπώς, η όποια πρόσθετη επέμβαση του νομοθέτη. Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό, βέβαια, από το να λέμε θα επιτρέψω νομοθετικά τον προληπτικό έλεγχο στο διαδίκτυο ή θα θεσπίσω δυνατότητες παρακολούθησης για όλες τις δραστηριότητες στο διαδίκτυο. Την ανάγκη ποινικής προστασίας οφείλουμε να τη δεχθούμε. Διότι δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε με ένα ανεξέλεγκτο και αυθαίρετο πλέγμα επικοινωνίας, στο οποίο θα διεισδύει όποιος θέλει και θα εκμεταλλεύεται είτε τα παιδιά μας, είτε τις πληροφορίες μας, είτε εν γένει τη ζωή μας. Διότι αυτά τα οποία προσπαθούμε να προστατεύσουμε, δηλαδή την ανηλικότητα (βλέπε παιδική πορνογραφία), τον ιδιωτικό μας βίο, την πληροφοριακή αυτοδιάθεση των ατόμων, δεν μπορούν να προστατευθούν χωρίς ποινικές διατάξεις. Εκείνο, που δεν πρέπει να δεχθούμε, είναι να απεμπολήσουμε τις εγγυήσεις του νόμου και να φαλκιδεύσουμε την ελευθερία επικοινωνίας στην προσπάθειά μας να καταπολεμήσουμε αποτελεσματικά την εγκληματικότητα στο διαδίκτυο. Άλλωστε, ο νόμος ορίζει ήδη, πότε και πώς επιτρέπεται να ερευνήσει κάποιος επιμέρους στοιχεία και προσωπικά δεδομένα στο διαδίκτυο, απαγορεύοντας την έρευνα σε γενικό επίπεδο (άρα όχι αφηρημένα) και κυρίως απαγορεύοντας την προληπτική έρευνα. Όχι αφηρημένα σημαίνει ότι χρειάζονται κάποιες ενδείξεις ενοχής σε βάρος κάποιου, για να αρχίσουμε να αναζητούμε στα στοιχεία του τι ακριβώς συνέβη, άρα ο κάθε ανύποπτος πολίτης δεν κινδυνεύει. Όχι προληπτικά σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια καταγγελία τέλεσης εγκλήματος, από αυτά που επιτρέπουν την έρευνα με σκοπό την καταστολή του εγκλήματος. Όπως λ.χ. στις περιπτώσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας τελευταίως, στις οποίες είχαμε συγκεκριμένη καταγγελία, έρευνα εκ των υστέρων και βεβαίως ενδείξεις σε βάρος κάποιου. Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι του να δεχθούμε ότι για λόγους προστασίας κάποιων υπέρτερων εννόμων αγαθών θα γίνεται προληπτικός έλεγχος και γενική παρακολούθηση των κινήσεων και διαδρομών των ατόμων στο διαδίκτυο, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη.
Κατάλυση επικοινωνίας
«Όσο λογικό είναι, λοιπόν, να επιτρέπεται να ελέγχουμε την εγκληματική δραστηριότητα με βάση συγκεκριμένες υπόνοιες, άλλο τόσο λογικό είναι να απαιτούμε να μην επιτρέπονται προληπτικοί έλεγχοι και συνεχείς γενικευμένοι έλεγχοι με στόχο την ανακάλυψη κάποιου εγκλήματος στο διαδίκτυο. Αυτό θα είναι η κατάλυση της επικοινωνίας. Και αυτό θα είναι η μεγαλύτερη προσβολή στη σφαίρα ελευθερίας του ατόμου, διότι τα συμπτώματα ή τα αποτελέσματα μιας τέτοιας ανελεύθερης πρακτικής, μιας τέτοιας πλήρως ελεγχόμενης συμπεριφοράς, δεν θα αργήσουμε να τα δούμε. Εάν καθυποτάξουμε ένα σύστημα επικοινωνίας, προσπαθώντας να το ελέγξουμε στη ρίζα του και προληπτικά, θα δούμε τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της υποταγής στην ίδια την ελεγχόμενη γενιά. Θα δούμε να αυξάνονται οι διενέξεις, τα διαζύγια και οι άδηλες μορφές επικοινωνίας και θα απορούμε για τη μη αναγνώσιμη κρίση. Άλλωστε, τέτοιου είδους προληπτικοί έλεγχοι και περιορισμοί έρχονται σε σαφή αντίθεση τόσο στο άρθρο 9Α του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα πληροφορικής αυτοδιάθεσης του καθένα, όσο και το άρθρο 9 του Συντάγματος, που προστατεύει τον ιδιωτικό βίο, αλλά και με τον κατασταλτικό και εγγυητικό χαρακτήρα του δικονομικού ποινικού δικαίου».
Εκβίαση μέσω Ίντερνετ
«Ήδη στον Ποινικό μας Κώδικα η εκβίαση προβλέπεται στο άρθρο 385 ως έγκλημα κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων. Προβλέπεται, δηλαδή, ότι όποιος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εξαναγκάζει με βία ή με απειλή κάποιον να επιφέρει ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή τρίτου τιμωρείται με φυλάκιση από τρεις μήνες έως πέντε χρόνια. Αν αυτός, όμως, είναι πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, τότε η πράξη του είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη από πέντε έως δέκα χρόνια. Καθώς, λοιπόν, είναι ευνόητο, δεν μπορεί να υφίσταται σε κανένα επικοινωνιακό επίπεδο – και άρα ούτε στη δια ζώσης επικοινωνία, ούτε στο «ιστολόγιο» ή αλλιώς στο «διαδικτυακό ημερολόγιο» (blog) – χώρος απόλυτης ασυδοσίας. Το ζήτημα είναι να προσπαθήσουμε να καταστείλουμε τέτοιες εγκληματικές δράσεις με συγκεκριμένες υπόνοιες και στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που χρειάζεται. Διότι, σκοπός δεν είναι να καθυποτάξουμε έναν ολόκληρο τρόπο επικοινωνίας, γιατί αυτό δεν θα ήταν προστασία της επικοινωνίας, αλλά κατάργησή της. Θα ήταν, αυτό που λέμε επέμβαση στο σκληρό πυρήνα του δικαιώματος της ελεύθερης επικοινωνίας. Με αυτή την έννοια δεν έχω καμία αντίρρηση, όχι απλώς να ελεγχθεί και να κατασταλεί η εκβίαση που κάποιος προωθεί μέσω του Ίντερνετ, αλλά και όλες οι νοητές κακουργηματικές μορφές παράνομης συμπεριφοράς που μπορούν να αναπτυχθούν στο διαδίκτυο. Άλλωστε, στο ισχύον σήμερα νομικό καθεστώς, προκειμένου για εξιχνίαση κακουργημάτων επιτρέπεται ο έλεγχος των προσωπικών δεδομένων και των επικοινωνιακών στοιχείων στο πλαίσιο του Ίντερνετ. Επιτρέπεται η διείσδυση στα λεγόμενα chat rooms, όπου μπορούν περισσότεροι του ενός να επικοινωνούν ή να δρουν συγχρόνως.
Ό,τι ισχύει για εγκλήματα, όπως αυτό της εκβίασης, δεν πρέπει να επεκταθεί ωστόσο, κατά την άποψή μου, και σε εγκλήματα ήσσονος σημασίας, αφού τούτο θα οδηγούσε σε κυνήγι μαγισσών εναντίον των «ιστολόγιων» και των «ιστοκαταγραφέων, δηλαδή των bloggers. Άλλωστε, φαινόμενα ασυδοσίας και κιτρινισμού εμφανίζονται και στον παραδοσιακό Τύπο, χωρίς κανείς να διανοηθεί να περιστείλει την ελευθερία έκφρασης εκεί».
Όρια της ελευθερίας
«Τα όρια της ελευθερίας είναι το σημείο αιχμής. Αλλά τι θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς; Ότι εκ των προτέρων πρέπει να βάλει περαιτέρω όρια στον τρόπο επικοινωνίας; Να μειώσει δηλαδή αποφασιστικά το μέγεθος της ελεύθερης επικοινωνίας στο διαδίκτυο, διευρύνοντας τους τρόπους ελέγχου της; Δεν θα το συνιστούσα. Μπορεί να μειώσει κανείς, επικαλούμενος φοβίες, το μέγεθος τής εν δυνάμει επικοινωνίας στην πλατεία, στο καφενείο, στην αγορά ή σε έναν μορφωτικό όμιλο; Γιατί λοιπόν να μειώσει τις δυνατότητες διαλόγου στο Ίντερνετ; Αυτό που πρέπει, κατά την άποψή μου, να διασφαλιστεί είναι ότι θα υφίστανται – παράλληλα με τις ποινικές διατάξεις – και δικονομικοί τρόποι που θα παρέχουν τη δυνατότητα στα αρμόδια ανακριτικά όργανα να διεξαγάγουν τις απαραίτητες έρευνες για τη συλλογή των στοιχείων, πριν αυτά χαθούν ή αλλοιωθούν από τους ύποπτους χρήστες. Δηλαδή, να τηρούν μεν το νομικό πλαίσιο άρσης των απορρήτων για την εξιχνίαση συγκεκριμένων εγκλημάτων, παράλληλα όμως να μπορούν να ερευνούν πιο αποφασιστικά και με περισσότερες δυνατότητες άμεσης επέμβασης σε πραγματικό χρόνο (real time), έτσι ώστε να εξασφαλίζουν τη διατήρηση των ηλεκτρονικών ιχνών.
Διότι, στην πράξη οι κίνδυνοι ασυδοσίας επωάζονται στις τεχνικές δυνατότητες διαφυγής, κάλυψης και ανωνυμίας που προσφέρει το διαδίκτυο. Τέτοια περιστατικά ψευδαισθητικών επικοινωνιών με κεκαλυμμένες ταυτότητες έχουμε πάρα πολλά, όπως για παράδειγμα η περίπτωση γυναίκας που εμφανιζόταν σαν συνομήλικος και φίλη της μαθήτριας που αυτοκτόνησε και αποδείχθηκε ότι ήταν η μητέρα της «αντίπαλης» συμμαθήτριας ή οι περιπτώσεις κάποιων που εμφανίζονται σαν έφηβοι, ώστε να προωθήσουν ίδια άνομα συμφέροντα ή οι περιπτώσεις κάποιων σωματεμπόρων που «πουλούν» ελπίδες στο διαδίκτυο και προσελκύουν απέλπιδες νεανίδες. Ένας χώρος, λοιπόν, που προσφέρεται για εγκληματικότητα οφείλει να ελεγχθεί. Πώς όμως; Με την απαγόρευση της επικοινωνίας; Με τον προληπτικό έλεγχο κάθε είδους επικοινωνίας; Επειδή δηλαδή υπάρχουν εγκληματικές δράσεις τη νύχτα δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς τη νύχτα; Θα πρέπει να βρούμε συγκεκριμένες μορφές επέμβασης στο διαδίκτυο που να βασίζονται όμως σε ενδείξεις τέλεσης εγκλημάτων. Έχω εμπιστοσύνη στην τεχνολογία. Ακούγοντας ειδήμονες να ομιλούν, όπως τον κ. Σφακιανάκη σε μία συγκεκριμένη ομιλία που έτυχε να κάνουμε μαζί στην Κομοτηνή, πείθομαι ότι η αξιοποίηση των τεχνικών δυνατοτήτων συγκεκριμένων προγραμμάτων επιτρέπει την άρση της ανωνυμίας και τη διαπίστωση των ηλεκτρονικών ιχνών. Στο Προεδρικό Διατάγμα 47/2005, άλλωστε, που ουσιαστικά ήταν μια επικύρωση της ευρωπαϊκής οδηγίας 2002 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε πάρα πολλές περιπτώσεις δίνεται η δυνατότητα άρσης της ανωνυμίας με ειδικά τεχνητά μέσα».
Ιδιωτικά συμφέροντα και Ίντερνετ
«Θα είναι λάθος να επικεντρώσουμε το ζήτημα των προσβολών της ελευθερίας των ατόμων μόνο στον κρατικό μηχανισμό. Εξίσου σημαντικές απειλές και προσβολές της ελευθερίας επικοινωνίας και των προσωπικών δεδομένων ενσαρκώνουν και οι ιδιώτες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που το Σύνταγμά μας προβλέπει στο άρθρο 25 ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Το πραγματικό πρόβλημα εδώ, βέβαια, δεν είναι η εμφανής παράνομη δράση των ιδιωτών στο διαδίκτυο, αφού αυτή αντιμετωπίζεται με βάση τις ποινικές διατάξεις, που τιμωρούν όποιον αντιγράφει αθέμιτα ή αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία υπολογιστή ή σε συστήματα τηλεπικοινωνιών ή όποιον εκβιάζει ή όποιον παραβιάζει προσωπικά δεδομένα κ.λ.π. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στον αφανή έλεγχο προσωπικών στοιχείων και δεδομένων από ιδιωτικά συμφέροντα και στην αθέμιτη αξιοποίησή τους μέσω Τραπεζών Πληροφοριών για αλλότριους σκοπούς. Βρίσκεται, επίσης, μακροπρόθεσμα στη μετάλλαξη των αξιακών κωδίκων και συμπεριφορών που διαπερνούν τα όρια της τιμωρίας και πρέπει να μας προβληματίζουν όχι από την άποψη του ποινικού δικαίου, αλλά από την άποψη της κοινωνικής μας εξέλιξης. Επομένως, είναι και αυτό ένα από τα στοιχήματα, που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, ώστε – χωρίς ακραίες λύσεις – να περιμένουμε από την κοινωνία μας ένα καλύτερο μέλλον».
Κατασταλτικός έλεγχος και σωστή πληροφόρηση
«Ποτέ οι λύσεις πανικού δεν ήταν αποτελεσματικές. Δημιουργούν αντιδράσεις και οι αντιδράσεις δημιουργούν απαξίωση ή κεκαλυμμένες μορφές επικοινωνίας. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει ανεκτό ότι στη σύγχρονη κοινωνία της γνώσης θα οδηγούμαστε σε λύσεις απόλυτου αποκλεισμού και σε προωθήσεις πρακτικών κρυφών δράσεων και κρυφοπαρανόμων. Δεν είναι όμορφο το συναίσθημα να προωθείται ως μήνυμα στους νέους ότι ελέγχονται κατά την επικοινωνία τους στο διαδίκτυο και άρα ότι θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα απόκρυψης ή ανώνυμης δράσης. Ο εθισμός στην αντίδραση ή στην παρανομία δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο καμιάς νομοθετικής ρύθμισης. Με αυτή την αντίληψη σας λέω ότι θεωρώ αναγκαίες τις επεμβάσεις της πολιτείας αλλά να είναι κατασταλτικού χαρακτήρα. Να μην αφορούν σε όλους τους πολίτες. Όπως δεν είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ότι η ύπαρξη ενός καταζητούμενου δράστη στην Κομοτηνή δεν σημαίνει υποχρεωτική έρευνα όλων των σπιτιών της Κομοτηνής, έτσι δεν πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ότι επειδή υπάρχουν κάποιες μορφές αποκλίνουσας συμπεριφοράς στο Ίντερνετ θα ελέγξουμε όλο το Ίντερνετ. Πέραν του ότι τούτο είναι ουτοπικό, αντιβαίνει ως πρακτική στα στάνταρντς ελευθερίας που γνωρίζει ο νομικός μας πολιτισμός».
Παρέμβαση: Το παράδειγμα της Τουρκίας
«Τέτοια παραδείγματα περιοχών απόλυτης απαγόρευσης της επικοινωνίας χρηστών στο διαδίκτυο εμφανίστηκαν, όχι μόνον στην Τουρκία, αλλά και στην Κίνα και στη Βόρεια Κορέα. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο αντιμετώπισης που προϋποθέτει άλλη ανάγνωση των δικαιωμάτων και άλλον αξιακό κώδικα με «παραδεκτούς» απόλυτους περιορισμούς στη σφαίρα προστασίας του ατόμου χάριν του εκάστοτε επικαλούμενου εθνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή του «γενικού καλού». Το τίμημα εφαρμογής τέτοιων μοντέλων είναι μεγάλο, σε κάθε πάντως περίπτωση δεν εναρμονίζεται με τα δεδομένα ενός κράτους δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, ο έλεγχος των συμπεριφορών, όταν υπερβαίνει τα όρια και γίνεται δυσανάλογος έχει πολύ μεγαλύτερο τίμημα από το εφήμερο κέρδος της αρχικής «κοινής ησυχίας».
Να παιδεύσουμε τους νέους
«Αυτό είναι πράγματι το αξονικό διακύβευμα και το αληθινό πρόβλημα σε βάθος χρόνου. Η εκπαίδευση εμφανίζεται εδώ ως ζητούμενο, όχι μόνον μιας πεπαιδευμένης συμπεριφοράς, αλλά και μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που θα είναι σε θέση να σταθμίζει αξίες και να θέτει όρια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η γνώση των νέων για τις αξίες και τη διαχείριση κάποιων «δεδομένων» δικαιωμάτων είναι πολύ μικρότερη από το απαιτούμενο αντικειμενικά μέγεθος γνώσης. Η δική μας υποχρέωση είναι, λοιπόν, να τους μυήσουμε στη γνώση, να τους δώσουμε την κατάλληλη παιδεία και να τους νουθετήσουμε στη διαχείριση των ορίων. Όχι να τους ελέγξουμε ως εν δυνάμει δράστες, ούτε να καταστείλουμε την ξενίζουσα σε μας συμπεριφορά τους. Μια τέτοια καταιγιστική διαδικασία θα οδηγούσε σε τύπους πολιτείας, σαν αυτήν που περιγράφει ο Όργουελ στο βιβλίο του «2004». Η αναγκαιότητα για μένα βρίσκεται στην εκτενέστερη πληροφόρηση των νέων, στην ενίσχυση των δικαιωμάτων των νέων, στη γνώση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν στο διαδίκτυο, στη διάκριση των ρόλων του διαδικτύου από τη μια ως μέσου εκπαίδευσης, πληροφόρησης και διασκέδασης και από την άλλη ως πεδίου ανώνυμης και κινδυνώδους δράσης. Το ερώτημα είναι αν θα έπρεπε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης εκεί που ανακαλύπτουν χιλιάδες κινδύνους και χιλιάδες θέματα να δώσουν συνδυασμένα μεγαλύτερη προσοχή σε ένα κομμάτι της κοινωνίας μας, δηλαδή στο μέλλον μας, πληροφορώντας για τους συγκεκριμένους κινδύνους τους νέους μας. Η ελευθερία είναι ένα αγαθό που πρέπει να το βιώνουμε και όντας πεπαιδευμένοι στην ελευθερία να το εμπεδώνουμε, σεβόμενοι τα όρια και την πλευρά του άλλου».
Α.Π
Νομικό πλαίσιο
«Το νομικό πλαίσιο είναι διάχυτο. Αυτό εξηγείται, αφού έχουμε να κάνουμε με ένα νέο φαινόμενο που εξελίσσεται με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, με πεδία δράσης που εκ των προτέρων ούτε γνωστά ήταν, ούτε πλήρως ελέγξιμα. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας των σχετικών διατάξεων είναι τόσο ορατός, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι η θέσπιση νομοθετικών περιορισμών στο διαδίκτυο είναι στοίχημα περίπλοκο και ότι το όλο ζήτημα τίθεται στην πράξη μόνον στις περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται έντονο πρόβλημα. Τέτοια περίπτωση σε ποινικό επίπεδο είναι, κατά πρώτον, το λεγόμενο hacking, δηλαδή η περίπτωση παράνομης διείσδυσης σε συστήματα επικοινωνιών ή σε προγράμματα υπολογισμών, που τη ρυθμίζει το άρθρο 370γ στον Ποινικό μας Κώδικα. Οι χάκερς, όπως και οι αθέμιτοι αντιγραφείς, δεν μπορούν να δρουν ανεξέλεγκτα. Η προστασία από παράνομη πρόσβαση, χρήση και αντιγραφή τέτοιων συστημάτων τηλεπικοινωνιών είναι μια αναγκαιότητα που διέγνωσε ορθώς η πολιτεία. Διότι, οι χάκερς δεν λειτουργούν μόνον σε βάρος επιχειρήσεων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και σε βάρος κρατικών συμφερόντων, ακυρώνοντας συστήματα προστασίας πληροφοριών ή αχρηστεύοντας μυστικά του κράτους, τα οποία απαγορεύεται να αποκαλυφθούν ατιμώρητα. Δεύτερη περίπτωση σε αυτό το διάχυτο προστατευτικό πλέγμα είναι οι ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της πορνογραφίας ανηλίκων, όπως λ.χ. του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα. Η ανωνυμία στο χώρο του Ίντερνετ επιτρέπει την επώαση του φαινομένου της παιδικής πορνογραφίας, αλλά και γενικότερα της προώθησης πορνογραφικού υλικού. Καθώς, μάλιστα, τα τελευταία στατιστικά στοιχεία στην Ελλάδα μιλούν για σημαντική αύξηση των υποθέσεων παιδικής πορνογραφίας, η επέμβαση του νομοθέτη θεωρήθηκε δικαιολογημένη, ενόψει και της ευαισθησίας οφείλουμε να επιδεικνύουμε σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Σε αυτήν την κατεύθυνση θεωρήθηκε αναγκαία και η θέσπιση της ειδικής Υπηρεσίας Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ώστε να τιθασεύονται οι κίνδυνοι από την άκριτη και ιδίως ασύδοτη χρήση του διαδικτύου στον Ελλαδικό χώρο. Τέλος, στις ρυθμίσεις του σχετικού νομικού πλαισίου πρέπει να προστεθούν από τη μια μεριά οι διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος 47/2005 που ρυθμίζουν τρόπους επέμβασης στο διαδίκτυο για την εξιχνίαση κακουργημάτων, αλλά και τη χρήση των δυνατοτήτων εντοπισμού των δραστών δια του κινητού τηλεφώνου τους, από την άλλη μεριά δε οι ρυθμίσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, μεταξύ των οποίων περίοπτη θέση κατέχει το άρθρο 9Α του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα πληροφορικής αυτοδιάθεσης του ατόμου.
Υπό το φως αυτού του διάχυτου νομικού πλαισίου πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα σε δύο τουλάχιστον βασικές αξονικές συνιστώσες του προβλήματος που αναφέρεται στον κυβερνοχώρο. Η πρώτη έχει να κάνει με την ελευθερία διακίνησης των ιδεών στο πλαίσιο του Ιντερνετ και των διαφόρων μορφών επικοινωνίας που παρέχει ως σύστημα το διαδίκτυο. Η δεύτερη έχει να κάνει με την καθήλωση της ασυδοσίας ή τις δυνατότητες καταστολής κάθε εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
