Δυσκολοι οι καιροι για τις Κοινωφελεις Δημοτικες Επιχειρησεις
Ο νέος Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας (εφεξής ΔΚΚ, Ν.3463/06), επέφερε αλλαγές αναφορικά με τον επαναπροσδιορισμό του θεσμικού ρόλου και τον επανακαθορισμό της δομολειτουργικής και της οργανωτικοδιοικητικής συγκρότησης των Κοινωφελών Δημοτικών Επιχειρήσεων (εφεξής ΚΔΕ), με στόχο:
(α) Την άρση της παθογένειας και την εξουδετέρωση των διαρθρωτικών αδυναμιών που εμφανίζουν οι δημοτικοδίαιτες, δορυφορικές, περιθωριακές και εξαρτημένες δομές των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ, και
(β) Την έγκαιρη προσαρμογή των αναχρονιστικών δομών στις απαιτήσεις του νέου θεσμικού περιβάλλοντος και στις προκλήσεις των ιστορικοκοινωνικών εξελίξεων.
Από θεωρητικής απόψεως, το πνεύμα του νέου ΔΚΚ είναι να «ανεβάσει ψηλά στον πήχη» των απαιτήσεων και να συγκροτήσει (εν μέρει και όχι επαρκώς) τις «ασφαλιστικές δικλείδες» για τις «νέου τύπου» (politically correct, avant gard και comme il faut) ΚΔΕ έτσι, ώστε από εδώ και πέρα να μην επαναληφθούν οι στρεβλώσεις, οι παρεκκλίσεις και οι παραμορφώσεις του παρελθόντος. Δηλαδή:
1. Η σύσταση μιας ΚΔΕ να μην είναι αυτοσκοπός, αυτοδιοικητικός φετιχισμός, ψύχωση, ψευδαίσθηση και παραίσθηση παροχής κοινωφελούς έργου.
2. Δεν πρέπει να είναι μηχανισμός προσχηματικής ευελιξίας (σημ. είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ευελιξία που είχαν στο παρελθόν οι δημοτικές επιχειρήσεις χρησιμοποιήθηκε στις περισσότερες περιπτώσεις ως μηχανισμός εξυπηρέτησης ιδιοτελών σκοπών και πελατειακών σχέσεων).
3. Δεν πρέπει να αποτελεί «πληγή χαίουσα» των δημοσίων πόρων της «χρεόφιλης, κοινοτικοδίαιτης, εσωστρεφούς, ελλειμματικής, πολωμένης, κατατονικής και υπό επιτήρηση» Ελληνικής Οικονομίας.
4. Δεν πρέπει να αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα της Κοινωνικής Συνοχής και της Δημοκρατίας μέσω των πελατειακών σχέσεων του «τοπικού παρα-κυβερνητισμού» ή, όπερ το αυτό, του «τοπικού παρα-συστήματος».
5. Δεν πρέπει να είναι πύλη εισόδου για «παρασιτισμό, λαθραία διαβίωση, θεσιθηρία, νεποτισμό και προσοδοθηρία» ούτε λεία των «αναδιανεμητικών και euro-βόρων συσπειρώσεων (lobby)» οι οποίες ευδοκιμούν στο χώρο.
6. Δεν πρέπει να αποτελεί πεδίο άσκησης «τοπικού πολιτικαντισμού, μπουφονικού παλαιοκομματισμού, αφόρητου μαυρογιαλουρισμού, χυδαίου κομματοκρατισμού και ναϊφ ερασιτεχνισμού».
Καταστάσεις δηλαδή που αποτελούν urbi et orbi την «Αχίλλειο Πτέρνα», «το στίγμα», το κακό alter ego και το διαρκές «ΟΤΑ-gate» των αυτοδιοικητικών δομών.
Αντίθετα, μια ΚΔΕ θα πρέπει να είναι «πραγματικά βιώσιμη» στο πλαίσιο του υφισταμένου δημοτικού συστήματος που περιλαμβάνει τον κεντρικό δημοτικό μηχανισμό και όλες τις άλλες δημοτικο-δίαιτες δομές (ΝΠΙΔ, Ιδρύματα, ΝΠΔΔ). Αυτό σημαίνει ότι η σύζευξη των δομών κάτω από την «ομπρέλα» του Δήμου θ α είναι αποτέλεσμα ad hoc μελέτης «κόστους – οφέλους» και «σταθμισμένης (βελτιστοποιημένης – optimized-), κατανομής και καταμερισμού των δημοτικών πόρων» όπου:
(i)Θα θωρακίζονται οι δημόσιοι πόροι,
(ii)Θα εξασφαλίζεται η αξιοκρατία, η αξιοσύνη και η ενεργός συμμετοχή των δημοτών μέσω του πλουραλισμού στη σύνθεση των ΔΣ,
(iii)Θα ικανοποιείται το δημόσιο συμφέρον και η κοινή ωφέλεια,
(iv)Θα επιτυγχάνεται η οικονομική ανταποδοτικότητα των πόρων (έστω και σε επίπεδο ισοσκελισμένου ισοζυγίου εσόδων – εξόδων),
(v)Θα διασφαλίζεται η «όσμωση» και η «σύζευξη» των δορυφορικών δομών στο πλαίσιο της κοινωνικο-πολιτικής δέσμευσης και της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης» για την επίτευξη της συνέργιας (synergy) των φορέων όπως αυτές προδιαγράφονται στα «κοινωνικο-τεχνικά μοντέλα» του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Η ΚΔΕ νέου τύπου θα πρέπει να υπηρετεί το όραμα της βελτίωσης της εθνικής και της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας», της κοινωνικής συνοχής και όλων ανεξαιρέτων των συμμεταβλητών παραμέτρων που προσδιορίζουν τη Σύγκλιση και καθορίζουν τη Βιώσιμη – Διατηρήσιμη – Αειφόρο – Ανάπτυξη σύμφωνα με τη λογική της Αναθεωρημένης Στρατηγικής της Λισσαβόνας, του Επικαιροποιημένου Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης και του ΕΣΠΑ 2007-2013.
Επίσης, με τις ΚΔΕ νέου τύπου θα πρέπει να προσεγγίζεται (χωρίς να ταυτίζεται εννοιολογικά) το νέο ευρωπαϊκό πρότυπο της Κοινωνικής Οικονομίας ή του Τρίτου Συστήματος και να ικανοποιούνται όλες οι απαιτήσεις του Δημοκρατικού Προγραμματισμού (κυρίως bottom up), της Κοινωνίας των Πολιτών, του Δημοτικού Κινήματος και της Συμμετοχικής Δημοκρατίας (σημ.: τα μεγάλα ελλείμματα των οποίων αποτελούν σήμερα τη γενεσιουργό αιτία της κακής φήμης και της απαξίωσης των κρατικο-δίαιτων δομών και του πολιτικο-διοικητικού «κυκλώματος» της χώρας).
Με την καταλυτική επίδραση του νέου ΔΚΚ δρομολογούνται κάποιες προϋποθέσεις για την αναστροφή του καλπάζοντα εκφυλισμού και της γοργής αποσάθρωσης του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (όπως αυτός αντικατοπτρίζεται στον κεντρικό δημοτικό μηχανισμό και στις δορυφορικές δομές του συστήματος).
Τούτο όμως δεν αποτελεί την «ικανή και αναγκαία συνθήκη» για την αναστροφή της παρακμιακής πορείας και της απαξίωσης του θεσμού. Θα πρέπει να υπάρξουν συνοδευτικά μέτρα και συμπληρωματικοί μηχανισμοί ελεγκτικό – διαγνωστικών ex ante, on going και ex post διεργασιών, όπως για παράδειγμα:
1. Η θέσπιση ενός (πραγματικού) Συστήματος Διαρκούς Παρακολούθησης του Θεσμού από Διαχειριστικής, Διοικητικής, Λογιστικής και Οικονομικής Ελεγκτικής (που να ξεπερνά τις αδυναμίες και την ανεπάρκεια που εμφανίζουν οι εποπτεύουσες Γενικές Γραμματείες Περιφερειών). Υπενθυμίζεται ότι η Λογιστική και οι Οικονομική Ελεγκτική χωρίς την αντίστοιχη Διοικητική Ελεγκτική δεν μπορούν να αποδώσουν την πραγματική εικόνα της κατάστασης μιας δημοτικής επιχείρησης. Χωρίς τον έλεγχο του «φυσικού αντικειμένου» και των «φυσικών διεργασιών», ο λογιστικός και ο οικονομικός έλεγχος είναι ατελείς και ανολοκλήρωτες διαδικασίες «επί χάρτου» αφού είναι έλεγχοι πολύ τρωτοί και ευάλωτοι σε έντεχνες καταστρατηγήσεις, αλχημείες, παρα-διαδικασίες και τυπικά συγκαλυμμένες παραβατικές μεθοδεύσεις.
2. Η συγκρότηση ενός Συστήματος Καταλογισμού με αυστηρές ρήτρες σε όλους όσοι παντί τρόπω εμπλέκονται στο ζήτημα. Έκφανση του συστήματος θα πρέπει να είναι η «συγκριτική αξιολόγηση» (benchmarking) και η «ανάλυση χάσματος ή ελλείμματος ή υστέρησης (gap analysis)» των πεπραγμένων σε σχέση με τα προβλεπόμενα στην Οικονομοτεχνική Μελέτη επί της οποίας στηρίχθηκε η συστατική πράξη των δημοτικών επιχειρήσεων ή οι τροποποιήσεις της αρχικής ΟΜΒ( αν έγιναν ως όφειλαν να γίνουν).
3. Ο έλεγχος της αρτιότητας, πληρότητας, αξιοπιστίας, εγκυρότητας και ακρίβειας της Οικονομοτεχνικής Μελέτης Βιωσιμότητας (εφεξής ΟΜΒ) να γίνεται σε τρία επίπεδα ελέγχου και αξιολόγησης: (i) από τις υπηρεσίες της Νομαρχίας στην οποία υπάγεται ο ΟΤΑ, (ii) από τις υπηρεσίες της αντίστοιχης Γ.Γ. Περιφέρειας, και (iii) κεντρικά από τις υπηρεσίες του ΥΠΕΣΔΔΑ (για το φόβο των Ιουδαίων). Έτσι θα αποφευχθεί το παράδοξο του παρελθόντος να ιδρύονται σωρηδόν δημοτικές επιχειρήσεις διαμέσου ΟΜΒ οι οποίες αποτελούσαν προϊόντα βιομηχανικής παραγωγής ανακυκλούμενων μελετών δίκην «σημαιών ευκαιρίας» που κατέκλυσαν από άκρου σε άκρο ολόκληρη την επικράτεια.
Οι ΟΜΒ που συνιστούν το «εκ των ων ουκ άνευ» προαπαιτούμενο για τη νομιμοποίηση μιας ΚΔΕ θα πρέπει να ικανοποιούν γενικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) να είναι το εργαλείο της αντικειμενικής λήψης αποφάσεων για την «αναγκαιότητα, σκοπιμότητα, εφικτότητα και βιωσιμότητα του εγχειρήματος της ίδρυσης και της λειτουργίας μιας δημοτικής επιχείρησης» (ορθολογική και ποσοτικοποιημένη αιτιολόγηση).
(β) το μέσο για την ορθολογική και διαφανή διαχείριση των επενδυτικών πόρων οι οποίοι προέρχονται από δημόσια δαπάνη.
(γ) ο οδηγός και η πυξίδα για την ανάπτυξη της επιχειρηματικής και της κοινωνικής δραστηριότητας του φορέα (Στρατηγικός Σχεδιασμός, Προγραμματισμός, Σχέδιο Δράσης, κ.λπ.).
(δ) ο μηχανισμός της «συστηματικής» συγκρότησης της δημοτικής οντότητας από πλευράς corpus και animus (οργανισμός, οργανόγραμμα, οργάνωση, διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία, ανθρώπινοι πόροι, κ.λπ.), και
(ε) ο μηχανισμός για τη συνεχή αξιολόγηση, παρακολούθηση, εκτίμηση και αποτίμηση της πορείας των επενδύσεων και «απογραφής» των πεπραγμένων τόσο με τα stricto sensu (στενά) οικονομικά – λογιστικά κριτήρια όσο και με τα lato sensu (ευρύτερα) κριτήρια της κοινωνικής λογιστικής.
Η δεοντολογικά ορθή και αξιόπιστη ΟΜΒ θα πρέπει να δίνει άρτιες, ολοκληρωμένες και ευκρινείς απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα, όπως:
(I) Για το συγκεκριμένο εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον του Δήμου και για τις συγκεκριμένες ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, η σύσταση μιας ΚΔΕ είναι μια αιτιολογημένη, αναγκαία, σκόπιμη, ωφέλιμη και χρήσιμη ενέργεια;
(II) Έχει ο Δήμος τη «διαχειριστική ικανότητα» και τη «διοικητική επάρκεια» να συντηρεί (με σύννομους τρόπους) μια ΚΔΕ (μπορεί, δηλαδή, να πιστοποιηθεί ως «επαρκής (διαχειριστικά) δικαιούχος» δορυφορικών δομών);
(III) Έχει ο Δήμος καλή προϊστορία και αξιοπρεπές παρελθόν στη διαχείριση δορυφορικών δομών;
(IV) Μπορεί να βρεθεί μια λογική αιτιολογία για τη σκοπιμότητα μετεξέλιξης αποτυχημένων (ζημιογόνων εν λειτουργία ή/και ανενεργών) δομών σε νέου τύπου ΚΔΕ υψηλών απαιτήσεων και προδιαγραφών;
(V) Ποιος θα αναλάβει το κόστος στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν βάρη, εκκρεμοδικίες και χρέη που θα πρέπει μεταβιβαστούν στο διάδοχο σχήμα;
(VII) Συνιστά ή όχι πλεονασμό και συγχρόνως σπατάλη πολύτιμων και σπάνιων δημοτικών (δημόσιων) πόρων;
(VIII) Εγκυμονεί ή όχι κινδύνους για την επανάληψη του σφάλματος της δημιουργίας στρεβλών, ανενεργών, εικονικών, πλασματικών και ζημιογόνων δορυφορικών μορφωμάτων (όπως τα «εκτρώματα» του παρελθόντος);
Δεν απαιτείται να έχει κανείς σπουδαίο δείκτη IQ για να αντιληφθεί το αυτονόητο. Ότι δηλαδή αν υπάρξουν οι ασφαλιστικές δικλείδες που προαναφέρθηκαν σε συνδυασμό με κουλτούρα, αντίληψη, γνώση και βούληση για την αναστροφή της καλπάζουσας παρακμής του θεσμού, τότε θα μπορούσε κανείς ειλικρινά να ομιλεί για «τομή», «ανασυγκρότηση» και «επανίδρυση» του «τοπικώς αυτοδιοικείν» και ακόμη περισσότερο του «suis generis δημοτικώς επιχειρείν κοινωφελούς τύπου».
Αλλιώς: «Κακόν δ’ ανεμώλια βάζειν» (Είναι κακό να λέει κανείς λόγια του αέρα) (Ομήρου «Οδύσσεια»).
Του Κωνσταντίνου Γαλιώτου, M.Sc. U.K., M.Eng., C.Eng., ΕΜΠ
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
