Κριση του πολιτικου συστηματος και της πολιτικης η κριση των πολιτων;

«Τα σοσιαλιστικά κόμματα πρέπει σήμερα να εκπροσωπούν

τα συμφέροντα μιας πλατιάς συμμαχίας δημοκρατικών,

προοδευτικών, κοινωνικών δυνάμεων, αλλά και κινημάτων

για ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα των δύο φύλων,

προστασίας του περιβάλλοντος, κοινωνικής δικαιοσύνης…»

Ανδρέας Παπανδρέου, Μαδρίτη-Ιούνιος 1991

Πρώτη φορά από το 1974 μια εκλογική αναμέτρηση ήταν τόσο χαμηλών προσδοκιών για την πλειονότητα των πολιτών. Πρώτη φορά από την μεταπολίτευση οι Έλληνες ήταν τόσο απαισιόδοξοι για το αύριο. Πρώτη φορά η νέα γενιά δεν είχε την βεβαιότητα ότι θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη.

Μέχρι σήμερα, σχεδόν σε όλες τις αντιπαραθέσεις, υπήρχε ένα διακύβευμα: η εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού το 1974, η αλλαγή το 1981, η κάθαρση το 1989, ο εκσυγχρονισμός το 1996, οι μεγάλοι εθνικοί στόχοι το 2000, η επανίδρυση του κράτους το 2004. Σήμερα τίποτα. Και λογικό, αφού τα λίγα χρόνια που βρίσκεται στην κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, ήταν αρκετά για να φανεί η μεγάλη απάτη. Ποτέ άλλοτε η χώρα δεν είχε μια κυβέρνηση τόσο φαύλη, τόσο αλαζονική, τόσο κατώτερη των περιστάσεων. Κι όμως κατάφερε να επανεκλεγεί, γεγονός που γεννά την εύλογη απορία: «Υπάρχει κρίση του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής ή υπάρχει κρίση των πολιτών;»;

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 16ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε ωστόσο ένα ισχυρό σοκ για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., καθότι υπέστη μια σοβαρή εκλογική ήττα., γεγονός που λειτούργησε ως καταλύτης για την ανάδειξη της σωρευμένης παθογένειας της δημοκρατικής παράταξης. Οι εκλογές και η εκλογική συμπεριφορά των πολιτών απέδειξαν ότι δεν αρκεί να έχεις απέναντί σου μια αποτυχημένη κυβέρνηση. Ούτε αρκεί μια νοσταλγική επίκληση περασμένων μεγαλείων και αναδρομή στις ρίζες της παράταξης για να νομιμοποιηθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα μάτια της κοινωνίας ως εναλλακτική δύναμη εξουσίας. Μετά το αρνητικό αποτέλεσμα των εκλογών το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μπήκε σε έναν επικίνδυνο διχαστικό δρόμο, προσπάθησε να κάνει μια ενδοσκόπηση για να εντοπίσει τα βαθύτερα αίτια της ήττας του, αλλά ο προβληματισμός για την μετεκλογική πορεία του δεν πρέπει να συρρικνωθεί στην συζήτηση για το πρόσωπο του αρχηγού.

Αν μη τι άλλο, αυτή την φορά δεν μπορεί να κριθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για ανειλικρίνεια. Διότι, για πρώτη φορά με τέτοια συναισθηματική φόρτιση και ένταση, του αρχηγού προεξάρχοντος, επεδίωξε να απαντήσει στα ερωτήματα για τη σχέση του με τα κοινωνικά στρώματα που το ανέδειξε στην κυβέρνηση, τι απέμεινε από τον παλιό του εαυτό και τι πρεσβεύει σήμερα, τι επιδιώκει για το αύριο και στη βάση ποιων αρχών. Αν θέλει να ξαναβρεί την παλιά του πολιτική ταυτότητα, αν οφείλει να επαναπροσδιοριστεί ως κόμμα, να συνάψει άλλες κοινωνικές συμμαχίες ή να γυρίσει στις ρίζες του για ένα νέο ξεκίνημα, αποφασίζοντας με ποιον τρόπο, ποια μέσα και ποια στρατηγική και τακτική θα το επιτύχει.

Ερμηνεύοντας το μήνυμα της κάλπης οι διεκδικητές της αρχηγίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. επιχειρούν στροφή προς τα αριστερά, με στόχο να βγει από αυτές τις διαδικασίες το ΠΑΣΟΚ ενωμένο. Ποιοι όμως ανησυχούν για την ενότητα του ΠΑΣΟΚ; Οι φορείς προοδευτικών ιδεών; Οι θιασώτες κοινωνικών συμμαχιών σε προοδευτική κατεύθυνση; Ή οι διαχειριστές θεμάτων και οι χειριστές υποθέσεων; Η ενότητα προϋποθέτει κοινό τόπο, κοινές αναφορές και κοινές προοπτικές. Άλλωστε η ενότητα δεν είναι επιλογή, είναι χρέος. Επ’ ουδενί, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν χρειάζεται αυτόκλητους εγγυητές της ενότητας και της προοπτικής του. Βέβαια, η κρίση στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν είναι στενά οργανωτικό ζήτημα. Είναι κυρίαρχα ιδεολογικό και πολιτικό.

Συνεπώς, τα βαθύτερα αίτια της κρίσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ θα πρέπει να αναζητηθούν στην ποιότητα των δεσμών του με τα κοινωνικά στρώματα που το έφεραν και το κράτησαν στην εξουσία. Η πολιτική έκφραση αυτού του ευρύτατου φάσματος κοινωνικών δυνάμεων απαιτεί σύνθεση αλλά και πολιτική σαφήνεια. Απαιτεί πολιτικές που θεμελιώνονται στην σύγχρονη κοινωνική διαστρωμάτωση, δίκαιες, αποτελεσματικές και προοδευτικές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών κι όχι μάχες χαρακωμάτων για ξοφλημένα ιδεολογήματα.

Επομένως, εν πρώτοις πρέπει να απαντηθεί «στροφή προς ποια Αριστερά και πώς αυτή αξιολογείται από τους κόλπους του ΠΑ.ΣΟ.Κ.;», καθώς η αριστερή στροφή δεν είναι θέμα ρητορικής. Σε προγραμματικό επίπεδο, σηματοδοτεί την ανάγκη να απευθυνθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε κοινωνικά στρώματα που στρέφονται προς τα αριστερά κάτω από την πίεση της συντηρητικής πολιτικής της Ν.Δ. και των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών πολιτικών που αυτή προασπίζεται και προωθεί. Πρέπει να φανεί αυτή η συντονισμένη αριστερή αντιπολίτευση με συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις στο Ασφαλιστικό, στις ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων, στο άρθρο 16 του Συντάγματος, που η πρόταση αναθεώρησης του έθεσε ένα κρίσιμο ζήτημα στην Παιδεία, στον εμπλουτισμό των μέτρων που αφορούν το περιβάλλον για την εξοικονόμηση ενέργειας, την προστασία υδάτινων πόρων, την μείωση της ρύπανσης της ατμόσφαιρας, την αποτελεσματική προστασία των δασών. Οι προτάσεις για αλλαγές στους θεσμούς σε δημοκρατική και προοδευτική κατεύθυνση, το σαφές μέτωπο στις σκοταδιστικές, εθνικιστικές και ρατσιστικές απόψεις που διεκδικούν την απενοχοποίησή τους στην πολιτική ζωή και η ανοιχτή δημοκρατική κινηματική λειτουργία ολοκληρώνουν τη φυσιογνωμία ενός σοσιαλιστικού κόμματος.

Οπωσδήποτε, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν χρειάζεται «πιστοποιητικά αριστεροφροσύνης» από κανέναν, προκειμένου να υπάρξει διάλογος, κοινή στάση στην Βουλή ή σε κοινωνικά ζητήματα. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να έχει δικό του, αυτοτελή ιδεολογικό-πολιτικό λόγο και να κατακτά δυναμικά με την δράση του το ρόλο του ως σύγχρονου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, με στοιχειοθετημένη πρόταση εξουσίας για την Κεντροαριστερά.

Διαφαίνεται λοιπόν, πως το θέμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν είναι ποιος θα είναι ο νέος αρχηγός, αλλά ποιους και πόσους αυτός θα εκπροσωπήσει και σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί.

Κι όμως στη δίνη των δημοσκοπήσεων έχει εκπέσει η καταλληλότητα του ενδεχόμενου αρχηγού του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τα κριτήρια καταλληλότητας συνοψίζονται στα εξής χαρακτηριστικά: να είναι κατάλληλος να αντιμετωπίσει τον Καραμανλή και να νικήσει στις εκλογές, να είναι αποφασιστικός, ενωτικός, να έχει όραμα για τη χώρα, να είναι ειλικρινής, έντιμος, αξιόπιστος και να μπορεί να συγκρούεται με συμφέροντα. Ωραίοι οι δεκάλογοι που φτιάχνουν οι δημοσκόποι στις έρευνές τους, αφού πρέπει να ισορροπούν μεταξύ της αλήθειας, των αναγκών των μέσων ενημέρωσης και ποικίλων σκοπιμοτήτων, αλλά για τον ψηφοφόρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τα πράγματα είναι πιο απλά.

Οι πολίτες θα επιλέξουν αυτόν που θέλουν να τους κυβερνήσει όταν είναι πεπεισμένοι, όχι απαραίτητα ότι είναι ο καλύτερος, αλλά ίσως επειδή απλώς θέλουν να τιμωρήσουν τους νυν κυβερνώντες, με την προϋπόθεση ότι από αυτήν τους την επιλογή δεν θα υποστούν ζημία. Το κριτήριο λοιπόν θα είναι πάλι το ευρύτερο πολιτικό τους συμφέρον. Αντιθέτως, το ερώτημα «με ποιον κερδίζουμε» αφορά μόνο τα μέλη του κομματικού στρατού που το μόνο που τα ενδιαφέρει είναι η νομή της εξουσίας. Το πραγματικό ερώτημα δεν μπορεί να είναι «ποιος μας φέρνει στην εξουσία», αλλά με ποιον μπορεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να εμπνεύσει ξανά και να λειτουργήσει ως δύναμη εκσυγχρονισμού και προόδου της χώρας. Και η εξουσία θα έρθει για να υλοποιηθούν αυτοί οι στόχοι κι όχι για να ικανοποιηθούν οι φιλοδοξίες των αρχηγών, ούτε να βρει λάφυρα ο κομματικός στρατός.

Στεκόμενοι σε αυτά τα «χαρακτηριστικά» γίνεται αντιληπτό πως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν έχει ανάγκη από διεκδικητές της αρχηγίας του που αποφεύγουν την κριτική και αυτοκριτική για τα πεπραγμένα της παράταξης, επικεντρώνοντας στην προώθηση της ιδέας για ανακατάληψη των «ανακτόρων», ούτε από άτομα που χρησιμοποιούν ως πρόκριμα το πολυσυλλεκτικό 48% του ΠΑ.ΣΟ.Κ. επί Ανδρέα Παπανδρέου, παραλείποντας πως στην συγκεκριμένη συγκυρία δεν αρκεί η επίκληση του ονόματος του Ανδρέα Παπανδρέου από τους επιγόνους του, ούτε η προβολή του «αντικαραμανλή». Πρέπει να πείσουν πως όραμά τους δεν είναι «η εξουσία για την εξουσία», αλλά η προώθηση προοδευτικής πολιτικής με ριζοσπαστικές αλλαγές υπέρ των πολλών.

Είναι παρήγορο ότι ο Γιώργος Παπανδρέου, όπως εν μέρει κι ο έτερος υποψήφιος για την προεδρία Κώστας Σκανδαλίδης, δεν φοβήθηκε την γενναία αυτοκριτική. Από την άλλη, είναι προφανές ότι η αμφισβήτηση της ηγεσίας του Γ. Παπανδρέου δεν είναι μόνο ένα απλό ζήτημα προσώπων, αλλά μια αμφισβήτηση ενός ηγετικού μοντέλου, ενός μεταμοντέρνου ευρωπαϊκού τρόπου άσκησης της πολιτικής. Αυτό όμως που πρέπει να καταγραφεί στην συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας είναι πως ο Γ. Παπανδρέου πολιτεύεται έντιμα κι είναι από τους λίγους πολιτικούς με «ανθρώπινο» προφίλ.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. απέναντι στην ιστορική του ευθύνη να εκφράσει με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα τις ανάγκες των πολλών και τα συμφέροντα του τόπου, οφείλει να κλείσει γρήγορα την αναγκαία περίοδο της αυτοκριτικής, της διαβούλευσης και της σύνθεσης και να συγκροτήσει ξανά την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία της προόδου και αλλαγής. Και είναι σίγουρο πως το τωρινό επιχείρημα « δεν αρέσουμε» θα μετεξελιχθεί σύντομα σε «πείθουμε κι εμπνέουμε».

Λεωνή Παναγοπούλου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.