Στελιος Μπλετσας, τεως βουλευτης Ν. Ροδοπης

Ο Στέλιος Μπλέτσας, βουλευτής Ροδόπης τέσσερις εν συνόλω τετραετίες, ανηψιός του αειμνήστου δημάρχου Κομοτηναίων Δημήτρη Μπλέτσα, με ευδόκιμη ο ίδιος θητεία στα δημοτικά της πόλεως πράγματα, μας χαρίζει τη δυνατότητα να ανατρέξουμε στις σελίδες της πολιτικής του παρελθόντος με κριτήριο και μέτρο την πολιτική του παρόντος. Για να κατανοήσουμε για μια ακόμη φορά ότι η ζωή ποτέ δεν λειτουργεί ως εικόνα. Στην πραγματικότητα της ζωής, βέβαια.

• Εκλογές 1974

Ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχα σε εθνικές εκλογές. Η συμμετοχή μου έγινε κάτω από περίεργες συνθήκες. Τον Ιούνιο του 1974 έγινε η επιστράτευση και τα γεγονότα της Κύπρου. Τότε, με πολλούς άλλους νέους είχα επιστρατευτεί κι εγώ. Ήμουν έφεδρος υπολοχαγός. Είχα μικρό παιδί και με τη γυναίκα μου ετοιμαζόμασταν να πάμε διακοπές στις 20 Ιουλίου. Ήμασταν σχετικά νιόπαντροι. Ξαφνικά έγινε επιστράτευση. Δεν καταλάβαμε τι έγινε. Ψάχναμε να βρούμε τα απολυτήρια, τα βρήκαμε τελικά, πήγα στη στρατολογία και με έστειλαν στον Έβρο. Χιλιάδες άνθρωποι συσσωρευτήκαμε και παρουσιαστήκαμε στην Αλεξανδρούπολη, όπου ήταν η επιστρατεύουσα αρχή. Χαμός… Δύσκολα περιγράφεται το κλίμα εκείνων των ημερών και το κλίμα που δημιουργήθηκε στη χώρα μετά την πτώση της χούντας, καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η εισβολή. Έμεινα δύο μήνες επιστρατευμένος. Πρέπει να ήταν τέλος Αυγούστου. Ήμουν διοικητής των ΤΕΑ, -εφόσον δεν βρήκαν πού να με βάλουν, με τοποθέτησαν εκεί, – με έδρα την Ξυλαγανή και είχα «υπό τας διαταγάς μου», όπως λέγαμε τότε, όλη την περιοχή: Ίμερο, Βέννα, Κόσμιο… Κάποια ημέρα με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι με ζητά ο τότε Υπουργός Αμύνης, Ευάγγελος Αβέρωφ. Παραξενεύτηκα και ρώτησα πού θα τον βρω. Μου είπαν ότι θα τον βρω στο γραφείο του νομάρχη. Ρώτησα ποιος ήταν ο νομάρχης και μου απήντησαν ότι ήταν κάποιος Φωτέας. Δεν τον είχα ξαναδεί τον άνθρωπο. Πηγαίνω, λοιπόν, στη Νομαρχία με τη στολή και με ένα πιστόλι που κρατάγαμε τότε, σύμβολο της εξουσίας και της «πολεμοχαρούς» διαθέσεως. Με ρώτησαν αν είμαι ο Μπλέτσας. Τους απάντησα καταφατικά. «Έρχομαι εκ μέρους του Καραμανλή», μου λέει ο Αβέρωφ. «Είστε ο γιος του δημάρχου Μπλέτσα»; Του απάντησα ότι είμαι ανιψιός του. Ο θείος μου, βέβαια, γνωριζόταν πολύ καλά μαζί του, γιατί ήταν πολλά χρόνια δήμαρχος, όπως και με τον Καραμανλή και με όλους τους πολιτικούς της εποχής. «Θα είστε υποψήφιος στις εκλογές», μου πρότεινε. Δεν κατάλαβα, γιατί ήμουν τελείως εκτός, και τον ρώτησα «για ποιο πράγμα υποψήφιος;». Μου απάντησε «στις εκλογές». «Μα έτσι όπως είμαι»; Έκανα διάφορες ερωτήσεις, όπως πότε θα γίνουν εκλογές. «Δεν μπορώ. Είμαι ανέτοιμος παντελώς κ. Υπουργέ» του είπα. Σημειωτέον, βέβαια, ότι είχα μια προϊστορία στα τοπικά, ήμουν πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Κομοτηνής όταν ο θείος μου ήταν δήμαρχος. Στις εκλογές του 1964 ο θείος μου είχε ξαναεκλεγεί δήμαρχος, ο αείμνηστος Ανδρέας Στογιαννίδης αντιδήμαρχος και εγώ Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου μέχρι το 1967, οπότε και μας απέλυσε η Χούντα. Μου είχε φύγει το μεράκι, είχε γεννηθεί το πρώτο μου παιδί και το τελευταίο πράγμα που σκεφτόμουν ήταν να ασχοληθώ με την πολιτική, γιατί δεν ήξερα τι έκβαση θα έχει η περίοδος εκείνη, θα γίνει πόλεμος, δεν θα γίνει… Αρνήθηκα. Έφυγε ο Αβέρωφ και μετά λίγες ημέρες έρχεται ο Χριστόφορος Στράτος, εξαιρετικός άνθρωπος, για χρόνια Υπουργός Εσωτερικών και ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία. Πήγα στον Παναγιώτη Φωτέα, τον οποίο τότε τον γνώρισα. Τον Χριστόφορο Στράτο όμως τον γνώριζα, γιατί ήταν υπηρεσιακός υπουργός Εσωτερικών, είχε έρθει στην Κομοτηνή προ του 1967, και τα τοπικά θέματα τα εισηγήθηκα εγώ ως πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, γιατί ο θείος μου ήταν άρρωστος. Με θυμόταν από τότε και ίσως του είχα προξενήσει εντύπωση, γιατί ήμουν πολύ νέο παιδί, ούτε καν 30 ετών.

Χωρίς να το καταλάβω τελικά έγινα υποψήφιος. Πότε μπήκα και πώς βγήκα, δεν κατάλαβα.

• Η Βουλή

Την εποχή εκείνη κυριαρχούσε η πολιτική φυσιογνωμία του Καραμανλή, ο οποίος εξέλεξε έναν μεγάλο αριθμό βουλευτών. Έτσι λοιπόν βρεθήκαμε από τα σπίτια μας στην Κομοτηνή και από τον ιδιωτικό βίο, τις ταβέρνες και τις παρέες και τη δικηγορία, στο κτίριο της Βουλής. Ορκιστήκαμε με αρχιεπίσκοπο τον Σεραφείμ, όλοι όμως από την επαρχία ήμασταν μουδιασμένοι. Κοιτάζαμε γύρω τα θεωρεία, δεν ήταν ο χώρος μας. Υπήρχαν τα σπουδαία πρόσωπα, τα οποία είχαν διαδραματίσει ρόλο στη δικτατορία. Σύμβολα ο Αλέκος Παναγούλης, βουλευτής τότε της Ένωσης Κέντρου, ο Βασίλης Βασιλείου, δημοσιογράφος εκδότης της εφημερίδας «Βραδυνή» την οποία είχε κλείσει η Χούντα, η Ελένη Βλάχου, εκδότρια της «Καθημερινής». Όλα αυτά, αλλά κυρίως το πρόσωπο του Παναγούλη, ήταν θρυλικά πρόσωπα. Κοιτάζαμε τον Παναγούλη και αναρωτιόμασταν «ήρωας είναι, μύθος είναι, Ηρακλής είναι;». Ένα εξαιρετικό παιδί με το οποίο έκανα παρέα. Αυτή ήταν η Βουλή του ‘74.

• Βουλή του 74:

Μία αναγεννητική περίοδος


Η Βουλή του ‘74 ήταν μια αναγεννητική περίοδος. Προ της δικτατορίας δεν πήγαιναν καλά τα πολιτικά πράγματα. Η ρουσφετολογία επικρατούσε. Πρώτος λοιπόν στόχος να λείψει αυτό το πελατειακό σύστημα. Έπρεπε όλα να αλλάξουν στη μεταδικτατορική βουλή. Νέοι άνθρωποι εμείς τότε, με οράματα και εκτός βέβαια πραγματικότητας, γιατί όταν είσαι ουτοπικός είσαι και εκτός τόπου, σκεφτήκαμε λοιπόν από τις πρώτες μας ενέργειες να καταθέσουμε ένα σχέδιο νόμου, το οποίο θα έλεγε ότι, όποιος βουλευτής αποδεδειγμένα ρουσφετολογεί, εκπίπτει του αξιώματος. Το καταθέσαμε. Το υπέγραφαν πολλοί, μεταξύ των οποίων θυμάμαι ένα πρόσωπο πολύ γνωστό και ματαδικτατορικά, την Άννα Συνοδινού, η οποία το υπέγραψε πρώτη. Μάλιστα έλεγε «εγώ είμαι της Αρχαίας Τραγωδίας και της Νέας Δημοκρατίας». Σκεφτείτε ότι καταθέταμε επί ποινή εκπτώσεως ότι, όποιος βουλευτής διατηρεί πολιτικό γραφείο και δεν ασχολείται με γενικότερα θέματα τα οποία έρχονται στη βουλή και με τα τοπικά θέματα που τα φέρνει στη Βουλή και με μορφή ερωτήσεων, επερωτήσεων – όπως γίνεται και τώρα – αλλά ασχολείται με το να σβήνει κλήσεις της τροχαίας, να μεταθέτει φαντάρους, χωροφύλακες, πυροσβέστες, εκπίπτει του αξιώματος. Ουτοπίες, ρομαντισμοί, όπως θέλετε πέστε το, αλλά εμείς νομίζαμε ότι μετά την πτώση της δικτατορίας ήταν ευκαιρία να μπει μια νέα σειρά, μια άλλη δημοκρατία. Θα σας πω ότι τότε, ο Παπαληγούρας, ένας εξαιρετικός οικονομολόγος και πολιτικός και εξαιρετικός συνάδελφος, ξεκίνησε τις κρατικοποιήσεις. Τώρα βρισκόμαστε στο αντίθετο άκρο. Έχουμε μία κυκλική ροή των πραγμάτων. Αυτά που τότε υπερασπιζόμασταν, σήμερα τα αρνούμεθα.

• Κυρίαρχα θέματα της πρώτης Βουλής

Τον πρώτο καιρό κυρίαρχο θέμα στη Βουλή ήταν η τροποποίηση του Συντάγματος, η πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη, η αποχουντοποίηση. Τα σταγονίδια της δικτατορίας υπήρχαν. Ο Καραμανλής δεν έμενε στο σπίτι του, αλλά σε ξενοδοχεία. Υπήρχε μία υποψία ότι κάποιοι που θα θυμούνται την παλιά κατάσταση μπορεί να εκδηλωθούν. Και εκδηλώθηκαν. Έγινε ένα κίνημα το γνωστό ως «κίνημα της πυτζάμας», αλλά τους έπιασαν. Ήταν τότε Υπουργός Αμύνης ο Ευάγγελος Αβέρωφ και Υπουργός Δημόσιας Τάξης ο στρατιωτικός Γκίκας.

Ένα μεγάλο ερώτημα ήταν αν θα μπούμε ή όχι στην Ευρώπη. Και επί του θέματος αυτού υπήρχαν οι μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές. Η Ν.Δ. με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήταν υπέρ, η Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, με τον Πεσματζόγλου, τον Τσάτσο, τον Μαγκάκη, τον Μαύρο ήταν υπέρ, υπέρ αλλά με διαφορές ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος του Κ.Κ.Εσωτερικού, αντίθετο το Κ.Κ.Ε. και κάθετα αντίθετος με το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ. Αυτό όμως δεν ήταν μόνο σύνθημα για τα πολιτικά ντουβάρια αλλά περιείχε και πολιτικές θέσεις, συνόψιζε δηλαδή ιδεολογίες και πολιτικές θέσεις και βέβαια το Κ.Κ.Ε.

Έτσι πέρασε η πρώτη μεταδικτατορική βουλή 1974-1977, με πολιτικές θέσεις, με ιδεολογικές διαφορές, ιδεολογικές αναφορές, με θέματα εξέχοντα, την πορεία προς την Ευρώπη, την αποχουντοποίηση, τη δικαιοσύνη και την αναθεώρηση του Συντάγματος. Σημειωτέον ότι τα σημερινά θέματα δεν απασχολούσαν τότε τη Βουλή, ουδείς συζητούσε για ασφαλιστικό. Υπήρχαν κορυφαία θέματα προσανατολισμού, όπως για παράδειγμα αν θα μπούμε στην Ευρώπη.

• Κυπριακό – ΝΑΤΟ

Το Κυπριακό την εποχή εκείνη ήταν μείζον θέμα. Ήταν πρόσφατο. Επισκέψεις πολλές στην Κύπρο. Και εγώ είχα πάει και είχα συναντήσει ως μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο φάκελος της Κύπρου μέγα θέμα. Ήμουν μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής, καθώς ήμουν και μέλος στην Επιτροπή για το θέμα Κοσκωτά. Δυόμισι χρόνια κράτησε η ιστορία. Πήγαμε στην Κύπρο για να πάρουμε απόψεις. Δεν θα πω ότι δεν έγινε τελικά τίποτα. Μου δόθηκε μέσα από αυτό η ευκαιρία, όπως και στα άλλα μέλη, να καταλάβουμε το Κυπριακό από μέσα.

Την εποχή εκείνη φύγαμε και από το ΝΑΤΟ με απόφαση του Καραμανλή. Επειδή θεωρήθηκε λάθος κίνηση, το θέμα συζητήθηκε στη Βουλή για το αν θα μπούμε ξανά ή όχι. Εκεί χαρακτηριστικός ήταν ο εκρηκτικός λόγος του Ανδρέα Παπανδρέου.

• Κέντρο η Βουλή

Στη διάρκεια λειτουργίας της Βουλής γίνονταν έντονες συζητήσεις. Και αυτή είναι η διαφορά με το σήμερα. Τότε βέβαια δεν υπήρχαν ιδιωτικές τηλεοράσεις, μόνο κρατικά κανάλια. Το κέντρο, και το τονίζω της πολιτικής ζωής, ήταν η Βουλή. Κατάμεστα τα θεωρεία, κρεμόντουσαν από πάνω. Όταν μπαίναμε μέσα, τότε οι βουλευτές σε καφενεία ή σε χώρους σηκωνόταν όρθιοι. Απορούσαμε και οι ίδιοι. Σήμερα λυπάμαι, αλλά όταν μπαίνει βουλευτής όχι μόνο δεν σηκώνονται οι καθισμένοι, αλλά και οι όρθιοι κάθονται. Σήμερα δηλαδή γίνεται το αντίθετο. Όπως έχουν επισημαίνει στοχαστές του προβλήματος, και στην Ελλάδα και αλλαχού, επήλθε αυτό που λένε απαξίωση. Αυτό βέβαια έχει τις αιτίες του, έχει και τους υπαιτίους. Σήμερα δεν πιστεύει κανένας κανέναν. Ακούς πράγματα, όπως παρακολουθείς ένα σήριαλ. Ό ένας έκανε μια εντυπωσιακή κίνηση, ο άλλος έφερε ένα λεμόνι, όπως προχθές ο Καρατζαφέρης για να γίνει «η σούπα νόστιμη», ο άλλος ήταν διστακτικός και αν ρωτήσεις κάποιον τι είπανε, ποια ήταν η ουσία των πολιτικών θέσεων στα καίρια θέματα της εποχής, δεν θα ξέρουν να σου πουν.

• Πρώτη ομιλία στη Βουλή

Δεν αισθάνθηκα δέος, όταν για πρώτη φορά ανέβηκα στο βήμα της Βουλής. Δεν είχα βγει για πρώτη φορά στην πολιτική. Ήμουν δημοτικός σύμβουλος και δικηγόρος. Η πρώτη μου ομιλία στη Βουλή αφορούσε τον αναπτυξιακό νόμο 289 για τη Θράκη. Ήμουν εισηγητής τότε. Από τότε μέχρι και τώρα έχουν ψηφισθεί πολλοί νόμοι, όμως ο βασικός νόμος και ο πιο γενναιόδωρος ήταν αυτός. Με αυτόν το νόμο ιδρύθηκε η ΒΙΠΕ. Άλλος την ίδρυσε άλλου, το όνομα δόθηκε στο δρόμο. Η ΒΙΠΕ είναι έργο της κυβέρνησης Καραμανλή και ουσιαστικά του Παλαιοκρασά. Κανείς δεν τον μνημονεύει. Τότε λεγόταν Υπουργείο Συντονισμού με υπουργό τον Παπαληγούρα και ανετέθη σε επιτροπή με επικεφαλής τον Παλαιοκρασά το θέμα της ανάπτυξης της Θράκης. Κίνητρα ήταν τότε ο νόμος 287, σύμφωνα με τον οποίο, όποιος υπηρετεί στα παραμεθόρια αντί για τέσσερα χρόνια παίρνει στα δύο προαγωγή, δάνεια δίνονταν από το Ταμείο Παρακαταθηκών με ευνοϊκό επιτόκιο, αλλά και από την Αγροτική Τράπεζα. Δόθηκαν πολλά δάνεια μέσω ενός ειδικού προγράμματος αναπτύξεως της Θράκης, του οποίου την πολιτική έμπνευση, παρακολούθηση και επιμέλεια είχε ο Γιάννης Παλαιοκρασάς και οι βουλευτές που συμμετείχαν στην επιτροπή. Τότε μπήκαν οι βάσεις για την ΒΙΠΕ, τότε έγιναν οι απαλλοτριώσεις στα Πανεπιστήμια, η Εκτενεπόλ, τα λιμάνια της Μαρώνειας, του Ιμέρου, ασφαλτοστρώσεις, οι αγροτικές τράπεζες Σαπών, Ιάσμου. Όλα αυτά έγιναν τότε. Βέβαια η ΒΙΠΕ ξέφυγε. Μένω με την εντύπωση, αν και δεν μπορώ να πω ότι γνωρίζω το θέμα καλά, ότι δόθηκαν πολλά για τελικό έργο δυσαναλόγως μικρότερο του ποσού που διετέθη γι’ αυτό το σκοπό. Δεν γνωρίζω πόσες επιχειρήσεις λειτούργησαν, πόσες επιχειρήσεις λειτουργούν, πόσες έκλεψαν και πόσες έκλεισαν. Υπήρχε όμως μία τάση να αναπτύξουμε τη Θράκη. Αυτός ήταν ο κυρίαρχος στόχος.

• Από την κυβέρνηση στην αντιπολίτευση

Για έναν βουλευτή, που από την κυβέρνηση πάει στην αντιπολίτευση, είναι ευχάριστη κατάσταση. Όταν είσαι στην αντιπολίτευση έχεις μεγάλη άνεση να μιλάς, να κρίνεις, να επικρίνεις, να καταθέτεις προτάσεις, να κάνεις κριτική. Και στο γραφείο του αντιπολιτευόμενου βουλευτή κάποιος αν πάει, θα του απαντήσει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα, γιατί δεν είναι κυβέρνηση. Και έτσι ξεμπερδεύεις με αυτά τα ατομικά, τα οποία δεν τελειώνουν ποτέ, και γιατί να τελειώσουν βέβαια. Το 1981 στην εξουσία ήταν το ΠΑΣΟΚ. Πώς να αναπαραστήσω γλωσσικά, φραστικά την εποχή εκείνη; Μισή Ελλάδα τρομοκρατήθηκε ότι θα γινόταν χαμός. Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας τότε από πολλούς ερμηνεύτηκε ότι θα μας πάρουν το δεύτερο σπίτι. Επικρατούσε ένας φόβος. Οι της Ν.Δ. δεν τολμούσαν να μας χαιρετήσουν στο δρόμο. Είχαν φοβηθεί. Ο επιχειρηματίας ήταν ο κλέφτης, το κέρδος είχε εξορισθεί. Γινόταν λόγος για κοινωνικοποίηση, τις δουλειές των επιχειρήσεων θα τις έκανε το κράτος, οι συνεταιρισμοί, οι δήμοι, άρθρα επί άρθρων, βιβλία επί βιβλίων. Χωρίς να θέλω να έχει αιχμή κομματική ο λόγος μου, θα σας πω το εξής: Με τον Σ.Π., γνωστό πολιτικό, ήμασταν συμφοιτητές και μετά βρεθήκαμε στη Βουλή. Βουλευτής της Ενώσεως Κέντρου τότε ο Παπαθεμελής, με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να βρεθούμε. Στη συνάντηση που είχαμε μου λέει: «Η Ένωση Κέντρου βυθίζεται. Έρχεται το ΠΑΣΟΚ. Εγώ πού θα πάω»; Του είπα να έρθει στη Ν.Δ. «Δεν μπορώ. Η φύση και η αφετηρία μου είναι τέτοια, που δεν μπορώ». Όταν τον ρώτησα τι θα κάνει, μου απάντησε ότι είχε ζητήσει ακρόαση από τον Ανδρέα Παπανδρέου και μέσω Λιβάνη έγινε δεκτή. «Παρουσιάσθηκα, του εξήγησα την κατάσταση της Ένωσης Κέντρου και του ζήτησα να πάω μαζί του. Μετά χαράς δέχθηκε», μου είπε. Εκκλησία είναι τα κόμματα, ανοίγεις την πόρτα, ανάβεις ένα κερί και γίνεσαι μέρος του πληρώματος της εκκλησίας. «κ. Πρόεδρε όμως εγώ έχω τεράστιες διαφορές. Έξω από το ΝΑΤΟ και έξω από την Ευρώπη. Δεν συμφωνώ με αυτά εδώ», είπε ο Π. στον Παπανδρέου. Και όταν τον ρώτησα τι του απάντησε, μου είπε: «Επειδή τα λέμε, θα τα κάνουμε;». Αυτό έγινε πριν τριάντα χρόνια περίπου. Μία άλλη συζήτηση με το Θ.Π. που τον έκανε υπουργό τότε επί των σχέσεων Ελλάδος –Ευρώπης. Το άκουσα από τον ίδιο τον Π. στο καφενείο της Βουλής. Τον ρώτησε λοιπόν ο Π., γιατί τον τοποθέτησε στο συγκεκριμένο πόστο, αφού δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει η Ελλάδα στην ΕΟΚ, και ο Ανδρέας Παπανδρέου του απήντησε «έλα καημένε τώρα»… Βέβαια παραμείναμε, πήραμε λεφτά από την Ευρώπη, η οποία έχει κι αυτή τα δικά της προβλήματα. Όλα αυτά έγιναν τη μεταβατική περίοδο. Δεν θέλω να πω ότι έλεγαν εν γνώσει τους ψέματα. Εξάλλου τότε είναι γνωστό ότι υπήρχε ο Τρίτος Κόσμος, ο Καντάφι, οι αδέσμευτοι κ.λπ.

• Το προφίλ των ψηφοφόρων

Το 1974 ήταν λίγοι μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας. Δεν εκδηλωνόταν κανείς, δεν μίλαγε, ήταν η πρώτη φορά που μετά από χρόνια οι πολίτες προσέρχονταν στις κάλπες. Σιγά – σιγά ένα νέο στοιχείο άρχισε να μπαίνει στην πολιτική ζωή. Η οργάνωση των κομμάτων και η μαζικοποίηση. Χιλιάδες κόσμος. Όταν βγαίναμε να μιλήσουμε προεκλογικά – και εγώ πήγα και σε άλλες περιοχές σταλμένος από το κόμμα – χιλιάδες κόσμος. Δεν χωρούσαν τα αμφιθέατρα, τα καφενεία. Θυμάμαι στη δική μας περιοχή, που είναι μικρή σε μέγεθος και σε κόσμο, γεμάτα τα καφενεία. Οι συγκρούσεις κυρίως ξεκίνησαν όταν άρχισε να μορφοποιείται το σχήμα «μέσα ή έξω από την ΕΟΚ». Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, με το ταλέντο που είχε και τις άλλες ικανότητες – αυτά δεν αμφισβητούνται – είχε πολύ μεγάλη επιρροή. Δεν μπορούσαμε να πείσουμε τους μισούς Έλληνες ότι θα μας ωφελήσει η Ευρώπη. Ήταν αδύνατον. Πίστευαν ότι θα μας καταστρέψει. Τα δένδρα θα μας τα πάρει, τα κατσίκια θα μας τα πάρει, τα ελαιόδενδρα θα μας τα πάρει. Έτσι απλοποιημένα και συστηματοποιημένα πέρναγαν στον κόσμο. Δεν μπορούσαμε να πείσουμε.

• Προεκλογικός αγώνας

Τότε ο προεκλογικός αγώνας δεν γινόταν σ’ αυτές τις συνθήκες. Προσωπικά τα περισσότερα χωριά δεν τα γνώριζα. Το ’74, όσοι κατεβήκαμε τότε υποψήφιοι, βγήκαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Περίπατο κάναμε. Μετά άρχισαν οι δυσκολίες. Ο κόσμος ξεθάρρεψε, άρχισε να έχει ανάγκες, τι θα κάνει ο γιος που υπηρετεί και πρέπει να βρίσκεται δίπλα στη μαμάκα του, διορισμοί. Αυτά μέχρι το 1981. Άλλαξε η κυβέρνηση, αλλά ο κόσμος συνέχισε να ζητάει.

• Ρουσφετολογία

Τον πρώτο καιρό δεν ζητούσαν ρουσφέτια οι ψηφοφόροι. Όταν καταθέσαμε το νομοσχέδιο για τη ρουσφετολογία στην πρώτη μεταδικτατορική βουλή γέλαγαν και μας κοίταζαν σαν να είχαμε κατεβεί από ένα απομονωμένο μέρος και βρεθήκαμε σε έναν ανοιχτό χώρο. Θα μπορούσε να υπάρχει βουλευτής χωρίς να ρουσφετολογεί; Θα μου πείτε εσείς κ. Μπλέτσα δεν πήρατε ποτέ τον διοικητή της τροχαίας να ζητήσετε να σβήσουν μία κλήση. Το έκανα. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά, όταν ο θείος μου δεν είχε ξαναβάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος για να περνά την ώρα του, ερχόταν στο γραφείο μου και καθόταν ώρες. Εγώ βουλευτής, αυτός χρόνια δήμαρχος και έβλεπε πώς μίλαγα στους ανθρώπους. Τους έλεγα, λοιπόν, ότι αυτό που μου ζητάτε να σας κάνω απαιτεί εξετάσεις. Δεν μπορώ να μεσολαβήσω. Κάποια στιγμή μου λέει ο θείος μου, με τη μεγάλη εμπειρία που είχε. «Δεν πας καλά». «Γιατί δεν πάω, αφού αυτό που μου ζητάνε δεν γίνεται». «Βόλεψέ τα από εδώ και από εκεί. Άφησε να αιωρείται μια υπόσχεση ότι κάτι θα γίνει». Δεν μπορείς να απαλλαγείς από τα αιτήματα των πολιτών. Τι θα γίνει με τις ανάγκες του κόσμου. Είναι εκτός πολιτικής αυτά; Δηλαδή, όποιος εκλέγεται, πρέπει να λέει στον πολίτη, – ας αφήσουμε τον ψηφοφόρο, – που πηγαίνει στο πολιτικό του γραφείο «με συγχωρείτε εγώ δεν ασχολούμαι με τα ατομικά»; Γίνεται σε κανένα μέρος του κόσμου για να γίνει εδώ; Μακάρι να υπήρχε ένα κράτος, το οποίο θα λειτουργούσε με αντικειμενικούς κανόνες και να μην υπήρχαν αυτά. Αλλά είναι δεδομένο στην Ελλάδα, και αλλαχού σε μικρότερο βαθμό, και μιλώ από προσωπική εμπειρία σε αυτές τις χώρες, να μη γίνεται μια δουλειά με το να πας εσύ και να γίνεται σε μια μέρα αν την αναθέσεις στο βουλευτή. Το «όχι» που λέω στον πολίτη ως δημόσια υπηρεσία γίνεται «ναι» όταν πάει ο βουλευτής. Πώς γίνεται αυτό; Είναι αλυσίδα και λες «από πού να την κόψω», ποιος κρίκος να κοπεί ώστε να καταρρεύσει ένα σύστημα ρουσφετολογιακό, πελατειακό. Πέραν αυτού, εμείς που αφιερώσαμε πολλά χρόνια, αλλά και οι σημερινοί βουλευτές, έχουμε βγάλει και άλλα συμπεράσματα αρνητικά. Ένας βουλευτής έχει δέκα δραστηριότητες. Η μία να πηγαίνει σε γάμους, κηδείες, βαφτίσια, κοινωνικές υποχρεώσεις. Η άλλη είναι να βρίσκεται στη Βουλή, η άλλη η προβολή θεμάτων μέσω ερωτήσεων και επερωτήσεων, η άλλη αποστολή στο εξωτερικό, η άλλη τον στέλνει το κόμμα να μιλά εδώ και εκεί και μια άλλη αυτά τα ατέλειωτα, αλλά υπαρκτά ατομικά προβλήματα. Εμείς λοιπόν έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πολιτικός, που έχει όλα τα άλλα καλά σε ικανοποιητικό βαθμό και ξεχνά τα ατομικά, κάηκε. Μ’ αυτό κλέβεις χρόνο από το κοινοβουλευτικό σου έργο. Δεκάδες χιλιάδες αιτήματα. Είχα τετρακόσια άτομα στο γραφείο καθημερινώς. Η πραγματικότητα στο είδος των ατομικών προβλημάτων ξεπερνά κάθε φαντασία. Δηλαδή, αν ρωτήσεις κάποιον να σου πει τι απίθανα μπορούν να ζητηθούν από ένα πολιτικό γραφείο, η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία. Αλλά τα προβλήματα είναι υπαρκτά. Αν απαντήσεις ότι εξελέγης για τη Βουλή την επόμενη φορά έχεις καεί. Υπάρχει λοιπόν και ένα πρόβλημα κριτηρίων. Με ποια κριτήρια προσέρχεται ο ψηφοφόρος να κάνει την επιλογή ανάμεσα στους πολλούς υποψηφίους. Φοβάμαι ότι το ατομικό υπερισχύει παντός άλλου. Εάν τα αγνοήσεις αυτά, ποιος θα σε ψηφίσει, γιατί έχεις στη Βουλή υπερέχουσα και αξιόλογη κοινοβουλευτική παρουσία; Διαβάζεις τα νομοσχέδια, τοποθετείσαι, ανταλλάσσεις σκέψεις για να γίνει το νομοθέτημα άρτιο, όσο είναι δυνατόν ανθρωπίνως ή εν Ελλάδι και έρχεσαι μετά στην εκλογική σου περιφέρεια και μαζεύονται εκατοντάδες αιτήματα. Από πού θα σε κρίνει από τη δράση σου στη Βουλή, από το λόγο σου, από την επιμέλειά σου ή από το πώς φέρθηκες στους ψηφοφόρους σου. Αυτό δεν άλλαξε.

• Πολιτικά γραφεία

Εμείς δεν είχαμε πολιτικά γραφεία με την οργάνωση που έχουν σήμερα. Θυμάμαι τον Στέφανο Μάνο, με τον οποίο είχα καλές σχέσεις και πήγαινα στο γραφείο του. Εκεί είδα για πρώτη φορά κομπιούτερ. Το κοίταζα σαν κάτι το εξωγήινο. Όταν τον ρώτησα τι το κάνει, έμαθα ότι όσα αιτήματα του υπέβαλλαν τα περνούσαν μέσα. Όταν πολλές φορές αυτά τα λέω στα παιδιά μου, νομίζουν ότι μιλάμε για την προ Χριστού εποχή. Αυτά συνέβαιναν πριν 25 χρόνια περίπου. Είναι απίστευτη η μεταβολή. Ηλεκτρονικό φακέλωμα το λέγαμε παλιά. Γνωρίζω βουλευτή, όχι τοπικό, που και την καλημέρα που του λένε την περνά στο κομπιούτερ. Μας στέλνουν μηνύματα στα κινητά και απορώ πού τα βρίσκουν. Αυτά σε μας δεν υπήρχαν. Ήταν άγνωστα τα μηχανήματα.

• Ζωντανή πολιτική

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν κανάλια. Ήταν όμως ζωντανή η πολιτική. Είχαμε επαφή και μίλαγες για πολιτικά θέματα. Και αυτό στη Βουλή. Τώρα είναι στα παράθυρα. Τα παρακολουθώ και εγώ έστω και βαριεστημένα, αλλά εγώ, που έζησα τόσα χρόνια στο κοινοβούλιο, πιστέψτε με ότι δεν μπορώ να ακούω πολιτικούς να ομιλούν. Πολλές φορές νοιώθω ότι προσβάλλομαι, όχι στη νοημοσύνη μου, αλλά στην αισθητική μου. Μα είναι δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα; Είναι δυνατόν αυτό να λέγεται ενημέρωση; Αυτό τότε δεν υπήρχε. Στη Βουλή γινόταν συζήτηση. Είχε η πολιτική ζωντανό χαρακτήρα, η σχέση με τον πολίτη άμεση, χωρίς την παρεμβολή του μέσου. Σήμερα η πολιτική μεταφέρθηκε στα παράθυρα. Κάποια αλλοίωση επήλθε στην εκλογική διαδικασία. Σήμερα είναι το φαίνεσθαι. Είμαστε πέντε άνθρωποι στην τηλεόραση και όποιος προλάβει να κάνει την ατάκα του. Όποιος προλάβει να καλύψει τον άλλο, γιατί αλλιώς δεν σώζεται. Έχει φαίνεται τεράστια δύναμη το μέσο. Σήμερα, αν σε δει κάποιος στην τηλεόραση και τον συναντήσεις την επομένη, θα σου πει «σε είδα στην τηλεόραση». Αν τον ρωτήσεις «τι είπα», δεν ξέρει. Το επιχείρημα αποδυναμώθηκε από την εικόνα. Βαραίνει η εικόνα, βαραίνει η εντύπωση, η οποία ως εντύπωση πόσο κρατάει; Θα έρθει αύριο μια άλλη εικόνα και θα την επικαλύψει. Έχει υποστεί αλλοίωση και ο πολιτικός λόγος και η πολιτική διαδικασία συν την απαξίωση, τον κυνισμό, την αδιαφορία. Θα με ρωτήσετε πού πάμε; Δεν ξέρω. Ο θεός να βάλει το χέρι του. Αυτό που νοιώθουμε εμείς, που φθάσαμε καλώς ή κακώς να θεωρούμεθα παλιοί χωρίς να είμαστε και πολύ παλιοί, είναι ότι αυτή είναι η εποχή της πολιτικής διαδικασίας του πολιτικού – κομματικού λόγου χωρίς πολιτικές θέσεις χωρίς πολιτικό χρώμα χωρίς οράματα. Πού βαδίζει τώρα η Ελλάδα; Ποιος μας παρουσίασε ένα όραμα; Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι ότι στα προγράμματα των κομμάτων ή στα λόγια των κομμάτων δεν υπάρχει λέξη για τον πολιτισμό. Είναι δυνατόν αυτή η χώρα να μη δώσει κύριο βάρος στην παιδεία και στον πολιτισμό; Δεν είναι μόνο τα μάρμαρα και τα αγάλματα, δεν έχει αυτή η χώρα πολιτισμό; Βλέπετε εσείς κανέναν πολιτισμό στην καθημερινότητα; Βλέπετε πώς παρκάρουμε, πώς οδηγούμε, πώς συμπεριφερόμεθα; Αυτά δεν υπήρχαν τότε, ίσως και οι κοινωνίες να ήταν κλειστές. Εμείς όμως, που ζούμε στο μεταίχμιο δύο εποχών, δεν μπορούμε σε αυτή την εποχή να προσαρμοσθούμε. Είμαστε σε πλήρη δυσαρμονία με τη γενιά των παιδιών μας και την κοινωνία ως έχει.

• Τότε ήταν ιδεολογικές oι διαφορές μεταξύ των κομμάτων

Όταν ο Καραμανλής είπε τη φράση «ανήκομεν εις τη Δύσην» ήμουν δίπλα του μαζί με άλλους δίπλα στα μπροστινά έδρανα, είχα την τύχη να καθίσω δίπλα σε μεγάλα πρόσωπα απομυθοποιημένα εκείνη την εποχή, κάποιοι γέλαγαν. «Δεν ανήκομεν εις την Δύσιν. Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», έλεγε κατά τρόπο αμίμητο ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Αυτή είναι η διαφορά με το σήμερα. Οι διαφορές τότε ήταν καθαρά ιδεολογικές. Η φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία, ο σοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ και ο κομμουνισμός. Το ΚΚΕ την εποχή που μιλάμε ήταν η πρώτη δύναμη στα πανεπιστήμια. Μάλιστα έλεγαν τότε ότι η κόρη του Αβέρωφ ήταν μέλος του ΚΚΕ, ο εγγονός του Προέδρου της Δημοκρατίας Τσάτσου στο Κ.Κ.Εσωτερικού. Οι διαφορές μας ήταν ιδεολογικές και οι αποχρώσεις ακόμη είχαν μια ιδεολογική βάση. Ο Λεωνίδας Κύρκος ήταν υπέρ της ΕΟΚ,. αλλά έβαζε και το αλλά. Η μεγάλη διαφορά ήταν του ΚΚΕ και του Ανδρέα Παπανδρέου της εποχής εκείνης που εταύτιζε την ΕΟΚ με το ΝΑΤΟ τα μονοπώλια. Πού είναι αυτά τα πράγματα σήμερα; Γιατί μιλάνε σήμερα οι πολιτικοί; Θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας ή όχι; Θα μπουν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία» ή θα βρούμε κάποιο γεωγραφικό όνομα.

• Έλλειψη πολιτικής και ιδεολογίας

Τότε υπήρχαν πολιτικά θέματα. Αυτό θεωρώ μια τεράστια διαφορά από τη σημερινή εποχή, όπου το πολιτικό υπεχώρησε, το ιδεολογικό αποχρωματίστηκε και μιλάμε για θέματα, για τα οποία οι κοινωνιολόγοι και οι φιλόσοφοι της πολιτικής βρίσκουν μια λέξη και τη λένε. Σήμερα οι διαφορές είναι διαχειριστικές. Το ερώτημα είναι ποιος είναι καλός διαχειριστής της πολιτικής, ελλειπούσης και φυγαδευθείσης της πολιτικής και της ιδεολογίας. Παραμείναμε στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα στα δύο μεγάλα κόμματα και όχι μόνον να έχουν ελαχιστοποιηθεί οι διαφορές και έχει λείψει η ιδεολογία. Ποιος θα διαχειρισθεί καλύτερα το ασφαλιστικό ή το Σκοπιανό ή το αγροτικό ή το περιφερειακό πρόβλημα αυτός θα γίνει και πρωθυπουργός. Καθαρά διαχειριστικά. Το πολιτικό και το ιδεολογικό ατόνησε. Σημαντικότατη η διαφορά του τότε με το σήμερα. Από εκεί και πέρα ο νέος που έχει απαξιώσει την πολιτική και το εκφράζει λέει: «Όποιος μου βρει μια θέση αυτόν θα ψηφίσω». Είναι πολιτική αυτό; Μπορείς να ελπίζεις τίποτα από αυτό; Από μια κατάσταση απογοήτευσης, γιατί περί αυτού πρόκειται. Τι πολιτική δραστηριότητα να αναπτύξει ένας νέος;

• Το τότε και το σήμερα

Σήμερα έχει δημιουργηθεί ένα απαξιωτικό κλίμα και κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Ο κόσμος γελά με τα debate, δεν πιστεύει, ο πολιτικός κόσμος έγινε αυτός που έγινε, ο πολίτης ζητά διορισμούς, τα προβλήματα είναι υπαρκτά. Για παράδειγμα, ποιο είναι το μέλλον της γεωργίας εντός της ΕΕ. Οι σχέσεις με την Τουρκία εξακολουθούν και σήμερα να χαρακτηρίζονται από μια υπόκωφη ένταση, αντιδικία και ένταση. Δεν έχει λυθεί κανένα πρόβλημα. Προέκυψε και το Σκοπιανό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου τότε είπε, και όχι μόνο αυτός αλλά και πολλοί άλλοι, ότι δεν θα δεχθεί το όνομα Μακεδονία και τα παράγωγα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τότε έκλαψε ενθυμούμενος την καταγωγή του και είπε τότε το «Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική». Αυτά σε ποια φάση είναι τώρα; Μιλάμε για πάνω από τριάντα χρόνια. Από εκεί και πέρα τα προβλήματα πολλά, τα ελλείμματα, ο προϋπολογισμός, οι συμβασιούχοι, η ανεργία, η υγεία, οι συντάξεις, το ασφαλιστικό. Για το συγκεκριμένο πρέπει να πουν την αλήθεια. Τι θα γίνει με το ασφαλιστικό; Θα συνταξιοδοτούμεθα στα 60, αντέχει το ασφαλιστικό; Να βγει κάποιος και να μας πει ότι δεν αντέχει. Και μελέτες υπάρχουν. Επίσης, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μετανάστες. Σήμερα είναι εκατομμύρια σε μια Ελλάδα δέκα εκατομμυρίων. Κάποτε δεν λέγαμε ο Αλβανός, ο Πακιστανός. Περπατάγαμε ανάμεσα σε Έλληνες. Και αυτό που λέω δεν έχει ρατσιστικές διαθέσεις. Η κοινωνία άλλαξε. Είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Εμείς που ζούμε με το παρελθόν, κάνουμε προσπάθειες να προσαρμοσθούμε στο σήμερα. Το μεταναστευτικό πρόβλημα δεν είναι μείζον της Ευρώπης; Είναι. Πώς το αντιμετωπίσαμε αυτό; Φέραμε κόσμο και κοσμάκη ξεριζωμένο από την πατρίδα. Είναι τελείως διαφορετικά σήμερα τα προβλήματα.

Με το που κατέρρευσε ο κομμουνισμός – και δεν θέλω να αναφερθώ στο θέμα – δεν άλλαξε όλη η Ευρώπη; Χιλιάδες Ρώσοι, Βούλγαροι πού πήγαν αυτοί; Είναι πολλά τα προβλήματα. Η κοινωνία του 1974 σε σχέση με αυτή του ’90, οπότε και τελείωσε η δική μου διαδρομή, είναι σαν να είναι από άλλο πλανήτη. Είναι πολύ διαφορετικά και πολύπλοκα τα προβλήματα. Έχουν έναν πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο χαρακτήρα. Δεν λύνονται πια από τις κυβερνήσεις μιας χώρας. Γι’ αυτό και είναι αποδυναμωμένες οι κυβερνήσεις. Ποιος τομέας έμεινε σήμερα όπου μπορεί κυριαρχικά να πάρει μια απόφαση μια χώρα της Ευρώπης, χωρίς να λάβει υπόψη της τι λέει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα; Ποιο πράγμα μπορεί να λύσει μόνη της; Είναι τα θέματα περίπλοκα, σύνθετα και κακώς απλοποιούνται και στις κουβέντες τις ιδιωτικές και δεν υπάρχουν και απαντήσεις. Παρακολούθησα το debate. Ποιος απήντησε με σαφήνεια τι θα γίνει το ασφαλιστικό; Ποιος μπορεί να πει θα ανεβάσω τα όρια ηλικίας; Δέκα μέρες προ των εκλογών κάηκε όποιος το πει. Όμως το πρόβλημα πρέπει να λυθεί. Έχουν λύσεις. Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει, αλλά δεν τολμάμε να το πούμε.

Άννα Πατρωνίδου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.