«Θεωρω οτι η κριση στην Τουρκια θα εχει ολα τα στοιχεια του θριλερ»

Με τον ισχυρισμό ότι «θα δώσει τέλος στην πολιτική κρίση» που ταλανίζει εδώ και μέρες την Τουρκία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε το πρωί της Τετάρτης από το κοινοβούλιο να ορίσει την 24η Ιουνίου ως ημερομηνία διεξαγωγής πρόωρων γενικών εκλογών στην Τουρκία, «σε μια προσπάθεια», όπως είπε «να σταματήσει η πολιτική παράλυση που πλήττει τη χώρα». Η ενέργεια αυτή του Ερντογάν έρχεται ως αποτέλεσμα της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας να κρίνει ως άκυρο τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με αιχμή την έλλειψη του απαραίτητου αριθμού βουλευτών, την οποία απόφαση ο Ερντογάν χαρακτήρισε «σφαίρα κατά της δημοκρατίας».

Ζήτημα με γεωπολιτικές προεκτάσεις θεωρείται η κρίση στην Τουρκία και για τον Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ στον Τομέα Διεθνών Σπουδών, Γρηγόριο – Ευάγγελο Καλαβρό, ο οποίος μίλησε στον ΠτΘ για το θέμα. Ο κ. Καλαβρός χαρακτηρίζει «φαινομενική» μια πιθανή λύση της εμπλοκής μέσω των εκλογών στην Τουρκία, καθώς υποστηρίζει ότι επιδιώκεται ουσιαστικά η τροποποίηση του Τουρκικού Συντάγματος, ώστε εφεξής ο πρόεδρος να εκλέγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία, πράγμα που σημαίνει μετατόπιση του κέντρου του πολιτικού βάρους και αλλαγή δηλαδή του πολιτεύματος σε Προεδρική Δημοκρατία. Σχολιάζοντας τις ρίζες της διαπάλης κεμαλιστών και ισλαμιστών κρίνει και συγκρίνει περιστάσεις και διαστάσεις του ζητήματος.

Ο λόγος στον ίδιο…

ΠτΘ: κ. Καλαβρέ, μετά τις τελευταίες εξελίξεις στη γείτονα, πιστεύετε ότι το πολιτικό της σύστημα έχει περιέλθει σε αδιέξοδο;

Γ.Κ.:
Δεν νομίζω ότι μπορεί σε αυτή τη φάση να θεωρήσει κανείς ότι το πολιτικό σύστημα της γείτονος έχει περιέλθει σε αδιέξοδο. Βέβαιο όμως είναι ότι η γείτων χώρα έχει μπει σε μία πιθανότατα παρατεταμένη πολιτική κρίση, η οποία θα επηρεάσει και την πολιτική σταθερότητα του συστήματος προς τα μέσα, αλλά και εκείνο που ενδιαφέρει εμάς, και όχι μόνο, θα επηρεάσει και την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ειδικότερα τις διμερείς σχέσεις της με τη χώρα μας, με τις λοιπές γείτονες χώρες, με τη Ρωσία, το Ιράν, το Λίβανο και βέβαια με το Ιράκ.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι θα δημιουργηθεί θέμα και με την εδώ μειονότητα;

Γ.Κ.:
Είναι βέβαιο ότι στα πλαίσια αυτής της παρατεταμένης πολιτικής κρίσης, της οποίας κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την κατάληξη, ασφαλώς δικαιολογείται μία ανησυχία για το σύνολο των διμερών σχέσεων με τις γειτονικές χώρες, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι το γενικό πολιτικό σύστημα της Τουρκίας, που αυτή τη στιγμή μπήκε με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου σε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση, θα στραφεί προς τα μέσα, δηλαδή θα ρίξει το βάρος του στη διαπάλη, η οποία διαφαίνεται ότι θα εξελιχθεί μεταξύ των κεμαλιστών και ισλαμιστών.

Ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων

ΠτΘ: Σήμερα στην Τουρκία, κατά την άποψή σας, οι Ένοπλες Δυνάμεις εξακολουθούν να παίζουν το σημαντικό ρόλο που έπαιζαν παλιότερα;

Γ.Κ.:
Η γείτων χώρα έχει μία μεγάλη εμπειρία σε πρόκληση άλλοτε απροκάλυπτων και άλλοτε συγκεκαλυμμένων επεμβάσεων από το 1960 μέχρι σήμερα. Το αποτέλεσμα μάλιστα αυτών των επεμβάσεων των Ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας, οι οποίες έχουν αυτοχαρακτηρισθεί ως «θεματοφύλακες της κεμαλικής παράδοσης» πρέπει να αναχθεί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν με την κατ’ ουσίαν επανάσταση των Νεοτούρκων και με την εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο της Τουρκίας του Μουσταφά Κεμάλ είχαμε δύο πόλους εξουσίας. Ο ένας πόλος ήταν ο επίσημος, στην Κωνσταντινούπολη, τον οποίο εκπροσωπούσε ο Σουλτάνος, που ήταν μέχρι τότε ο απόλυτος μονάρχης, αλλά που μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων μετεβλήθη σε συνταγματικό μονάρχη και για μια περίπου δεκαετία μέχρι να εκθρονισθεί εντελώς. Ο δεύτερος πόλος εξουσίας ήταν στην Άγκυρα, από την Επιτροπή που είχε ιδρύσει ο Κεμάλ και η οποία, σε μία συγκεκριμένη φάση της διαπάλης αυτοχαρακτηρίστηκε ως «Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση», σταδιακά αναγνωρίστηκε από τις μεγάλες δυνάμεις και βασιζόμενη αποκλειστικά στις Ένοπλες Δυνάμεις και μετά το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ διατήρησε ένα θεσμικό ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων στη διαφύλαξη του λεγόμενου κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Ο στρατός έχει ένα θεσμικό ρόλο ιστορικά κατοχυρωμένο από το 1909, εν πάση δε περιπτώσει από το 1919 μέχρι σήμερα, και από το 1960 μέχρι σήμερα έχει αποδυθεί, άλλοτε απροκάλυπτα και άλλοτε συγκεκαλυμμένα, σε επεμβάσεις στην τουρκική ζωή της Τουρκίας.

Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η σημερινή Τουρκία δεν έχει καμία σχέση με την Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ, δεν έχει καμία σχέση με την Τουρκία του Ισμέτ Ινονού, καμία σχέση με την Τουρκία του Τζελάλ Μπαγιάρ, του Αντάν Μεντερές. Είναι μια Τουρκία στην οποία ο θεσμικός ρόλος του Στρατού εξακολουθεί να υπάρχει και είναι μάλιστα κατοχυρωμένος και μέσα στο Σύνταγμα της Τουρκίας με την παρουσία του στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, όπου μέχρι πρότινος μάλιστα οι εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων είχαν περισσότερες ψήφους από την κυβέρνηση, η οποία απλώς εκαλείτο να υλοποιεί τις αποφάσεις που έπαιρνε το Εθνικό Συμβούλιο, του οποίου προεδρεύει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, γεγονός που σημαίνει ότι, λόγω και της εν εξελίξει ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, θα προβληματίσει πάρα πολύ τους «πασάδες», δηλαδή τους στρατηγούς του οθωμανικού στρατού να αναλάβουν πρωτοβουλία απροκάλυπτης επέμβασης στην πολιτική ζωή. Νομίζω ότι η κρίση στην οποία μπήκε η Τουρκία με την έκδοση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου -του οποίου σημειωτέον τον Πρόεδρο και τους δικαστές ορίζει ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας – είναι μία από τις ελάχιστες αρμοδιότητες, οι οποίες όμως για την πολιτική κατάσταση και την πολιτειακή κατάστρωση της Τουρκίας έχουν τεράστια σημασία, γιατί επιτρέπουν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ορίζει με κριτήρια μη πολιτικά, αλλά ρευστά, τα μέλη ενός θεσμού που αποδεικνύεται ότι μπορεί να έχει αρμοδιότητες που υπερκαλύπτουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εκλεγμένης κυβέρνησης της γείτονος. Άλλωστε, γι’ αυτό γίνεται και η διαπάλη και η προσπάθεια των κεμαλιστών να αποφύγουν την εκλογή ισλαμιστή προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, για να διαφυλάξουν υπέρ αυτών την αρμοδιότητα του διορισμού των πρυτάνεων των Πανεπιστημίων και του Προέδρου και των δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας, διατηρώντας υπέρ των δήθεν συνεχιστών της κεμαλικής παράδοσης το δικαίωμα με τον διορισμό σε θέσεις-κλειδιά ανθρώπων που πρόσκεινται στην κεμαλική προσέγγιση της πολιτικής ζωής της Τουρκίας, να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα παρέμβασης και ανατροπής της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του κόμματος της Ανεξαρτησίας και της Δικαιοσύνης με τρόπο συναφή, με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που είχε χρησιμοποιηθεί με την ανατροπή του Ερμπακάν.

Οι εκλογές δε θα δώσουν λύση στο πρόβλημα

ΠτΘ: Η προσφυγή στις κάλπες θα δώσει λύση;

Γ.Κ.:
Προσωπικά, η εμπλοκή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου μου θυμίζει ανάλογες συνθήκες της περιόδου του 1964 και στη χώρα μας, όταν επεχειρήθη μία νομιμοποίηση μιας παραβίασης του συντάγματος υπό το κάλυμμα συνταγματικής γνωμοδότησης. Και τότε εφαίνετο ότι η λύση της κρίσης θα δοθεί με την προσφυγή στις κάλπες, όπως και τώρα προβάλλεται ότι οι εκλογές στο τέλος του Ιουνίου θα δώσουν τη λύση του προβλήματος. Ωστόσο έχω την αίσθηση ότι, κι αν ακόμα οι εκλογές αυτές γίνουν στην Τουρκία στο χρόνο που επιδιώκεται να γίνουν από πλευράς του κόμματος Ανεξαρτησίας και Δικαιοσύνης του κ. Ερντογάν, δεν θα δώσουν λύση στο πρόβλημα. Κι αυτό διότι εμφανώς και ρητά ο πρωθυπουργός της γείτονος έχει συνδέσει τη διενέργεια των εκλογών με την τροποποίηση του Τουρκικού Συντάγματος, ώστε εφεξής ο πρόεδρος να εκλέγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία, πράγμα όμως που σημαίνει μία μετατόπιση του κέντρου του πολιτικού βάρους, μία αλλαγή δηλαδή του πολιτεύματος, το οποίον από Προεδρευόμενη Δημοκρατία – οιονεί βέβαια τρόπον τινά Προεδρευόμενη Δημοκρατία, διότι σε καμία σύγχρονη δημοκρατία οι ένοπλες δυνάμεις δεν έχουν θεσμικά και μάλιστα συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων – θα εξελιχθεί σε Προεδρική Δημοκρατία. Αυτό σημαίνει ότι η διαπάλη μεταξύ των ισλαμιστών και κεμαλιστών θα οξυνθεί ακόμη περισσότερο, διότι πλέον μια επικράτηση του κόμματος του κ. Ερντογάν στις επόμενες εκλογές, αν γίνουν και όποτε γίνουν, θα σημάνει και την εξουσιοδότησή του να τροποποιήσει το Σύνταγμα ώστε εφεξής ο πρόεδρος να εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία, πράγμα που σημαίνει ότι και τα δύο στρατόπεδα θα τα παίξουν όλα για όλα.

Επιπτώσεις της κρίσης στην ευρύτερη περιοχή

ΠτΘ: Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της κρίσης, κατά την άποψή σας, στις άλλες χώρες;

Γ.Κ.:
Υπό μία έννοια η πολιτική κρίση είναι εσωτερικό ζήτημα της γείτονος, στο οποίο τυπικά όλοι οι γείτονες δεν έχουν το δικαίωμα να έχουν άποψη, κατά το διεθνές δίκαιο, και αυτό πρέπει να επισημανθεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι η θέση της Τουρκίας στο σημερινό κόσμο, η γειτνίασή της με μια αναδυόμενη πάλι μεγάλη δύναμη, με μία υπό εκκόλαψη δύναμη, τη Ρωσία, η γειτνίασή της με τη χώρα μας, με την οποία η γείτων διατηρεί αρκετούς κατ’ αυτήν ανοικτούς λογαριασμούς, η γειτνίασή της επίσης με τη Μέση Ανατολή, όπου τα πάντα είναι ρευστά, αυτή τη στιγμή μας δίνουν το δικαίωμα να αντιμετωπίσουμε την παρούσα πολιτική κρίση ως ένα νέο δεδομένο της σταθερότητας, της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, γεγονός που θα φανεί στο αμέσως προσεχές διάστημα. Έχω πάντως την εντύπωση ότι την περίοδο που άρχισε με την έκδοση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου κυρίως όμως με τη δημοσιοποίηση του διαγγέλματος των Ενόπλων Δυνάμεων του σκληρού διαγγέλματος της νύκτας της Δευτέρας, με το οποίο οι Ένοπλες Δυνάμεις καθιστούσαν σαφές προς πάσαν κατεύθυνση ότι δεν θα αποδεχθούν την εκλογή και του κ. Γκιουλ, μπαίνουμε σε μία παρατεταμένη κρίση η οποία πρέπει να ανησυχήσει όλους τους γείτονες, και όχι μόνο, διότι, παρά το γεγονός ότι θεωρώ, όπως προείπα, πως η προσοχή την περίοδο αυτή και των δύο στρατοπέδων θα είναι στραμμένη προς το εσωτερικό, εν τούτοις επειδή πρόκειται για μια διαπάλη πολιτική μεταξύ μετριοπαθών ισλαμιστών και ορθοδόξων κεμαλιστών, προσφέρεται για επίδειξη συμπεριφοράς ορθοδοξίας και εθνικοφροσύνης και από τα δύο στρατόπεδα συμπεριφοράς της οποίας πιθανότατα, εάν πραγματοποιηθεί, αποδέκτης θα είναι και η χώρα μας και όχι μόνο.

Θα ήθελα να επισημάνω και ένα άλλο γεγονός, το οποίο επιβάλλει μεγαλύτερη ανησυχία και μία μεγαλύτερη εφεκτικότητα. Όταν εξελίσσονταν οι προηγούμενες επεμβάσεις το 2000, 1960, 1980 των Ενόπλων Δυνάμεων στην Τουρκία, η οποία ιστορικά από την εποχή του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμήτ μέχρι σήμερα είναι προσδεδεμένη σε μία υπερδύναμη υπό την ομπρέλα της προστασίας, της οποίας επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, ήταν πάντοτε δεμένη σε κάποιο άρμα. Για μικρό χρονικό διάστημα ήταν προσδεδεμένη στο γερμανικό άρμα, την περίοδο 1909-1919, στη συνέχεια και για μικρό διάστημα δέθηκε στο άρμα της Γαλλίας και της Βρετανίας, για κάποια μεσοδιαστήματα ήταν προσδεδεμένη στο άρμα της προστασίας της Βρετανίας για να διασώσει ό,τι μπορούσε, να διασωθεί από την κληρονομιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως από την ίδρυση του Συμφώνου της Βαγδάτης, το οποίο ήταν πρωτοβουλία, ευθύνη και επιτυχία της τουρκικής διπλωματίας και το οποίο ανέβασε εξαιρετικά τις μετοχές της εις τα όμματα της Δύσης, ήταν σταθερά προσδεδεμένη στο αμερικανικό άρμα, στο οποίο προσέβλεπε για να εξασφαλίσει τα νώτα της έναντι των προσπαθειών της Σοβιετικής Ένωσης – από το 1917 και μετά – να δημιουργήσει ερείσματα στη Μέση Ανατολή, το οποίο και είχε πετύχει δημιουργώντας αρχικά η Σοβιετική Ένωση προγεφυρώματα στην Αίγυπτο και τη Συρία. Από την υπογραφή μέχρι και την κατάρρευση του Συμφώνου της Βαγδάτης στο οποίο προσδέθηκε σε κάποια φάση και το Ιράν του Σάχη, η Τουρκία ήταν σταθερά προσδεδεμένη στο αμερικανικό άρμα υπό την προστασία του οποίου επεδίωκε την εξασφάλιση των συμφερόντων της. Για τους λόγους που γνωρίζετε, μετά τον πόλεμο του Ιράκ οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις έχουν περάσει σε μία φάση κρίσης, μερικοί δε θεωρούν ότι αυτή τη στιγμή η Τουρκία ολοκληρώνει την ιστορική της σχέση με τις ΗΠΑ και αναζητεί νέα προστασία, την οποία ασφαλώς θα επιδιώξει, διότι μόνον έτσι μπορεί να διασώσει τα συμφέροντά της. Δυστυχώς, λοιπόν, αυτή η συγκυρία, η μείωση της αμερικανικής επιρροής μετά την εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ, μειώνει τις δυνατότητες επιρροής των ΗΠΑ στο εσωτερικό της Τουρκίας και καθιστά ενδεχομένως τους στρατηγούς, τους πασάδες, περισσότερο ελεύθερους, περισσότερο ανεξάρτητους στη διαχείριση της νέας κρίσης. Αυτό είναι ένα γεγονός που δημιουργεί μεγαλύτερους κινδύνους, διότι μία κρίση στη γείτονα χώρα, η οποία είναι σταθερά συνδεδεμένη σε μία δύναμη και, όπως είπα, τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ, καθιστά τις εξελίξεις στις κρίσεις ελεγχόμενες, πράγμα το οποίο πολύ φοβούμαι ότι τώρα δεν θα συμβεί. Συνεπώς έχω την αίσθηση ότι η Τουρκία μπήκε σε μία κρίση παρατεταμένη η οποία είναι αμφίβολο αν θα λήξει με εκλογές, οι οποίες είναι αμφίβολο πότε θα γίνουν, αν θα δώσουν πλειοψηφία ικανή στον Ερντογάν να τροποποιήσει το σύνταγμα και της οποίας η εξέλιξη είναι απρόβλεπτη εκ του γεγονότος μείωσης της αμερικανικής επιρροής μετά τον πόλεμο του Ιράκ. Υπ’ αυτήν την έννοια έχω την αίσθηση ότι η χώρα μας πρέπει να είναι αρκετά προσεκτική και να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και νομίζω ότι στην περίοδο αυτή – χωρίς να αποκλείονται βέβαια και κρεσέντα εθνικοφροσύνης με αποδέκτη τη χώρα μας και την Κύπρο – η προσοχή των δύο στρατοπέδων θα είναι στραμμένη στο εσωτερικό, διότι εκεί θα ρίξουν το βάρος. Όμως θα πρέπει να παρακολουθήσουμε πολύ στενά την εξέλιξη αυτής της κρίσης και να είμαστε έτοιμοι για όλα, διότι μπαίνουμε σε μία φάση απρόβλεπτων εξελίξεων για τη σταθερότητα την ειρήνη και την ασφάλεια ολόκληρης της Νοτιανατολικής Ευρώπης. Εκτός από τα προβλήματα στις διμερείς σχέσεις της με την Ελλάδα αποτελούσε πάντοτε και αποτελεί και σήμερα κατά μείζονα λόγο ένα παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή, είναι το μαλακό υπογάστριο της αναδυόμενης νέας υπερδύναμης της Ρωσίας, είναι η γέφυρα για τη Μέση Ανατολή και βέβαια είναι κόμβος ενεργειακός. Επιπλέον είναι η τελευταία γραμμή άμυνας έναντι του Ιράν με το οποίο, όπως ξέρετε, υπάρχει το πρόβλημα της εκτός των κανόνων του διεθνούς δικαίου προσπάθειας ανάπτυξης πυρηνικού οπλοστασίου.

ΠτΘ: Άρα η απόφαση για πρόωρες εκλογές δεν αποκλιμακώνει την ένταση…

Γ.Κ.:
Υπό μία έννοια φαίνεται να αποτελεί διέξοδο για την κρίση, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας και όλες εκείνες τις δυνάμεις, οι οποίες στοιχούνται πίσω από την κεμαλική παράδοση, δεν θα παραδοθούν έτσι εύκολα σε έναν Ερντογάν, ο οποίος θα έπαιρνε ένα αυξημένο ποσοστό στις εκλογές αυτές, οι οποίες θα του επέτρεπαν να τροποποιήσει το σύνταγμα και να χαθεί πλέον το τελευταίο προπύργιο της κεμαλικής παράδοσης που είναι κατοχυρωμένο μέσα στο σύνταγμα. Θα ήμουν ευτυχής αν γίνονταν οι εκλογές οι οποίες καθαυτές θα ήταν νομίζω το ζητούμενο και για την πολιτική σταθερότητα της γείτονος, που δεν ενδιαφέρει μόνο αυτή, αλλά όλη τη νοτιανατολική Ευρώπη, αλλά θα ήταν και λύση για την ασφάλεια και σταθερότητα και την ειρήνη σε όλη αυτή την περιοχή. Νομίζω ότι η κρίση αυτή θα αναδείξει το νικητή του μεγάλου στοιχήματος, δηλαδή όποιος νικήσει στις εκλογές αυτές θα τα έχει πάρει όλα. Δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή η αντιπολίτευση να μπορεί να στοιχηθεί πίσω από τον Μπαϊκάλ, δεν υπάρχουν άλλες προσωπικότητες, δηλαδή ο Γιλμάζ, η Τσιλέρ έχουν καεί κι ο Μπαϊκάλ δεν φαίνεται ισχυρός να συσπειρώσει την αντιπολίτευση. Άλλη προσωπικότητα δεν φαίνεται ικανή να αντιπαρατεθεί, συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η προσπάθεια των κεμαλιστών θα συνίσταται απλώς στο να μειώσει χωρίς να έχουν βάσιμες προσδοκίες να επικρατήσουν στις εκλογές, θα αποβλέψουν στο να μειώσουν το ποσοστό του Ερντογάν, για να του στερήσουν το δικαίωμα να τροποποιήσει το σύνταγμα και να επιτραπεί στο μέλλον η εκλογή του Προέδρου με άμεση καθολική ψηφοφορία.

Θα παρέμβει ο στρατός;

ΠτΘ: Αποκλείετε ανοικτή επέμβαση του στρατού;

Γ.Κ:
Παρά το γεγονός ότι η μάχη θα είναι αναμφιβόλως αδυσώπητη, οι συνθήκες σήμερα, οι γενικότερες και διεθνείς, δεν επιτρέπουν απροκάλυπτη επέμβαση του στρατού, ο οποίος πρέπει να ομολογήσουμε ότι τα τελευταία χρόνια ήταν εξαιρετικά προσεκτικός στον τρόπο με τον οποίο επεμβαίνει στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Προσωπικά θα απέκλεια ανοικτή επέμβαση του στρατού, θεωρώ όμως ότι οι κεμαλιστές, μέσω πιέσεων της κοινής γνώμης – όπως το μεγάλο συλλαλητήριο της περασμένης εβδομάδας ή μέσω θεσμών ελεγχόμενων από αυτούς – θα προσπαθήσουν να υποχρεώσουν σε πολιτικές ήττες τον Ερντογάν, ο οποίος όμως δεν έχει άλλη επιλογή αυτή τη στιγμή, παρά να δώσει τη μάχη για όλα. Συνεπώς, θεωρώ ότι η κρίση θα έχει όλα τα στοιχεία του θρίλερ.

ΠτΘ: Την προστασία που προαναφέρατε δεν μπορεί να τη βρει στην ΕΕ;

Ε.Κ.:
Θα μπορούσε να τη βρει, το ζήτημα όμως είναι ότι η εκδήλωση αυτής της πολιτικής κρίσης αναμφιβόλως παγώνει τη διαδικασία για την ενταξιακή πορεία, που ούτως ή άλλως είχε προβλεφθεί. Ενδεχομένως να επιχειρήσουν εκείνοι που αντιτίθενται ρητά, δηλαδή ο γαλλογερμανικός άξονας, να επιδιώξει να εκμεταλλευτεί την κρίση αυτή, όχι απλώς για να παγώσει, αλλά για να αποπροσανατολίσει την ενταξιακή πορεία, έχω όμως την αίσθηση ότι η κρίση αυτή, παρά το γεγονός ότι εκ πρώτης όψεως μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη Γαλλία και τη Γερμανία, θα ενισχύσει εκείνους, όπως ο Μπλερ και η χώρα μας, που τάσσονται υπέρ μιας πλήρους ένταξης της Τουρκίας με τη σκέψη ότι με την ένταξη θα αποτραπεί η επανάληψη παρομοίων κρίσεων, θα εξασφαλιστεί η λειτουργία της δημοκρατίας στη γείτονα και θα κατοχυρωθεί η ειρήνη και η σταθερότητα σε μια ολόκληρη περιοχή για την οποία υπάρχει εξαιρετικά αυξημένο ενδιαφέρον της Ε.Ε. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή ενισχύει τη θέση εκείνων που μιλούν για πλήρη ένταξη της Τουρκίας, για να αποτραπούν παρόμοια φαινόμενα στο μέλλον.

Ενισχύεται η θέση του Ερντογάν

ΠτΘ: Ο Ερντογάν πιστεύετε ότι θα βγει ενισχυμένος από τις εκλογές;

Ε.Κ.:
Έχω την αίσθηση ότι τα ποσοστά του Ερντογάν θα εκτιναχθούν μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δηλαδή οι δημοσκοπήσεις θα αναγνωρίσουν για το κόμμα του πολύ μεγαλύτερα ποσοστά από εκείνα που του έδιναν πριν την απόφαση. Θα βγει ενισχυμένος, γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, το θέμα είναι αν θα γίνουν και πότε εκλογές. Η κατάσταση θυμίζει την κατάσταση στη χώρα μας την κρίσιμη και σκοτεινή περίοδο της δεκαετίας του 1970 όπου η συνταγματική εκτροπή εφαίνετο να επιλύεται με εκλογές, τις οποίες όμως δεν άφησαν να γίνουν. Ο φόβος μου λοιπόν δεν είναι αν θα τις πάρει ή δεν θα τις πάρει τις εκλογές ο Ερντογάν, ο οποίος βγαίνει ενισχυμένος από τις εξελίξεις αυτές, αλλά μήπως δεν γίνουν εκλογές στο χρόνο που η κυβέρνηση Ερντογάν θέλει να τις κάνει, δηλαδή τέλος Ιουνίου με αρχές Ιουλίου, ή μήπως εν τω μεταξύ έχουμε καμία διεθνή εξέλιξη που θα δώσει πρόσχημα για αναβολή των εκλογών, όπως ενδεχομένως θα μπορούσε να συμβεί με μία έξαρση της κουρδικής αντίστασης – το χαρτί των Κούρδων είναι ένα χαρτί που το κρατούν οι Αμερικανοί από την εποχή της σύλληψης του Οτσαλάν και νομίζω ότι είναι το χαρτί που μπορούν να το παίξουν οποιαδήποτε στιγμή. Μία έξαρση της Κουρδικής αντίστασης την εποχή αυτή ενδέχεται να αποτελεί λόγο για αναβολή των εκλογών.

Ο ρόλος των ΗΠΑ

ΠτΘ: Από την άλλη βέβαια και οι στρατηγοί θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να σώσουν τα κεκτημένα τους και τον κυρίαρχο ρόλο τους…

Ε.Κ.:
Η Τουρκία του 2007 δεν είναι η Τουρκία του 2002 για όλους τους λόγους που σας είπα, και λόγω της διεθνούς συγκυρίας και λόγω της μείωσης της αμερικανικής επιρροής. Αυτή τη στιγμή οι στρατηγοί θα είναι πολύ προσεκτικοί στη διαχείριση της κρίσης πέραν όλων των άλλων, γιατί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά ρευστή. Το Ισραήλ αυτή τη στιγμή αναζητεί τρόπους να επανέλθει στο κεκτημένο της Συνθήκης του Όσλο με μία σκληρή Παλαιστινιακή ηγεσία, τη Χαμάς, η οποία είναι πίσω από όλα, με ένα πρόεδρο Παλαιστίνιο, ο οποίος ως λόγο ύπαρξης έχει να είναι αξιόπιστος συνομιλητής με το Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα. Έχουμε και μία ρευστή κατάσταση στο Ιράν που επέβαλλε την ανάληψη μιας πρωτοβουλίας από μέρους της Σαουδικής Αραβίας, η οποία για πρώτη φορά αναλαμβάνει το ρόλο του εκπροσώπου ολοκλήρου του αραβικού κόσμου για να επανέλθουν οι διαπραγματεύσεις δύο κρατών πια, ενός Ισραηλινού, πλήρως αναγνωρισμένου από τα αραβικά κράτη, και ενός παλαιστινιακού, αναγνωρισμένου από τη Δύση και το Ισραήλ. Όμως η ρευστή αυτή κατάσταση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Αμερική έχει επικεντρώσει την προσοχή της στη διαχείριση της κρίσης – και όχι μόνο η Αμερική, αλλά και η ΕΕ -με το Ιράν επιβάλλει μία πολύ αυξημένη προσοχή στα τεκταινόμενα χωρίς να αποκλείεται η διαφορετική ανάγνωση αυτών των δεδομένων στη Νοτιανατολική Ευρώπη, με την έννοια δηλαδή ότι επειδή οι Αμερικανοί έχουν τόσα πολλά μέτωπα ανοιχτά, Ιράν, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Ρωσία, ενεργειακό ανταγωνισμό, δεν θα αφήσουν την κατάσταση την Τουρκία να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα και απρόβλεπτα, αλλά θα θελήσουν γρήγορα να δώσουν λύση στο πρόβλημα, επιβάλλοντας τις εκλογές, απόφαση όμως ως προς την οποία θα βρεθούν σε δίλημμα αν θα διαλέξουν τον Ερντογάν ή τους «πασάδες».

ΠτΘ: κ. Καλαβρέ σας ευχαριστούμε πολύ.

Ε.Κ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ και να υπογραμμίσω ότι χαίρομαι που ο “Παρατηρητής της Θράκης” μας έχει ευαισθησία για διεθνή ζητήματα. Δεν είναι απλώς μία πολιτική κρίση στη γείτονα είναι μία πολιτική κρίση που μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα σε όλη την νοτιοανατολική Ευρώπη. Θα προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ένα ευρύ κύκλο γειτονικών χωρών σε όλο το πλέγμα των διεθνών σχέσεων της περιοχής και υπ’ αυτή την έννοια πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί παρατηρητές των εξελίξεων στη γείτονα.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.