Εκδηλωση του Δικηγορικου Συλλογου Ροδοπης για τον «μουφτη ως δικαστη»
«Ο μουφτής ως δικαστής» ήταν το θέμα της ενδιαφέρουσας εκδήλωσης που πραγματοποίησε την Παρασκευή ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης, στο Ίδρυμα Παπανικολάου στις 7.30 το βράδυ. Ομιλητές ήταν ο επίτιμος πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Αλιβιζάτος, ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης και ο δικηγόρος Αθηνών Γιάννης Κτιστάκις.
Γ. Πεταλωτής: «Ο Δικηγορικός Σύλλογος ξεπερνά φοβίες, προκαταλήψεις και χρόνιες αγκυλώσεις»
Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης Γιώργος Πεταλωτής σχολίασε στην αρχή της εκδήλωσης. «Ο Δικηγορικός Σύλλογος, αναγνωρίζοντας το ρόλο του ως εγγυητής της αντικειμενικότητας, ξεπερνά φοβίες, προκαταλήψεις και χρόνιες αγκυλώσεις σε ζητήματα που αφορούν στην υπόσταση των πολιτών ως φορέων δικαιωμάτων. Ιδιαίτερα δε όταν πρόκειται για τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα που σχετίζονται με τις δικαιϊκές σχέσεις μιας μεγάλης μερίδας συμπολιτών μας που ανήκουν στη μειονότητα. Εκεί το ζήτημα είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, καθώς το νομικό αποτελεί δυστυχώς πολλές φορές μια απλή έκφραση του πολιτικού και των εκάστοτε συσχετισμών.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος παρεμβαίνει και με τρόπο επιστημονικό επιχειρεί ν’ αναδείξει σε όλες του τις διαστάσεις το θέμα της ειδικής μεταχείρισης που υφίστανται οι συμπολίτες της μειονότητας όταν αναζητούν δικαστική προστασία για τις οικογενειακές και κληρονομικές σχέσεις τους. Ένα πρόβλημα όχι μόνο θεωρητικό, αλλά με πραγματικές επιπτώσεις στους καθημερινούς ανθρώπους. Πιστεύοντας ότι οι προβληματικές που σχετίζονται με τις μειονότητες μας αφορούν όλους μας, είτε ανήκουμε σ’ αυτές είτε όχι, πολύ δε περισσότερο ένα νομικό επιστημονικό φορέα καλέσαμε τέσσερις έγκριτους επιστήμονες, με ειδική γνώση κι ενασχόληση στο συγκεκριμένο ζήτημα».
Επιστολή του μουφτή Μ. Τζεμαλί
Ο κ. Πεταλωτής θέλησε να ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι το θέμα που επέλεξαν δεν έχει καμία σχέση με το πρόσωπο του μουφτή αλλά μόνο με τους θεσμούς και τη λειτουργία τους και ανέγνωσε μια επιστολή που απέστειλε ο μουφτής Κομοτηνής, κ. Μέτσο Τζεμαλί, η οποία έχει ως εξής.
«Κύριε πρόεδρε, έλαβα την πρόσκλησή σας για την εκδήλωση με θέμα ο μουφτής ως δικαστής. Το πάνελ των ομιλητών είναι όλοι άξιοι κι εξαίρετοι επιστήμονες. Με μια ένσταση αναρωτιέμαι ποια η σχέση όλων αυτών στο εξειδικευμένο θέμα του ισλαμικού οικογενειακού δικαίου. Νομίζω ότι δεν έχουν καμία σχέση. Σ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα τουλάχιστον θα περίμενα στο πάνελ των ομιλητών να υπήρχε τουλάχιστον ένα άτομο εξειδικευμένος θεολόγος του ισλαμικού οικογενειακού δικαίου, ώστε να γίνει μια σωστή παρουσίαση και να μη γίνει άσχετη και μονομερής ενημέρωση. Σεβόμενος το θεσμό που εκπροσωπώ, για τους παραπάνω λόγους που εξέθεσα, δε θα παραβρεθώ στην εκδήλωσή σας» αναφέρει ο κ. Τζεμαλί.
Επ’ αυτού ο κ. Πεταλωτής θέλησε να μεταφέρει το σεβασμό που αισθάνεται στο πρόσωπο του μουφτή Κομοτηνής, όπως και οι συνάδελφοί του δικηγόροι. «Όλοι όσοι ερχόμαστε σε επαφή με το μουφτή Κομοτηνής ασκώντας δικηγορία στο πρόσωπο του συγκεκριμένου μουφτή βρίσκουμε έναν εξαιρετικό συνεργάτη άριστα κατηρτισμένο».
Ν. Αλιβιζάτος: «Η Λοζάνη δεν επιβάλλει τη διατήρηση στη ζωή του νομικού αυτού «απολιθώματος»»
Τον προβληματισμό του περί της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων του ανθρώπου θέλησε να μεταφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Αλιβιζάτος, λέγοντας. «Πώς εν ονόματι της ιδιαιτερότητας ορισμένων ομάδων είναι ή όχι θεμιτό να κάμπεται; Πιστεύουμε στην οικουμενικότητα του πυρήνα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για παράδειγμα δε νοείται να γίνονται βασανιστήρια εν ονόματι οποιουδήποτε τοπικού ή άλλου εθίμου» ανέφερε ως παράδειγμα.
Ο κ. Αλιβιζάτος στάθηκε στο 1990 και στην επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη – μετά από τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς και κάτω από τη συνεχή πίεση ευρωπαϊκών οργανισμών – «να θέσει τέρμα στις πιο κραυγαλέες από τις αυθαίρετες διακρίσεις στις οποίες δημόσια διοίκηση, σώματα ασφαλείας, ένοπλες δυνάμεις αν όχι και η ίδια η δικαιοσύνη υπέβαλαν στα μέλη της μειονότητας της Θράκης επί δεκαετίες. Η βελτίωση ήταν θεαματική αλλά δε σημειώθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Μπορεί το διαβόητο άρθρο 19, χάρη και στον αείμνηστο Γιάννο Κρανιδιώτη, να καταργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και οι γνωστές μπάρες στις επαρχιακές οδού προς τα Πομακοχώρια ν’ αφαιρέθηκαν γύρω στο 2000, ωστόσο αρκετά είναι τα ζητήματα που παραμένουν».
Η εισήγηση του κ. Αλιβιζάτου στηρίχτηκε σε μια προσέγγιση των ελλειμμάτων που παρατηρούνται στη μειονότητα από την πλευρά της ισοπολιτείας και του αυτό- προσδιορισμού της, με αναφορές στα ατομικά, τα κοινωνικά και τα πολιτικά δικαιώματα των μελών της.
«Στα ατομικά δικαιώματα, θα κατέτασσα ως πρώτο έλλειμμα από πλευράς σπουδαιότητας την επί μακρόν άρνηση της ελληνικής πολιτείας ν’ αποδώσει την ελληνική ιθαγένεια στους μουσουλμάνους από τους οποίους την είχε αφαιρέσει με βάση το άρθρο 19 και οι οποίοι έχουν επιστρέψει στις εστίες τους στη Θράκη, όπου ζουν επί χρόνια ανενόχλητοι, συναλλάσσονται και φορολογούνται, χωρίς ωστόσο να διαθέτουν δελτία ταυτότητας». Χαιρέτισε την πρόσφατη απόδοση ιθαγένειας σε 40 μουσουλμάνους, αναφέροντας ότι είναι σημαντικό να δοθεί και στους υπόλοιπους 30 και προχώρησε στα κοινωνικά δικαιώματα.
«Εξίσου πολύ με τις αρχές του ελληνικού κράτους ευθύνονται και οι θρησκευτικοί ηγήτορες της μειονότητας. Πρόκειται για τις κραυγαλέες διακρίσεις εις βάρος των γυναικών, τις οποίες συνεπάγεται η άνευ εταίρου εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου στις σχέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου των μελών της μειονότητας επειδή τάχα το επιβάλλει η Συνθήκη της Λοζάννης. Τα θύματα της ανάλγητης αυτής πρακτικής – γυναίκες ως επί το πλείστον – χωρίς δικαίωμα διατροφής, τις οποίες μονομερώς κατ’ ουσίαν διεζεύτηκαν οι σύζυγοί τους ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες. Όπως δείχνει σε πρόσφατη μελέτη του ο συνάδελφος Γ. Κτιστάκις η Λοζάννη δεν επιβάλλει τη διατήρηση στη ζωή του νομικού αυτού απολιθώματος όταν η Τουρκία το έχει καταργήσει από το 1926.
Εάν οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις διστάζουν ν’ αναλάβουν τη σχετική πρωτοβουλία, καιρός είναι να το πράξουν οι δικαστές, εκτοπίζοντας ως αντίθετες προς την ελληνική δημόσια τάξη, την ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του Συντάγματος τις σχετικές προβλέψεις. Ακριβέστερα, δεν είναι προβλέψεις αλλά ερμηνείες του Κορανίου.
Ως τρίτο έλλειμμα θα ανέφερα την άρνηση στα μέλη της μειονότητας του δικαιώματος ν’ αναδεικνύουν τους θρησκευτικούς ηγέτες τους. Είναι βέβαιο ότι αυτό το δικαίωμα δεν το αναγνωρίζει ευθέως η Συνθήκη της Λοζάννης, το αναγνωρίζει εν τούτοις ως εγγενές δικαίωμα όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθ’ ερμηνεία του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.
Το ερμηνευτικό αυτό δεδικασμένο του Στρασβούργου– και αναφέρομαι κυρίως στην απόφαση Χασάν και Τσαούς κατά Βουλγαρίας κι όχι τόσο στις δικές μας αποφάσεις, δηλαδή στις αποφάσεις Σερήφ και Αγγά κατά Ελλάδος – που θίγουν το ειδικότερο ζήτημα των ποινικών κυρώσεων εναντίον όσων αντιποιούνται το λειτούργημα των αναγνωρισμένων μουφτήδων θ’ απασχολήσει αργά ή γρήγορα τις αρχές, οι οποίες δε θα μπορούν να επικαλούνται επί μακρώ ότι ο μουφτής σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη είναι και ιεροδίκης και ότι ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωτικό ν’ αναδεικνύεται από το ποίμνιό του, αφού στην Ελλάδα οι δικαστές δεν είναι αιρετοί.
Στο κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων άφησα τελευταίο το δικαίωμα ενώσεως που η προπέρσινη απόφαση του Αρείου Πάγου για τη διάλυση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης εκτόξευσε στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Το δικαίωμα ενώσεως δεν είναι συλλογικό, αλλά ατομικό.
Είναι, όπως αναφέρουν όλα τα συγγράμματα, ατομικό δικαίωμα συλλογικής δράσης. Με το δικαίωμα ενώσεως, κάθε πολίτης ατομικά έχει το δικαίωμα να δρα από κοινού με άλλους για την επιδίωξη ενός νόμιμου σκοπού. Η χρήση λοιπόν του επιθέτου «τουρκικός» στην επωνυμία ενός σωματείου αφορά στον ατομικό αυτοπροσδιορισμό των μελών του σωματείου κι όχι στον συλλογικό, τον οποίο προσδιορίζουν οι διατάξεις που το καταστατικό του σωματείου αφιερώνει στο σκοπό του. Είναι σα να λέμε Αδελφότητα Αχαιών. Εάν ο σκοπός του σωματείου είναι νόμιμος και δεν είναι η ένωσή μας, για παράδειγμα, με τη «μητέρα» Τουρκία – που θα ήταν οπωσδήποτε παράνομος ένας τέτοιος σκοπός – κατά το Ελληνικό Σύνταγμα δε μπορεί να διαλυθεί επειδή τα μέλη του αυτοπροσδιορίζονται.
Η αντίθετη εκδοχή θα κατέληγε στο παράλογο συμπέρασμα ένα φιλοβασιλικό σωματείο να μπορεί να διαλυθεί επειδή τα μέλη του αυτοπροσδιορίζονται ως βασιλόφρονες».
Ο κ. Αλιβιζάτος σημείωσε πως από το 1986 – οπότε πρωτοεκδόθηκε η πρώτη απόφαση για τη διάλυση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης- μέχρι σήμερα, οι τοπικές αρχές απέφυγαν να σφραγίσουν τα γραφεία του Σωματείου, σημειώνοντας ότι πιθανώς αναμένουν την ετυμηγορία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.
«Ύστερα από μελέτη των επίσημων και των ανεπίσημων προπαρασκευαστικών εργασιών της Συνθήκης της Λοζάννης, ο προσδιορισμός της μειονότητας της Θράκης ως μουσουλμανικής και όχι ως τουρκικής στη Συνθήκη, το Γενάρη του 1923, ήταν φυσιολογικός κι αναμενόμενος εάν λάβει κανείς υπόψη ότι η Τουρκική Δημοκρατία ιδρύθηκε ως κρατικό μόρφωμα 10 περίπου μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1923 και οι μουσουλμάνοι της Θράκης κάθε άλλο παρά ομοιογενείς ήταν εθνοτικά, όπως άλλωστε εξακολουθούν να μην είναι ούτε σήμερα. Πολύ περισσότερο που η ίδια αεροπαγητική απόφαση παρανόησε πλήρως το ερμηνευτικό δεδικασμένο του Στρασβούργου υπό το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο για τη διάλυση Σωματείου ή άλλης ένωσης απαιτεί τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων κι όχι απλώς υπόνοιες επικινδυνότητας.
Επομένως, το να συνάγει κανείς έλλειψη πατριωτισμού από μόνη τη διατύπωση κριτικής προς την ως άνω απόφαση, όπως έγινε τους τελευταίους μήνες, ισοδυναμεί νομικά με βάναυσο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, πολιτικά δε με κραυγαλέα υποκρισία».
Για τα κοινωνικά δικαιώματα των μελών της μειονότητας επιδοκίμασε την ποσόστωση για την εισαγωγή των παιδιών στο πανεπιστήμιο.
Αποδοκίμασε τη χορήγηση επιδόματος από την Εκκλησία της Ελλάδος προς τις χριστιανικές οικογένειες της Θράκης που αποκτούν τρίτο παιδί. «Στο μέτρο που η Εκκλησία της Ελλάδος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και οι λειτουργοί της μισθοδοτούνται από το ελληνικό δημόσιο, πιστεύω ότι η πρακτική αυτή προσβάλει την αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους. Εάν η Εκκλησία ήταν χωρισμένη από το Κράτος δε θα έβλεπα τίποτε το μεμπτό στη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος».
Ο κ. Αλιβιζάτος καυτηρίασε τους «απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς που ακούστηκαν μετά την αναγγελία της υποψηφιότητας της κ. Καραχασάν».
Σ. Ματθίας: «Η Σαρία δε συμβιβάζεται με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»
Ο κ. Ματθίας παρατήρησε ότι το ζήτημα του να δικάζει ο μουφτής παρουσιάζει δυο όψεις. «Το πρώτο είναι το αν το Δίκαιο που εφαρμόζει αντίκεινται ή όχι στα δικαιώματα του ανθρώπου. Δεύτερον, εάν κατά την ελληνική συνταγματική έννομη τάξη, ο μουφτής έχει τα προσόντα, τη νομική ικανότητα και μπορεί να εκδίδει δικαστικές αποφάσεις» θέμα με το οποίο ασχολήθηκε στην εισήγησή του.
Ανέφερε ποιοι μπορούν ν’ ασκούν δικαστικά έργα στην ελληνική συνταγματική έννομη τάξη και παρέπεμψε σε τρία άρθρα. «Το άρθρο 20, & 1 του Συντάγματος λέει ότι ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα δικαστικής προστασίας από τα δικαστήρια. Επομένως, προσδιορίζει ότι δικαίωμα δικαστικής προστασίας έχουν μόνο τα δικαστήρια. Το άρθρο 26, & 3 μιλάει για την κρατική εξουσία και αναφέρει ότι η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια. Επιβεβαιώνει ότι η δικαστική λειτουργία ανήκει στα δικαστήρια. Το άρθρο 87, & 1 λέει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από τα δικαστήρια».
Το τι είναι δικαστήριο και εάν μπορεί ο μουφτής να θεωρηθεί δικαστήριο ήταν το επόμενο ερώτημα στο οποίο απάντησε ο κ. Ματθίας, μέσα από τη σχετική νομοθεσία. «Δικαστήρια είναι εκείνα που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές. Επομένως, δικαστήριο είναι κάθε δικαιοδοτικό όργανο που συγκροτείται από τακτικούς δικαστές. Σύμφωνα με το άρθρο 88, & 1, οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με Π.Δ., σύμφωνα με νόμο ο οποίος ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους και είναι ισόβιος. Επομένως, το άρθρο λέει: πρώτον ότι για να είσαι δικαστής πρέπει να έχεις ορισμένα προσόντα, δεύτερον ότι πρέπει να υποβληθείς σε ορισμένη διαδικασία επιλογής και τρίτον ότι πρέπει να είσαι ισόβιος. Επιπλέον, παραπέμπει σ’ ένα νόμο, ο οποίος λέγεται Οργανισμός Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών. Εφόσον το Σύνταγμα παραπέμπει σ’ αυτό το νόμο, ο νόμος αποκτά συνταγματικό κύρος και προβλέπει ότι για να γίνεις δικαστής θα πρέπει να έχεις πτυχίο Νομικής, να κάνεις δικηγορική άσκηση, να υποβληθείς στη δοκιμασία της επιλογής, δηλαδή στο δημόσιο διαγωνισμό που γίνεται για να επιτύχει κανείς ως δικαστής, να οριστείς ως ισόβιος δικαστής» είπε μεταξύ άλλων ο κ. Ματθίας.
Εξήγησε ότι η Σαρία δε συμβιβάζεται με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κι επανέλαβε ότι ο μουφτής δεν έχει δικαστική αρμοδιότητα, επομένως οι αποφάσεις που εκδίδει είναι ανυπόστατες. «Δεν έχουν κανένα κύρος επειδή ο μουφτής δεν έχει εξουσία να δικάζει. Η έλλειψη αυτή στο πρόσωπο του μουφτή – που είναι σεβαστός ως θρησκευτικός ηγέτης – δε θεραπεύεται με την κήρυξη εκτελεστέων των αποφάσεών του από το Μονομελές Πρωτοδικείο, γιατί δεν αναδικάζει την υπόθεση και δεν έχει εξουσία να υπεισέλθει στο νομικό μέρος της διαφοράς που απασχόλησε το μουφτή. Η απόφαση είναι του μουφτή και δεν την ισχυροποιεί η εκ των υστέρων επέμβαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου».
Αναφερόμενος στις διεθνείς συμβάσεις (όπως είναι οι ελληνοτουρκικές) ο κ. Ματθίας διευκρίνισε ότι «το Ελληνικό Σύνταγμα επικρατεί των διεθνών συμβάσεων, με δεδομένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 οι διεθνείς συμβάσεις έχουν υπερνομοθετική θέση αλλά είναι κατώτερες του Συντάγματος. Επομένως, εάν υπήρχαν εν ζωή τέτοιες διεθνείς συμβάσεις αντίκεινται στο Σύνταγμα, άρα υποχωρούν. Αναφορικά με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, το άρθρο 53 έχει μια ειδική ρύθμιση ότι οι ειδικές διεθνείς συμβάσεις είναι έγκυρες, επικρατούν και επιβιώνουν δηλαδή διατηρούνται μόνο αν κι εφόσον είναι ευνοϊκότερες για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ δεν είναι γιατί η μεν Ευρωπαϊκή Σύμβαση προβλέπει ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας ασκείται υπό ανεξαρτήτων δικαστηρίων και προφανώς είναι κατά πολύ αποτελεσματικότερη από την εξουσία του μουφτή, του οποίου η νομική παιδεία είναι κατά πολύ μικρότερη» ανέφερε μεταξύ άλλων.
Κατέληξε, λέγοντας ότι η Σαρία και η άσκηση δικαστικού έργου από το μουφτή συνιστά έναν αναχρονισμό και «καταδικάζει τη θρησκευτική μειονότητα της Δυτικής Θράκης σε στέρηση της πραγματικής δικαστικής προστασίας, με εγγυήσεις ενός σύγχρονου δικαιοδοτικού συστήματος. Την καταδικάζει σε μια δικαστική γκετοποίηση για την οποία είναι υπεύθυνα και τα ελληνικά δικαστήρια».
Γ. Κτιστάκις: «Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εφαρμόζει ως τμήμα του Δικαίου της κάποιο ιερό βιβλίο»
Ο κ. Κτιστάκις έχει ασχοληθεί επισταμένα με το θέμα κι έχει γράψει το βιβλίο «Ιερός νόμος του ισλάμ και μουσουλμάνοι έλληνες πολίτες. Μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού» (από τις εκδόσεις Σάκκουλα).
Ο κ. Κτιστάκις έχει κάνει μια έρευνα σε όλες τις αποφάσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας σ’ όλες τις μουφτείες της Θράκης. Ο κ. Κτιστάκις ως απόφοιτος και καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, γνωρίζει την περιοχή κι έχει ασχοληθεί με τα δικαιώματα του ανθρώπου. «Θεώρησα ότι θα πρέπει πρώτα να μιλήσω γι’ αυτό το ζήτημα των δικαιωμάτων του ανθρώπου που υπάρχει αυτή τη στιγμή με το μουφτή στη Θράκη» μετέφερε στον ΠτΘ, εξηγώντας ότι η έρευνα κινείται σε νομικό επίπεδο. Έχει ψάξει 2.700 αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από το μουφτή Ξάνθης, το μουφτή Κομοτηνής και τον τοποτηρητή Διδυμοτείχου την τελευταία δεκαπενταετία. «Μέσα από αυτές τις αποφάσεις, οι οποίες είναι οικογενειακού δικαίου, διαμόρφωσα εικόνα της κοινωνίας, για ποιους λόγους παντρεύονται οι άνθρωποι νωρίς, για ποιους λόγους χωρίζουν, για ποιους λόγους δεν παίρνει η γυναίκα την επιμέλεια των παιδιών. Δε μπόρεσα να μπω σε σπίτια με τον τρόπο που θα έμπαινε ένας κοινωνιολόγος, αλλά αυτή δεν είναι η επιστήμη μου και δε θέλω να υπεισέλθω σε άλλες επιστήμες».
Ο κ. Κτιστάκις έχει καταλήξει σ’ ένα βασικό συμπέρασμα. «Αποτελεί πρόβλημα για να μην πω ντροπή για την Ελλάδα να είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει αναθέσει δικαστικά καθήκοντα σ’ ένα αξιωματούχο μιας θρησκείας. Κανένας καρδινάλιος, κανένας μητροπολίτης, κανένας μουφτής σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει δικαστικά καθήκοντα. Επίσης, καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εφαρμόζει ως τμήμα του Δικαίου της κάποιο ιερό βιβλίο, όπως το Κοράνι που εφαρμόζουμε εμείς. Ούτε η Αγία Γραφή, ούτε κανένα άλλο κείμενο εφαρμόζονται ως τμήμα του Δικαίου σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα» ανέφερε.
Ο κ. Κτιστάκις προχώρησε σε κάποιες παρατηρήσεις επί των αποφάσεων που έχει ερευνήσει. «Μουσουλμάνοι παντρεύουν πριν ενηλικιωθούν τις κόρες τους, ο μουφτής δεν ερευνά ποτέ εάν οι ίδιες επιθυμούν το γάμο, επικυρώνει τους γάμους, πολλοί εκ των οποίων συνάπτονται δια αντιπροσώπων, τον παππού, το θείο, τον αδελφό.
Στη συνέχεια, τις χωρίζουν μονομερώς και αναιτιολόγητα με αποφάσεις του μουφτή χωρίς να τις ακούσει, χωρίς να πουν τη γνώμη τους. Ο μουφτής δεν επιδικάζει ποτέ διατροφή για τη διαζευγμένη σύζυγο πέραν του τριμήνου από τη λύση του γάμου. Εάν δεν προκύψει εξ αδιαθέτου κληρονομιά ή ισλαμική διαθήκη ρητώς οι θυγατέρες λαμβάνουν το μισό μερίδιο από τον υιό που κληρονομεί.
Όταν οι γονείς χωρίζουν – τα διαζύγια των μουσουλμάνων της Θράκης είναι έξι φορές υψηλότερα από τα διαζύγια των μη μουσουλμάνων – η επιμέλεια των παιδιών ανατίθεται με βάση την ηλικία. Τα αγόρια μέχρι έξι ετών μένουν με τη μητέρα και στη συνέχεια η επιμέλεια ανατίθεται στον πατέρα, τα κορίτσια μέχρι οκτώ μένουν με τη μητέρα και στη συνέχεια ανατίθεται η επιμέλεια στον πατέρα».
Σημείωσε ότι «δεν είναι ο κακός μουφτής που κάνει τη Σαρία ένα κακό κείμενο, αλλά ο ιερός νόμος του ισλάμ που βρίσκεται σε αντίθεση με τα θεμελιώδη δικαιώματα όσων ζουν στην ελληνική επικράτεια».
Ο κ. Κτιστάκις θέλησε να σημειώσει ότι η Σαρία στις αραβικές χώρες έχει γραπτή μορφή αλλά όχι στη Θράκη και κανείς δε μπορεί να ελέγξει την εφαρμογή του ιερού νόμου. «Ο μόνος φραγμός των λαθών, παραλείψεων του μουφτή είναι η ευσέβειά του».
Κ. Τσιτσελίκης: «Δεν υπάρχει πολιτική βούληση να λυθεί το θέμα»
Ο κ. Τσιτσελίκης, στην αρχή της ομιλίας του έκανε διάκριση μεταξύ της διαπολιτισμικότητας και της πολυπολιτισμικότητας, λέγοντας ότι η πρώτη αφορά στη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών με αμοιβαίο σεβασμό, ενώ η δεύτερη μια ρηχή παράλληλη συνύπαρξη στην οποία συνήθως ασκούνται ηγεμονικές αρχές. Έθεσε το ερώτημα εάν «μπορούμε να ζούμε σε μια κοινωνία πολυδικαιϊκή με δύο παράλληλα νομικά συστήματα». Επανέλαβε ότι είναι μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη η ισχύς ενός τμήματος του ισλαμικού δικαίου κι έθεσε το ερώτημα γιατί εφαρμόζεται. Παρέπεμψε στο 1881, με την επέκταση της Ελλάδας στη Θεσσαλία και την ενσωμάτωση των μουσουλμάνων. «Οι Καδήδες της εποχής αντικαθίστανται από τους Μουφτήδες. Είναι μια πρωτοτυπία στο μουσουλμανικό κόσμο, όπου ο μουφτής από εκεί που ήταν ο γνωμοδοτών στις υποθέσεις ενός ιερού δικαστηρίου γίνεται δικαστής.
Το παράδειγμα αυτό ακολούθησαν, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη, εκεί που υπήρχαν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Παρόμοιες ρυθμίσεις εισαγωγής του συγκεκριμένου τμήματος της Σαρία ως παράλληλο δίκαιο είχαμε και στη Βουλγαρία και στη Βοσνία και στην Ελλάδα. Η δεκαετία 1913 – 1923, όπου βιώναμε θα λέγαμε το «χρυσό αιώνα του ελληνικού ισλάμ» έχουμε ένα μεγάλο πληθυσμό, πολλές οργανωμένες κοινότητες μ’ αυτοδιοίκηση, σχολεία, ιερά δικαστήρια, κοινότητες ως ξεχωριστά νομικά πρόσωπα είναι άμεσο αποτέλεσμα της οθωμανικής οργάνωσης κράτους, όπου τα νέα ελληνικά κράτη θεωρούν σαν φυσιολογική εξέλιξή τους να το κρατήσουν.
Την εποχή εκείνη, οι μουσουλμάνοι και οι εβραίοι διατηρούν δικά τους δικαστήρια και κοινοτική οργάνωση».
Ο κ. Τσιτσελίκης σημείωσε ότι η Συνθήκη των Αθηνών θεσπίστηκε λίγο πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών. «Υπάρχουν αποφάσεις της διοίκησης της Θράκης που λένε ότι ο νόμος του 1920 δεν ισχύει, γιατί δεν ήξεραν τι θα κάνουν με τη Θράκη».
Για τον περίφημο νόμο περί μουφτή, ανέφερε ότι υπήρχαν πολλά σχέδια και πριν το 1920 και ειδικά όταν ο Βενιζέλος συστήνει την επιθεώρηση μειονοτήτων. «Τη συζήτηση που κάνουμε σήμερα την έχω διαβάσει σε πρακτικά συνομιλιών της εποχής εκείνης. Το ερώτημα είναι γιατί δεν έχει λυθεί το θέμα.
Η απάντηση είναι ότι το θέμα του μουφτή είναι πολιτικό, γιατί ο μουφτής ενδύθηκε πολιτικής εξουσίας κι όχι θρησκευτικού αρχηγού. Στην Τουρκία καταργήθηκαν τα θρησκευτικά δικαστήρια το 1926 τηλεγραφικά στις τρεις μεγάλες κοινότητες, την ελληνορθόδοξη, την αρμένικη και την εβραϊκή και κυρίως αντέδρασε η ελληνική κοινότητα, αλλά δε μπόρεσε να το αλλάξει και καταργήθηκαν».
Ανέφερε ότι ο νόμος του 1920 για εκλογή ή διορισμό μουφτή δεν ίσχυσε ποτέ γιατί «η ελίτ της μειονότητας, η ολιγαρχία των 3- 4 βουλευτών μαζί με τα μέλη του συμβουλίου της μουσουλμανικής κοινότητας της Κομοτηνής και της Ξάνθης ουσιαστικά συναινούσαν στο πρόσωπο του μουφτή όπως και οι ελληνικές αρχές».
Στη συνέχεια, είπε ότι ο μουφτής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αντιπαλότητα που υπήρξε τις δεκαετίες 50, 60 και 70 μεταξύ μουσουλμάνων, παλαιομουσουλμάνων και νεωτεριστών κεμαλιστών, αλλά πρόσθεσε ότι οι τότε δικαιοδοσίες του μουφτή δεν αφορούν κανένα. Το ερώτημα ξαναμπήκε στο τραπέζι με το θάνατο της τρίτης γενιάς μουφτήδων, μετά το 1985. «Η αλλαγή της πολιτικής Οζάλ στην Τουρκία – έχουμε μια σύμπλευσή κεμαλισμού και ισλάμ – αντανακλάται και στη Θράκη. Για πρώτη φορά το ισλάμ ενδύεται τουρκική εθνική ιδεολογία, άρα υπάρχει ένας τελείως διαφορετικός συσχετισμός των δυνάμεων γύρω από το πρόσωπο του μουφτή. Ο ανταγωνισμός αυτός εκφράζεται με το ότι δεν τα βρίσκουν Ελλάδα και Τουρκία στο πρόσωπο του μουφτή».
Ο Κώστας Τσιτσελίκης τόνισε ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση να λυθεί το θέμα γιατί «αποτελεί μέρος από άλλα βαρίδια, τα βακούφια, θέμα τεράστιο γιατί υπάρχει και οικονομικό ζήτημα, τα σχολεία και οι κοινότητες, θέμα που έχει πλέον κλείσει. Τα υπόλοιπα βαρίδια είναι ανοιχτά, το θέμα των βακουφίων δεν έχει λυθεί. Ακούσαμε από την υπουργό Εξωτερικών ότι θα υπάρξει ένας νόμος που θα επιτρέψει τις εκλογές».
Μπορεί το ελληνικό νομικό σύστημα να ανεχτεί ένα παράλληλο δικαιϊκό σύστημα, ήταν το ερώτημα που επανέλαβε, για να εξηγήσει ότι ο μουφτής ως δικαστής θα πρέπει να πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, ενώ πρόσθεσε ότι είναι σημαντική η απουσία του β΄ βαθμού δικαιοδοσίας.
Περί υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του μουφτή σχολίασε ότι είναι πολύ προβληματική κι έκανε λόγο για συντρέχουσα αρμοδιότητα, «να είναι δικαίωμα του μουσουλμάνου να επιλέξει εάν θα πάει στη μια ή την άλλη δικαστική αρχή. Αυτό που θα έβλεπα σαν πρώτο βήμα είναι ότι εάν εξελιχθούν οι κανόνες του ισλαμικού δικαίου, αυτό θα πρέπει να δίνει το δικαίωμα στους διαδίκους να διαλέξουν τον έναν ή τον άλλο δικαστή. Θα έπρεπε επίσης η τοπική αρμοδιότητα να επεκταθεί.
Έχουμε πολλές περιπτώσεις μουσουλμάνων που ζουν στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή αλλού όπως και αλλοδαπούς μεικτούς γάμους μεταξύ μουσουλμάνων ελλήνων πολιτών και αλλοδαπών. Έχουμε παράδειγμα μουσουλμάνων που παντρεύτηκαν στην Αθήνα – ένας Αιγύπτιος και μια μουσουλμάνα της Θράκης – και δε μπορούν να χωρίσουν. Όλα αυτά είναι ένα πρώτο βήμα εξομάλυνσης του τοπικού δικαίου. Θα με ενδιέφερε να υπάρχει μια συζήτηση μέσα από την ίδια τη μειονότητα, με αιτήματα από τους ανθρώπους – ειδικά τις γυναίκες – τα δικαιώματα των οποίων θίγονται, ψαλιδίζονται με τρόπο απαράδεκτο». Κατανόηση ότι για τη γυναίκα από τη μειονότητα που θα επιλέξει τον έλληνα δικαστή από το μουφτή αυτό σημαίνει στιγματισμό, αλλά έδωσε έμφαση στο να γίνει διάλογος, να συζητήσουν οι θεολόγοι για την εξέλιξη των κανόνων του ισλάμ.
Έκλεισε, ο κ. Τσιτσελίκης, την εισήγησή του, με μια εικόνα. «Παρομοιάζω τους θεσμούς της μειονότητας σαν ένα μπονσάι, το οποίο οι δυο κηπουροί που το φροντίζουν το έχουν κλαδέψει τόσο πολύ εδώ και 80 χρόνια που δεν το αφήνουν ποτέ ν’ ανθίσει».
Ι. Αχμέτ: «Να έχουμε ένα δικαστή που θα λέγεται ιεροδίκης, θα έχει όλα τα προσόντα του δικαστή, δηλαδή θα είναι απόφοιτος Νομικής Σχολής, αραβικών σχολών και θα διορίζεται»
Ο βουλευτής της ΝΔ Ιλχάν Αχμέτ θέλησε να τοποθετηθεί αμέσως μετά την τοποθέτηση του κ. Τσιτσελίκη, απευθύνοντας στον κ. Πεταλωτή ότι η διοργάνωση σηματοδοτεί μια σημαντική μέρα. Ξεκαθάρισε ότι δεν τοποθετείται τόσο με την ιδιότητα του πολιτικού όσο με του νομικού, εκφράζοντας ότι θέλει «το λουλούδι ν’ ανθίσει, να δώσει φύλλα» και πέρασε σε παρατηρήσεις. Τόνισε ότι «το θέμα του μουφτή είναι πολιτικό» και συνέχισε. «Τα κράτη μετά το 1923 προσπαθούσαν να επιβιώσουν, με μια Τουρκία που πέρασε σ’ ένα κοσμικό κράτος, ήθελε στην αρχή να καταργήσει τα ιεροδικεία, αλλά από την άλλη «ερέθισε» το έθνος – κράτος που δημιουργήθηκε μετά το 1920, αυτή η αυτονομία, η ιδιαιτερότητα, η αυτοδιοίκηση που υπάρχει στη μουφτεία και στα βακούφια που είναι παγκόσμια πρωτοτυπία.
Από την άλλη, το ελληνικό κράτος ήθελε να τονίσει ότι η μειονότητα είναι μουσουλμανική, δηλαδή θρησκευτική, γι’ αυτό και προσπαθούσε να διατηρήσει τα ιεροδικεία, πιστεύοντας ότι μπορούσε να αποκρούσει το κεμαλικό έθνος – κράτος.
Σήμερα, βλέπουμε ότι τα πράγματα αλλάζουν.
Το θεμελιώδες ατομικό μειονοτικό δικαίωμα έχει δυο στοιχεία: πρώτον, τη θετική διάκριση. Οι μειονότητες πρέπει μέσα στο πλαίσιο του κράτους να έχουν και μια αντιμετώπιση πέρα από την ισονομία και την ισοπολιτεία. Αυτή αφορά τις εθνικές, τις θρησκευτικές, τις γλωσσικές μειονότητες, ακόμη και τα φύλα.
Το δεύτερο είναι το δικαίωμα επιλογής, δηλαδή να επιλέγει κάποιος να είναι μέλος μιας ομάδας μειονότητας. Ο μουφτής έχει μια διττή θέση, από τη μία δικαστής, από την άλλη θρησκευτικός ηγέτης κι αυτή η διττή φύση δημιουργεί πρόβλημα.
Συμφωνώ με όλους τους ομιλητές, με τις προϋποθέσεις ενός δικαστή, τις οποίες δεν πληροί, όπως συμφωνώ ότι παραβιάζεται το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης μια και ο μουφτής δεν εκλέγεται από το λαό. Άρα, έχουμε πρόβλημα».
Ο κ. Αχμέτ προχώρησε, στη συνέχεια, σε μια συγκεκριμένη πρόταση που την είχε καταθέσει πριν τρία χρόνια για πρώτη φορά. «Έχουμε μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Γιατί να την εξαφανίσουμε; είμαστε ένα μοντέλο, το οποίο δείχνουμε ότι μπορεί μέσα σ’ ένα ορθόδοξο κράτος ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση να υπάρξει ο πολυπολιτισμός, μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές γνώμες.
Είναι ένα μοντέλο για να παραδειγματίσουμε ίσως κι άλλες μουσουλμανικές χώρες στην Ευρώπη. Προτείνω το διαχωρισμό των δυο αυτών πραγμάτων: να έχουμε ένα δικαστή που θα λέγεται ιεροδίκης, θα προεδρεύει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, θα έχει και μια ωραία αίθουσα, θα υπάρχει κωδικοποίηση, θα έχει όλα τα προσόντα του δικαστή, δηλαδή θα είναι απόφοιτος Νομικής Σχολής, αραβικών σχολών, θα διορίζεται.
Ο μουφτής θα τηρεί μόνο θρησκευτικά καθήκοντα και θα μπορεί να εκλέγεται από τη μειονότητα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούμε δυο πράγματα: πρώτον σεβόμαστε την επιλογή αυτού που δηλώνει ότι είναι μέλος της μειονότητας και επιθυμεί μια θετική διάκριση, να δικαστεί ενώπιον ιεροδίκη. Αυτό όμως θα είναι δικαίωμα επιλογής και δε θα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, όπως έχει ο μουφτής».
Σε ερώτηση του κ. Αλιβιζάτου για το πώς θα γίνουν όλα αυτά ο Ιλχάν Αχμέτ απάντησε με νομοθετική ρύθμιση. Συνέχισε, λέγοντας ότι ο εκλεγμένος μουφτής θα περιοριστεί στο ρόλο του θρησκευτικού ηγέτη. «Εάν βέβαια η μειονότητα αποφασίσει ότι δε θέλει τα ιεροδικεία, με γεια της με χαρά της. Το θέμα είναι ποιος νομιμοποιείται να πει ότι η μειονότητα αποφάσισε και δε θέλει τα ιεροδικεία» είπε.
Ακολούθησε συζήτηση, σε ιδιαίτερα θερμούς τόνους.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
