Το αποτελεσμα των γερμανικων εκλογων δειχνει την οπισθοχωρηση του νεοφιλελευθερισμου στην Ευρωπη

Στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης που θα επιτρέψει τη Γερμανία να βγει από την πολιτική κρίση μετά την εκλογική αναμέτρηση της περασμένης Κυριακής βρίσκονται τα κόμματα της χώρας. Η ήττα των χριστιανοδημοκρατών της Αγγέλας Μέρκελ αλλά και της σοσιαλδημοκρατίας του Γκέρχαρντ Σρέντερ πήρε τεράστιες διαστάσεις. Τις δύο τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα βρίσκεται το σενάριο μετεκλογικής συμμαχίας μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Πόσο όμως εφικτή είναι μία τέτοια συνεργασία και με ποιους όρους; Για το θέμα αυτό και γενικότερα για τις γερμανικές εκλογές ο ΠτΘ συζητά σήμερα με την Επίκουρο Καθηγήτρια Νομικής του Αριστοτελείου κ. Ιφιγένεια Καμτσίδου. Η κ. Καμτσίδου εκφράζει την άποψη ότι το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών δείχνει την αδυναμία του νεοφιλελευθερισμού να αποκτήσει απήχηση στο παραδοσιακό ευρωπαϊκό πρότυπο του κοινωνικού κράτους. Δεν αποκλείει δε το ενδεχόμενο επανάληψής τους, εφόσον το δίκαιο της Γερμανίας δίνει τη δυνατότητα αυτή…

ΠτΘ: κ. Καμτσίδου, ξεκινώντας θα ήθελα ένα γενικότερο σχόλιο για τις εκλογές που διεξήχθησαν στη Γερμανία την προηγούμενη Κυριακή…

Ι.Κ.: Θεωρώ ότι οι γερμανικές εκλογές εκφράζουν την αμηχανία των Ευρωπαίων πολιτών απέναντι στην αδυναμία αντιμετώπισης κρίσιμων ζητημάτων, όπως είναι αυτό της ανεργίας, της μετακίνησης του εργαζόμενου πληθυσμού, αλλά και την ταυτόχρονη διάθεσή τους να υπερασπιστούν το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο από μία σκληρή φιλελεύθερη πρόταση, όπως αυτή της χριστιανοδημοκρατίας.

ΠτΘ: Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι γερμανικές εκλογές έχουν σαν κύριο στοιχείο την οπισθοχώρηση του νεοφιλελευθερισμού, ότι αποτελούν αντίδραση της Ευρωπαϊκής παράδοσης απέναντί του;

Ι.Κ.: Το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών δείχνει την αδυναμία του νεοφιλελευθερισμού να αποκτήσει απήχηση στο εσωτερικό του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κράτη, στοιχείο της λειτουργίας των οποίων είναι ο σεβασμός της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης, η λειτουργία κοινωνικού κράτους και η προσπάθεια προστασίας των πολιτών του από διάφορους κοινωνικούς κινδύνους.

ΠτΘ: Είναι γνωστό κ. Καμτσίδου ότι η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε περίοδο κρίσης. Μία μακροχρόνια πολιτική κρίση στη Γερμανία πόσο την επηρεάζει;

Ι.Κ.: Οπωσδήποτε οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, που είναι ένα κομμάτι της ατμομηχανής της Ευρώπης, θα έχουν αντίκτυπο προς την Ε.Ε. Θα έλεγα όμως ότι είναι πρόωρο να μιλούμε για κρίση στη Γερμανία. Απλώς με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοινοβουλευτική σύνθεση, η οποία δεν εξασφαλίζει κυβέρνηση απόλυτης εξουσίας, που σημαίνει ότι δεν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση στη Γερμανία. Βέβαια, υπάρχει το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί μετά από τις εκλογές που θα έχουμε στη Δρέσδη, όπου δεν έχει γίνει η εκλογική αναμέτρηση, και μόνο στην περίπτωση που θα κερδίσουν και τις τρεις έδρες οι χριστιανοδημοκράτες, πράγμα που μου φαίνεται δύσκολο. Από την άλλη υπάρχει πάντοτε το εναλλακτικό σενάριο, το σχετικώς πλειοψηφών κόμμα να μην είναι αυτό που θα σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά το δεύτερο κόμμα, εάν κατορθώσει να συγκροτήσει με εταίρους κοινοβουλευτικούς ένα κυβερνητικό πρόγραμμα. Φαίνεται ότι οι σοσιαλδημοκράτες διαθέτουν δύο σημαντικούς κοινοβουλευτικούς εταίρους, το κόμμα της Αριστεράς και τους Πράσινους και βέβαια υπάρχει πάντοτε και το ενδεχόμενο του μεγάλου λεγόμενου Συνασπισμού, που σύμφωνα με μια πρόσφατη χθεσινή δημοσκόπηση, φαίνεται να προκρίνεται από τη γερμανική κοινή γνώμη.

ΠτΘ: Πόσο ορατός είναι ένας συνασπισμός μεταξύ των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων κ. Καμτσίδου;

Ι.Κ.: Αν κρίνουμε με βάση την προεκλογική εκστρατεία μου φαίνεται αρκετά δύσκολος ο μεγάλος συνασπισμός. Διότι οι βασικές θέσεις της χριστιανοδημοκρατίας και της σοσιαλδημοκρατίας δύσκολα συμπίπτουν. Η κ. Μέρκελ προώθησε ένα σχέδιο διακυβέρνησης της χώρας που προσομοιάζει ιδιαίτερα στο αγγλοσαξονικό μοντέλο, ενώ αντίθετα ο απερχόμενος καγκελάριος υποστήριξε ένα πρόγραμμα που τείνει να διαφυλάξει τις βασικές, έστω, παραμέτρους του κοινωνικού κράτους, του κοινωνικού μοντέλου. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Γερμανία έχει παράδοση μεγάλων συνασπισμών. Αυτό σημαίνει ότι τα δύο κόμματα κάνουν υποχωρήσεις και αν αναζητήσουν συναινέσεις στις θεμελιώδεις επιλογές, δεν είναι απίθανος ένας μεγάλος συνασπισμός. Αλλά αυτό προϋποθέτει δουλειά και φυσικά αμοιβαίες υποχωρήσεις.

ΠτΘ: Ένα επίσης χαρακτηριστικό των γερμανικών εκλογών είναι η άνοδος της αριστεράς. Πώς την κρίνετε;

Ι.Κ.: Την κρίνω θετική και θα σας εξηγήσω τους λόγους αυτής της θέσης μου. Την κρίνω θετική κατ’ αρχήν ως ευρωπαία. Η αριστερά ανασυγκροτείται στην Ευρώπη και το γερμανικό κόμμα αποτελεί μοχλό για τη συγκρότηση της ευρωπαϊκής αριστεράς. Το δε κόμμα της ευρωπαϊκής αριστεράς στο ευρωκοινοβούλιο είναι αυτό που επεξεργάζεται προτάσεις για μια δημοκρατική και κοινωνική Ευρώπη. Έτσι λοιπόν είναι θετικό για όλους εμάς, ως ευρωπαίους, γιατί είμαστε και λεγόμαστε ευρωπαίοι, το γεγονός ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες λειτουργίας του ευρωπαϊκού κόμματος της αριστεράς φαίνεται να αποκτά απήχηση, φαίνεται μάλιστα να παραμερίζει και τους πράσινους οι οποίοι συμμετείχαν μέχρι πρόσφατα στη κυβέρνηση και είχαν διαφορετική πρόσβαση και στα ΜΜΕ αλλά και είχαν μια μεγάλη παράδοση. Δεύτερο, μου φαίνεται επίσης θετικό για τη γερμανική κοινωνία. Ο καγκελάριος Σρέντερ όπως είπαμε, προσπάθησε να διαφυλάξει βασικά στοιχεία του κοινωνικού κράτους. Αλλά είχε κάνει και μεταρρυθμίσεις οι οποίες πλήγωναν τη γερμανική παράδοση στον τομέα αυτό. Φαίνεται λοιπόν ότι η κοινωνία η γερμανική αξιολόγησε αυτές τις μεταρρυθμίσεις και έδωσε ένα μήνυμα και στον καγκελάριο Σρέντερ.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι μπορεί να ξαναγίνουν οι εκλογές;

Ι.Κ.: Είναι ένα ενδεχόμενο που δεν αποκλείεται. Πρέπει να θυμηθούμε ότι το ισχύον σύνταγμα της Γερμανίας που συντάσσεται αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περιλαμβάνει ρυθμίσεις που έχουν επηρεαστεί σημαντικά από τη γερμανική ιστορία του μεσοπολέμου. Η Γερμανία στο μεσοπόλεμο γνώρισε την άνοδο του Ναζισμού που κατέλαβε την εξουσία όχι με πραξικόπημα αλλά με κοινοβουλευτικό τρόπο. Ορισμένοι απέδωσαν αυτή τη δυνατότητα του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος να καταλάβει την εξουσία στην κυβερνητική αστάθεια που είχε χαρακτηρίσει τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Για αυτό το λόγο ο γερμανός συντακτικός νομοθέτης της Βόννης, του ισχύοντος δηλαδή συντάγματος, περιέλαβε ρυθμίσεις που θέλουν να αποτρέψουν την κυβερνητική αστάθεια. Έτσι αναγνώρισε στον πρόεδρο της χώρας τη δυνατότητα εάν μετά από τρεις ψηφοφορίες το Bundesland δεν αναδείξει καγκελάριο να διαλύσει τη βουλή. Αυτό είναι ένα ενδεχόμενο, αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι το πιο ασθενικό. Και το λέω αυτό γιατί οι σοσιαλδημοκράτες έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να συνάψουν συμμαχία με τους πράσινους και να διεκδικήσουν σ’ αυτές τις ψηφοφορίες που προβλέπει το σύνταγμα την ανοχή της αριστεράς. Δηλαδή, να μην τους καταψηφίσει η αριστερά, αλλά να τους εξασφαλίσει τη δυνατότητα να σχηματίσουν κυβέρνηση, έστω όχι απόλυτης πλειοψηφίας, προκειμένου να γίνει σεβαστή και η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος, το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε δεν έδωσε νίκη στους σοσιαλδημοκράτες. Μείωσε βέβαια τη δύναμη των σοσιαλδημοκρατών αλλά συνολικά διεγράφη μία τάση η οποία ενισχύει τα κόμματα του Κέντρου και προς τα Αριστερά.

ΠτΘ: Ανεξάρτητα με το ποιος θα είναι καγκελάριος στη Γερμανία κ. Καμτσίδου, πιστεύετε ότι θα συνεχίζει να «παίζει» το παιχνίδι του γαλλογερμανικού άξονα;

Ι.Κ.: Ναι, αυτό είναι ένα στοιχείο που υπήρξε σταθερό μέχρι πρόσφατα στη γερμανική πολιτική οποιοδήποτε κόμμα κι αν ήταν στην εξουσία. Βέβαια η κ. Μέρκελ, ακριβώς επειδή οι πολιτικές της απόψεις είναι εξαιρετικά φιλελεύθερες, φάνηκε να προσανατολίζεται περισσότερο από τους βρετανούς. Μάλιστα πολλοί είναι οι αναλυτές οι οποίοι ισχυρίζονται, ότι, η επιθετική στάση του κ. Μπλερ, όταν ανέλαβε την εξουσία της Ε.Ε και ζητούσε με ένα αυτοκρατορικό τρόπο να επιβάλλει το δικό του μοντέλο, το αγγλοσαξονικό, για την οργάνωση της Ε.Ε, οφειλόταν στο γεγονός ότι αναμενόταν η διενέργεια των γερμανικών εκλογών και διαφαινόταν η νίκη των χριστιανοδημοκρατικών. Πίστευε λοιπόν ότι η κ. Μέρκελ θα είναι ένα καλό στήριγμα γι’ αυτόν για την προώθηση του δικού του μοντέλου πολιτικής οργάνωσης. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι και στο εσωτερικό της χριστιανοδημοκρατίας υπάρχουν σημαντικά στελέχη, που είναι προσανατολισμένα στο μοντέλο διαχείρισης των ευρωπαϊκών υποθέσεων το ευρωπαϊκό, το ποιοτικό. Και νομίζω ότι μετά από αυτή τη συντριπτική ήττα οι χριστιανοδημοκράτες θα προσλάβουν το μήνυμα αυτό και θα αναθεωρήσουν την προσήλωσή τους στο βρετανικό μοντέλο.

ΠτΘ: Πώς επηρεάζει το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών τις διαδικασίες για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.;

Ι.Κ.: Νομίζω ότι ήδη περνάει ένα πρώτο μήνυμα. Η κάθετη αντίθεση της κ. Μέρκελ προς την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν απέδωσε. Αυτό σημαίνει ότι οι γερμανοί πολίτες σκέφτονται ενδεχομένως πως μια ειδική σχέση με την Τουρκία θα απονείμει στη γείτονά μας πολλά προνόμια, χωρίς να οδηγήσει ούτε στην ανάληψη εκ μέρους της υποχρεώσεων που επιβάλει μία εταιρική σχέση, όπως έχουμε εμείς με τους υπόλοιπους εταίρους μας, αλλά ούτε και στην όσμωση της τούρκικης δημοκρατίας με τις ευρωπαϊκές αξίες. Η κ. Μέρκελ πρότεινε αυτή την ειδική σχέση παραγνωρίζοντας ότι μια τέτοια σχέση δε θα υποχρεώσει, με την καλή έννοια του όρου, τους τούρκους πολίτες και την τουρκική πολιτική ηγεσία να ζυμωθούν με το ευρωπαϊκό – δημοκρατικό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης, να αφομοιώσουν πολύ περισσότερο τις αρχές του κράτους δικαίου, την επιταγή για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

ΠτΘ: κ. Καμτσίδου σας ευχαριστώ πολύ.

Ι.Κ.: Εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.