Ο Γιαννης Μενεσιδης ζωγραφιζει τη χαρα

Αγαπάει τους ανθρώπους, τη φύση και τα δώρα της, την ιστορία, την παράδοση, τον πολιτισμό. Αυτό διαπιστώνει με μια πρώτη «ανάγνωση» των έργων του Γιάννη Μενεσίδη ο θεατής. Όταν αποφασίζει να σκαλίσει λίγο πιο βαθιά, κάτω από το χρώμα κι από την εικόνα που καταγράφει δισδιάστατα τα πράγματα, ανακαλύπτει τη ροδιά. Όπως λεει ο ίδιος «παραλληλίζω τη ζωγραφική μου με τη ροδιά που μεταφέρει έννοιες κεκρυμμένης χαράς. Γλυκαίνομαι, χάνομαι και αποσαθρώνομαι στη ζωγραφική επιφάνεια. Φορώ ρούχα δανεικά, σκορπίζομαι και γίνομαι πολύμορφος. Κοπιάζω, απογοητεύομαι, η επιφάνειά μου όταν φωτίζεται δωρεάν, υπερίπταμαι…»

Κι όταν το ρόδι σπάσει, – σύμβολο ευημερίας, χαράς, καλοτυχίας – ξεπηδά ζουμερός ο καρπός, διάφανος, θαρρείς χωρίς μυστικά. Κι όμως η ζωγραφική του Γιάννη Μενεσίδη έχει δώρα μυστικά, κρυμμένα πίσω από τα προσχήματα, από τα σχήματα που διαβάζουν τα μάτια. «Δανείζεται» στοιχεία της φύσης (δέντρα, πέτρες, ψάρια) για να αποτυπώσει μέσα τους ματιές και σώματα ανθρώπων, άλλοτε στατικά κι άλλοτε σε κίνηση. Κι όταν ζωγραφίζει συνάξεις ανθρώπων είναι πολυπληθείς. Η ζωγραφική του διηγείται σαν ένα εικονογραφημένο παραμύθι τελετές, εκδηλώσεις, διαδρομές, όλες με αγάπη και αφοσίωση.

Η «Κεκρυμμένη χαρά» είναι μια έκδοση – λεύκωμα του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης που έγινε με την υποστήριξη της Διευρυμένης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δράμας – Καβάλας – Ξάνθης και περιλαμβάνει πρόσφατα και παλιότερα έργα του καλλιτέχνη, με σινική μελάνη, κραγιόνια και τέμπερα.

Εισαγωγικά, μιλάει για τη δουλειά του η ιστορικός τέχνης Κάτια Κιλεσοπούλου (έχει κάνει και την επιμέλεια του λευκώματος), η οποία αναφέρεται αρχικά στον κρυπτικό χαρακτήρα που διέπει ιδιαίτερα τις ενότητες των θρησκευτικών θεμάτων.

«Η μύηση – διότι περί αυτής πρόκειται με την αρχαία και παντοτινή σημασία – του Μενεσίδη στην τέχνη έγινε από τον Πεντζίκη. Όπως ο ίδιος λέει «Τον κυρ Νίκο τον γνώρισα το 1968 με προτροπή του καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, αρχιμανδρίτου Βασιλείου. Έκτοτε ήμουν συχνός απογευματινός επισκέπτης στο σπίτι του, επί της οδού Βας. Όλγας 197 στη Θεσσαλονίκη … Ιατροί, ζωγράφοι, φιλόλογοι, θεολόγοι, μοναχοί και άλλοι απολάμβαναν τον απογευματινό, πυκνό, ρυθμικό και ρέοντα μονόλογό του… Οι γνώσεις μου, μέσα στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κύκλο των επισκεπτών του, ήταν αρχικά ελλιπείς. Έτσι μόνον άκουγα και σπάνια συμμετείχα στις συζητήσεις τους… Ο μονόλογός του μου ήταν ελκυστικός, δεν είχα αντιδράσεις, αποδεχόμουν όσα έλεγε. Συχνά δεν καταλάβαινα τα πυκνά και πρωτόγνωρα νοήματά του. Έννοιες όπως η μνήμη, ο μύθος, η παραμυθία, η θυσία, η έννοια του πλήθους στην εκκλησία, ήταν μερικά από τα θέματα που μας εξηγούσε. Γρήγορα τον αισθάνθηκα σαν πνευματικό οδηγό μου, όχι για τις αμαρτίες, αλλά για τις αλήθειες που έλεγε…

Το 1974 με προέτρεψε να ζωγραφίσω βλέποντας σχέδιά μου. Έκτοτε παρακολουθούσα τη ζωγραφική του σκέψη, τη ψηφαριθμική του ενασχόληση στη ζωγραφική και τις παρατηρήσεις που κατά καιρούς έκανε στα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης …». Οι μαρτυρίες αυτές του καλλιτέχνη επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι το προϋπάρχον θρησκευτικό αίσθημα έλαβε τις Πεντζικικές αποχρώσεις του υπό την καθοδήγηση του δασκάλου, ο οποίος ενθάρρυνε την εικαστική αυτοέκφραση του Μενεσίδη προτρέποντάς τον να τη βασίζει σε γνήσιο βίωμα, σε αυστηρή αυτοκριτική, σε συνεχή λυτρωτική εσωτερική διεργασία, τελικά σε μια ολιστική κοσμοαντίληψη, της οποίας μόνον μια πτυχή αποτελούσε η καλλιτεχνική έκφραση».

Η κ. Κιλεσοπούλου μιλάει για τα υλικά του, τη στενή σχέση που έχει αναπτύξει με τη φύση, την παράδοση αλλά και τη θρησκεία.

«Από το 1974 μικρά ως επί το πλείστον κομμάτια χαρτιού ή χαρτονιού, μέσα από εξαντλητική σχεδιαστική επεξεργασία με μελάνη ή μολύβι και αργότερα κραγιόνια ή τέμπερα, μεταμορφώνονται σε γοητευτικά μινιατουρίστικα αραβουργήματα ανιστόρισης γεγονότων, τόπων και καταστάσεων του παρελθόντος και του παρόντος, αναδεικνυόμενα σε συμπιλήματα όπου το φυσικό συναντάται με το υπερφυσικό, το πραγματικό και το μυθικό, το ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό αλληλοεισδύουν. Η ιδιαίτερη σύνδεση με τη φύση, με τόπους προσκυνημάτων, εκκλησίες, μοναστήρια, με χώρους που διατήρησαν χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ζωής και μνήμες, διηγήσεις από βάσανα προσωπικά και συλλογικά, συνιστούσαν από νωρίς μια θεματολογία ώριμη να εκδηλωθεί».

Προσεγγίζοντας την τεχνική του Μενεσίδη δε μπορεί παρά να αναφερθεί και στην επιρροή που άσκησε επάνω του ο δάσκαλος και συνομιλητής του Πεντζίκης, με χαρακτηριστική την ψηφαρίθμιση, που φέρει το ρυθμό, τον παλμό που υποδηλώνει ζωή.

«Από καθαρά τεχνική άποψη το σχέδιο στη συγκεκριμένη ιδιοτυπία του συνιστά τη στέρεη βάση για την ανάπτυξη της σύνθεσης. Η κατάκτηση του δεξιοτεχνικού χειρισμού του διήρκησε πολλά χρόνια. Επί μια δεκαετία, υιοθετώντας την ψηφαρίθμηση που εισήγαγε ο Πεντζίκης «ως μέθοδο μεταφοράς κειμένων σε σχήματα με τη βοήθεια του Συναξαριστή», δούλεψε σχέδια με σινική. «Η δυσκολία μου» λέει ο ίδιος «στην εφαρμογή των μετρημάτων της ψηφαρίθμησης μετέτρεψε τη γραμμική κίνηση σε λόγο για να ονοματίζονται τα πράγματα… Δεν γνωρίζω εάν όλη η διεργασία της ψηφαρίθμησης είναι προσευχή, όμως νομίζω ότι τα αλλεπάλληλα μετρήματα βοηθούν τον καλλιτέχνη να συνειδητοποιήσει την ασυνέπειά του μέσα από τα λάθη των μετρημάτων του. Προσωπικά νομίζω ότι αν ονοματίσεις αυτό που η ψυχή σου καταγράφει, τότε έχεις υπομονή να παλαίψεις με τους καημούς σου και να μετατρέψεις τον κόπο σου σε προσευχή που και ρυθμό θα έχει και τόνο και ποικιλία». Η διεργασία αυτή των μετρημάτων δεν είναι φανερή, γίνεται αντιληπτή ίσως μόνον αν την παρατηρήσεις με μεγεθυντικό φακό, προσλαμβάνεται όμως από τον θεατή ως αποτέλεσμα, ως ολοκληρωμένο έργο, με τρόπο θελκτικό. Τα πάσης φύσεως ποικίλματα που χρησιμοποιούνται και η εξαιρετικά λεπτομερής απόδοση της βλάστησης, δίνουν κίνηση και πνοή στις επιφάνειες, απαλύνοντας την ξηρότητα των γεωμετρικών όγκων – κυρίως των εκκλησιών και των σπιτιών – και την ακαμψία που προκύπτει από αυτήν την άκρως ελεγχόμενη διαδικασία. Όταν περνά στο χρώμα αυτά τα προβλήματα σταδιακά θεραπεύονται. Σε αρκετές περιπτώσεις όπου η στιγματογραφία είναι ιδιαίτερα λεπτοδουλεμένη, οι επιφάνειες μεταμορφώνονται σε παλλόμενα πεδία που λες και ηλεκτρίζονται από μυστήριες ενέργειες.

Δίχως να διακόψει τη χρήση της σινικής στα σχέδια, πέρασε στο χρώμα αρχικά στα κραγιόνια που δεν απέδιδαν όμως τη χρωματική ένταση που αναζητούσε και κατόπιν στην τέμπερα».

Η κ. Κιλεσοπούλου στέκεται στην ιδιαίτερη θεματολογία του και στο ρόλο που παίζουν οι τόποι, γεωγραφικοί με συναισθηματικές όμως αναφορές για τον ζωγράφο.

Οι τόποι εμπλουτίζονται από τα πλάσματα της φύσης, που αναπαρίστανται με τρόπο μαγικό όταν χρησιμοποιεί τέμπερες.

«Οπτικές εμπειρίες από τόπους όπου έζησε μικρά ή μεγάλα διαστήματα (π.χ. Δράμα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ξάνθη, Θάσος, Σάμος, Χαλκιδική) εμπλουτίζουν τη θεματολογία του στην κατηγορία του ημιαστικού και φυσικού τοπίου. Ο καθαρά αστικός χώρος δεν τον έλκει, δεν λείπουν όμως αναφορές στη σύγχρονη ζωή, δυσδιάκριτες λόγω της μικρογραφικής τους απόδοσης. Πουλιά, έντομα, όστρακα, ψάρια, κάθε είδους φυτά, λουλούδια και δένδρα ζωγραφίζονται με επιστημονική επιμέλεια, ακρίβεια αλλά και τρυφερότητα. Αγαθοποιά πνεύματα, άγγελοι και άγιοι επιστατούν αυτήν την εκθαμβωτική φύση. Τα σχέδιά του διατηρώντας την αυτονομία τους ως ξεχωριστή εικαστική έκφραση, εξακολουθούν παράλληλα με τις τέμπερες, την πορεία τους».

Ο Γιάννης Μενεσίδης διαθέτει μνήμη και μέσα από το έργο του έχουμε την ευκαιρία να σκαλίσουμε και τη δική μας, με τρόπο τρυφερό αλλά ουσιαστικό. Γεννήθηκε στη Δράμα, σπούδασε Ιατρική στο Α.Π.Θ. και ειδικεύτηκε στην πνευμονολογία – Φυματιολογία. Είναι διευθυντής του πνευμονολογικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Ξάνθης. Μαθήτευσε κοντά στον Νίκο -Γαβριήλ Πεντζίκη. Συνεργάσθηκε με τη Μικρή Πινακοθήκη Διαγώνιος (1975-1995). Εκθέτει από το 1975 ομαδικά και από το 1981 ατομικά.

Η «Κεκρυμμένη χαρά» είναι η τέταρτη έκδοση αναφορικά με το έργο του.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.