Νικολας Καλας: «Δε γραφω για να διαβαστω αλλα για να ξαναδιαβαστω»

Τέχνη και επανάσταση. Λέξεις αλληλοεξαρτώμενες λέξεις που παίζουν το σημαντικότερο ρόλο στο έργο του Νικόλα Κάλας με το έργο του οποίου ασχολήθηκε το τριήμερο διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας με διοργανωτές το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το Δήμο Κομοτηνής και το περιοδικό «Μανδραγόρας». Σε μια εποχή μετριότητας, σε μια εποχή κοινωνικών και πολιτικών δυσκολιών η επαναστατική διάσταση της τέχνης του Κάλας, αποδεικνύεται διαχρονική και η επαναπροσέγγιση του έργου του θεωρείται αναγκαία. Και όπως πολύ σωστά τονίζει ο διευθυντής του περιοδικού «Μανδραγόρας» Κώστας Κρεμμύδας «όλα αυτά που βλέπουμε και ζούμε δεν είναι σκουπίδια. Υπάρχει και η τέχνη και η επανάσταση και εγώ δεν αποκλείω να την πετύχουμε. Ο Κάλας είναι ένα ζωντανό κομμάτι και για αυτό τον ξαναδιαβάζουμε και αυτό μας ενδιαφέρει».

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Νικόλα Κάλας με βάση την εισαγωγική ομιλία του Νάνου Βαλαωρίτη και το χαιρετισμό του Παναγιώτη Νούτσου επιχειρεί σήμερα ο ΠτΘ, καθώς επίσης και ένα απολογισμό του συνεδρίου μέσα από τις απόψεις των Παναγιώτη Νούτσου, Ανδρέα Παγουλάτου και Σάββα Μιχαήλ.

Κείμενα – επιμέλεια: Α.Π.

Παναγιώτης Νούτσος, Ο τιμώμενος θα πρέπει να νιώθει αρκετά ήσυχος…

«Συμπληρώνονται, σε δύο χρόνια, εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καλαμάρη/Nicolas Calas (1907-1988). Το συνέδριο αυτό δεν έχει ως κίνητρο ένα πλέγμα επαρχιακού επιγονισμού απέναντι σε μία ποίηση και θεωρητική σκέψη καινοτόμο, αν κρίνουμε τουλάχιστον από τη διάρκεια και την ένταση των συζητήσεων που αυτές προκάλεσαν και ακόμη προκαλούν…

… Η θεματική του συνεδρίου, σε συνδυασμό με ό,τι παρεμβάλλεται, κατανέμεται σε τρία μέρη: η ποίηση και η ποιητική – οι αισθητικές και οι φιλοσοφικές ιδέες – οι πολιτικές αντιλήψεις. Ο ποιητής λοιπόν Νικήτα Ράντος, ο κριτικός και πολιτικός αναλυτής Μ. Σπιέρος, ο Nicolas Calas των Παρισίων και της «μανχατανής Βαβυλώνας», αυτός τελοσπάντων που στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ζητούσε στον ουρανό του να τοποθετήσει «δύο φεγγάρια ανόμοια» «το ‘να μικρό σαν παιδί, το άλλο μεγάλο σαν παράπονο» ποιος ήταν;

Αρκετοί από μας και πρώτος ο Νάνος Βαλαωρίτης γνώρισαν από κοντά το Νίκο Καλαμάρη. Ας μου επιτραπεί να πω ότι τον γνώρισα μέσω του «Πολιτικού και Πολιτιστικού Ομίλου Πρωταγόρας», όταν μου τον σύστησε ο Μιχάλης Ράπτης/Pablo, τον Ιούνιο του 1983, κατά τη συμμετοχή μου στο διεθνές συνέδριο: «Ο Karl Marx και η εποχή μας» με την ανακοίνωση: «Για την επικαιρότητα της φιλοσοφίας του Marx». Ίσως η κατακλείδα της να αποτέλεσε το έναυσμα της πρόσκλησής μου από τον Ράπτη καθώς και της συζήτησης που ανοίξαμε με τον Καλαμάρη που παρέμενε ευθυτενής με απλανή και συνάμα διαπεραστικά μάτια. Δηλαδή: «Η ιστορική ανάπτυξη της μαρξιστική φιλοσοφίας βασίζεται σε έναν γόνιμο διάλογο της σκέψης του Marx με τα προβλήματα που τέθηκαν ως τις μέρες μας και αντιμετωπίσθηκαν με τη μέθοδο που αυτός καθιέρωσε. Όλοι οι παράγοντες αυτού του διαλόγου δεν ήταν ποτέ δεδομένοι: ούτε η διδασκαλία (αφού ήρθαν στην επιφάνεια έργα εντελώς άγνωστα) ούτε η μέθοδος (που κατακτάται και δεν προικοδοτείται από καμία κομματική επιφοίτηση) ούτε ο προβληματισμός μιας εποχής» (1988: 13/14). Το τελευταίο μάλιστα σημείο υπήρξε και το αφετηριακό μου ερέθισμα για την εκδίπλωση της μακράς αρχειακής έρευνας που οδήγησε στην πεντάτομη σύνθεση: Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, όπου στον τρίτο τόμο απλόχερα βρήκε τη θέση του και ο Καλαμάρης, καθώς και σε μικρότερες κατοπινές δημοσιεύσεις, χωρίς να παραλείπω εδώ τις εκτενείς συζητήσεις μου με τον Pablo στο Cafe Zimmer των Παρισίων κατά το πανεπιστημιακό έτος 1987/1988, λίγο πριν από το θάνατο του Καλαμάρη και με αντικείμενο το έργο του. Τα υπογραμμίζω όλα αυτά γιατί φαίνεται πως τα αγνοούν όσοι και όσες, παλαιότερα, και τελευταία, καταγίνονται με τη βιβλιογραφική επισκόπηση της ερευνητικής συγκομιδής και γενικότερα με θέματα της ιστορίας των αισθητικών και πολιτικών ιδεών από το Μεσοπόλεμο ως σήμερα. Το περιοδικό «Μαντατοφόρος» το 1982 έδωσε την ώθηση (χωρίς να αποτελεί και την αφορμή) να ταξινομηθεί το συσσωρευμένο κιόλας υλικό και να μελετηθεί σε περίοδο ύφεσης και ήττας των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων της Ανατ. Ευρώπης και όχι μόνον…

…Ο τιμώμενος θα πρέπει να νιώθει αρκετά ήσυχος. Το φόβο του που εξομολογήθηκε το 1939 στον Γ. Θεοτοκά, δηλαδή μήπως θα γυρίσει κάποτε στην Ελλάδα σαν το ήρωά του Ευριπίδη Πεντοζάλη και θα διηγείται την «ιστορία μιας αποτυχημένης ζωής» ή σαν το Καζαντζάκη που αποσύρθηκε σε κάποιο νησί, γράφοντας «κακά ποιητικά έργα», ήδη τον έχει διασκεδάσει η παρουσίαση στα ελληνικά των κυριότερων έργων που δημοσίευσε στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς και η αρκετά πλούσια βιβλιογραφική συγκομιδή για τη μελέτη τους. Αν μάλιστα προσθέσω τις διδακτορικές διατριβές που ήδη έχουν εκπονηθεί ή που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της συγγραφής τους μπορώ να προεξοφλήσω ότι οι εργασίες του παρόντος συνεδρίου θα ασχοληθούν νηφάλια με ό,τι αποτέλεσε το σπινθήρα, την έξαρση και την κορύφωση του ποιητικού, του κριτικού και του θεωρητικού έργου του Νίκου Καλαμάρη».

Νάνος Βαλαωρίτης, Το στυλ της κριτικής του Κάλας είναι εξπρεσιονιστικό

«Ο Νικόλαος Κάλας ή Καλαμάρης, με ψευδώνυμα Σπιέρος και Νικήτας Ράντος, εμφανίστηκε στα γράμματα και την κριτική απ΄ τις αρχές της δεκαετίας του τριάντα, με την ποιητική συλλογή Ποιήματα το 1933, και με άρθρα σε κυρίως λογοτεχνικά περιοδικά, όπως Ο Κύκλος του Μελαχροινού και άλλα. Γεννήθηκε το 1907 στη Λωζάννη. Είχε επίσης από νωρίς πολιτική δράση στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, στην Φοιτητική Συντροφιά. Τον ίδιο καιρό γνωρίζεται με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Ελύτη, που τότε πειραματίζονταν με αυτόματα κείμενα.

Δημοσιεύει επίσης νέα ποιήματα σε φυλλάδια που ονομάζει Τετράδια Ι-ΙV. Το 1965 φεύγει για το Παρίσι όπου συνδέεται με τον Αντρέ Μπρετόν και την υπερρεαλιστική του ομάδα. Γράφει και δημοσιεύει το 1938, το θεωρητικό του βιβλίο Εστίες Πυρκαγιάς στα γαλλικά, που αποσπά ευνοϊκά σχόλια απ΄ τον Μπρετόν. Φεύγει απ΄ τη Γαλλία το 1939 και μέσω Πορτογαλίας φτάνει στην Νέα Υόρκη. Εκεί το 1940 και πέρα ξαναβρίσκει τους αυτοεξόριστους υπερρεαλιστές τον Μπρετόν, τον Υβ Τανγκύ, τον Μαρσέλ Ντυσάν, τον Μαξ Ερνστ, και γνωρίζεται με τους καλλιτέχνες και ποιητές του Νέου Κόσμου, τον Μάττα, που προλογίζει έκθεσή του, τον Αρσίλ Γκόρκι, τον ποιητή Τσαρλς Χένρυ Φορντ, και τον Φιλίπ Λαμαντία, με τους οποίους συνεργάζεται στην έκδοση του περιοδικού «View». Επίσης συγκεντρώνει άρθρα του στ΄ αγγλικά στο βιβλίο του Confound the Wise, «Μωραίνατε τους σοφούς», 1942. Συνεργάζεται με περιοδικά τέχνης στη Νέα Υόρκη, «Art Forum», «Art International», «Arts Magazine», «Kulchur» και γίνεται κριτικός τέχνης στο Περιοδικό «Η Φωνή του Χωριού» (Village Voice).

Συνδιαλέγεται και διαφωνεί συχνά με τους θεωρητικούς του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, Κλέμεντ Γρήνμπεργκ και Χάρολντ Ρόζενμπεργκ, και άλλους κριτικούς. Παίρνει συνεντεύξεις του Αντρέ Μπρετόν και του Μαρσέλ Ντυσάν για το περιοδικό «View», συνεργάζεται με την εθνολόγο Μάργκαρετ Μηντ και με τον φιλόσοφο Μαρκούζε σε μια σειρά βιβλίων για τον Σύγχρονο Πολιτισμό. Εξέδωσε το 1968 έναν τόμο με άρθρα για την τέχνη, με τίτλο «Η τέχνη στην εποχή της διακινδύνευσης». Και το 1971 σε συνεργασία με την Έλενα Κάλας «Εικόνες και απεικονίσεις της Δεκαετίας του ΄60», και το 1985, «Μεταμορφώσεις. Δοκίμια Κριτικής Τέχνης». Αυτά τα τρία βιβλία για να καλυφθούν περιγραφικά είναι αρκετά δύσκολο δεδομένου ότι ο Κάλας κάλυψε όλη την τέχνη των δεκαετιών απ΄ το 40 έως το ΄85 και αργότερα που είχε εκτεθεί στη Νέα Υόρκη. Υπάρχουν ακόμα αρκετά άρθρα του που δεν έχουν συλλεχθεί σε βιβλίο και πολλά γράμματα ιδίως σε μένα και στον Αλαίν Ζουφρουά, και πιθανόν σε άλλους. Έχει δημοσιευθεί η αλληλογραφία με το Ράπτη (Άγρα) και με τον Ουίλλιαμς (Ύψιλον).

Ο αριθμός και μόνο των καλυφθέντων καλλιτεχνών στο βιβλίο «Icons and images of the sixties” είναι πάνω από εκατό. Με σύνθημα «Η Τέχνη παρεμβαίνει, η αντιτέχνη διακόπτει» τίτλος άρθρου στο περιοδικό «Αρτ Ιντερνασιονάλ», 1969, ο Κάλας θέτει το θέμα της λειτουργίας της τέχνης ως φαντασιακή αντικατάσταση μιας δυσάρεστης πραγματικότητας. Οι σκέψεις και ιδέες του Κάλας για την τρέχουσα αμερικανική παραγωγή σε σχέση με την προηγούμενη ευρωπαϊκή πρωτοπορία είναι διαφωτιστικές όσον αφορά τις ομοιότητες και τις διαφορές. Οι παρατηρήσεις του Κάλας ότι η μεθοδολογία έγινε το κύριο θέμα της σύγχρονης τέχνης π.χ. οι Καλλιτέχνες της Συνάθροισης (Assemblage), Arman, Nevelson, Cornell κάνουν ό,τι και ο συλλέκτης, μαζεύουν αντικείμενα του ίδιου είδους και τα συναρμολογούν είτε σε κατασκευές είτε σε κουτιά. Εδώ η μέθοδος εφάπτεται της εμπορικό – αισθητικής λειτουργίας της τέχνης της ίδιας. Αλλού η μέθοδος γίνεται το αντικείμενο απεικόνισης όπως οι πινελιές στον Λίχτενμπεργκ, η καταγωγή των κινημάτων: Ποπ, μινιμαλισμός, γεωμετρική, εξπρεσιονιστική και λυρική αφαίρεση, οι κατασκευές, τα κολλάζ, τα περιβάλλοντα, ο μαγικός και φωτογραφικός ρεαλισμός και η σχέση τους με τα πρώιμα κινήματα του ιμπρεσιονισμού, εξπρεσιονισμού, φουτουρισμού, κυβισμού, νταντά, και υπερρεαλισμού απασχολεί συνεχώς τον Κάλας που δίνει νέες δικές του διατυπώσεις των διαφορών και ομοιοτήτων μεταξύ των σχολών, κινημάτων και των ατομικών καλλιτεχνών πολλούς απ΄ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά. Και να μερικά απ΄ τα ονόματα που έχει σχολιάσει: Αρσίλ Γκόρκι, Πόλλοκ, Ρόθκο, Ντε Κούνιγκ, Μόρρις Λούις, Νόλανδ, Κλάιν, Στέλλα, όλους τους Ποπ, την Νέβελσον, τους Τζώρτζ Σεγκάλ, Κατζ, Μπάρνετ Νιούμαν, Χέλντ, Πουνς και ένα σωρό άλλους αμερικανούς που τους συγκρίνει μεταξύ τους και με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, κυρίως τον Μαρσέλ Ντυσάν, Αντρέ Μπρέτον, Ντε Κήρυκο, τον Καντίνσκι, και τ’ ανάλογα κινήματα, κάνοντας συχνά τολμηρές παρομοιώσεις, όπως εκείνη που συγκρίνει τον άγγλο ποιητή Ωντεν με τους αφηρημέρνους εξπρεσιονιστές και τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ με τους Ποπ.

Το στυλ της κριτικής του Κάλας είναι και αυτό το ίδιο εξπρεσιονιστικό. Η βαθιά καλλιέργειά του, του επιτρέπει να πηδάει αιώνες και πολιτισμούς, με άνεση. Δεν έχει τίποτα απ΄ τον δογματισμό ή την συστηματοποίηση του ιστορικού της τέχνης, την οποία συχνά κατακρίνει. Μοιάζει ανάμεσα στους αμερικάνους συναδέλφους του, ως ένας οραματιστής, που συνεχώς ανιχνεύει τα απόμακρα όρια του ορίζοντα, με το άγχος της προσδοκίας, χαρακτηριστικό του ευρωπαίου διανοούμενου και καλλιτέχνη αντίθετα με τον αμερικανό για τον οποίο το παρόν είναι το παν, και που μάλλον υποφέρει από το άγχος της επίδρασης από το παρελθόν.

Η αφηρημένη τεχνοκρατική κοινωνία των ΗΠΑ γοήτεψε τον Κάλας, αν δεν τον εγκλώβισε, στην λειτουργία του ως κριτικού, στα πιο τελευταία κινήματα και τάσεις του Αμερικανικού Πάνθεου. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ότι το στεγανό και αποστειρωμένο περιβάλλον της αμερικανικής τέχνης με τα πουριτανικά της στοιχεία και την τάση της προς την ανεικονική καθαρότητα – μια απήχηση απ΄ τους εικονοκλάστες Βυζαντινούς Αυτοκράτορες, και την ιουδαϊκή και ισλαμική απαγόρευση της ανθρώπινης αναπαράστασης – προβλημάτισε και εντυπωσίασε τον Κάλας, μέχρι σημείου να αποστασιοποιηθεί εν μέρει από τον υπερρεαλισμό, των νεανικών του χρόνων, χωρίς όμως να τον αρνηθεί. Στην Βόρειο Αμερική των ΗΠΑ, αντίθετα με την Λατινική Αμερική, ο υπερρεαλισμός, παράγωγο ενός άλλου θρησκευτικού κλίματος, του καθολικισμού και της ορθοδοξίας, δεν βρήκε ρίζες, επειδή βασιζόταν, όπως σωστά το είδε ο Κάλας στο αίνιγμα, και στον εικονικό και διακοσμητικό πλούτο της παλαιάς Ευρώπης, απ΄ τους Βυζαντινούς και τους Καθεδρικούς Ναούς, και προχώρησε παράλληλα με την ιδέα του μυστικού λαβύρινθου, ενός Δάντη, της παραδοσιακής αλληγορίας των Τροβαδούρων και της Αλχημικής Αναλογίας. Μια σκέψη που επανέρχεται στον Κάλας στα περισσότερα γραπτά του.

Στην Αμερική των ΗΠΑ παραμερίστηκαν όλοι οι καλλιτέχνες που συνέχισαν τον υπερρεαλισμό με μια κόκκινη γραμμή που χώρισε τους κλασικούς υπερρεαλιστές που ενσωματώθηκαν στα Μουσεία απ΄ τους επιγόνους, πράγμα που δεν έγινε στην λατινική Αμερική. Ο Κάλας γνώριζε πολύ καλά τον κίνδυνο που αντιπροσώπευαν τα Μουσεία και τον επεσήμανε. Η στάση του κάπως αμφιλεγόμενη δεν αρνιόταν την ιστορική τους σημασία, για τον ερευνητή, αλλά κατέκρινε την αναστολή των δημιουργικών δυνάμεων που προκαλούσαν με το βάρος ενός αξεπέραστου και σκληρωτικού κατεστημένου στις επιλογές του, καθώς και την τάση να ενδίδουν στην μόδα του καιρού, που ελέγχονταν απ΄ τις εμπορικές γκαλερί. Μέσα σ΄ αυτόν τον κυκεώνα ο Κάλας σαν ένας κλασσικός οβελίσκος, ένας αληθινός στυλίτης ανάμεσα στους ουρανοξύστες, επιχειρούσε να διακρίνει το αξιόλογο απ΄ την μετριότητα, και να το παρουσιάζει αναλυτικά και εικονογραφικά στα βιβλία και τα άρθρα του, όπου οι αναφορές στους προσωποκρατικούς, στον Πλάτωνα, αναμιγνύονταν με αναφορές, στον Χέγκελ, στον Βίτγκενσταϊν και ένα σωρό αισθητικούς θεωρητικούς και λογοτέχνες.

Οι συσσωρεύσεις των παραδειγμάτων του μέχρι και των παραδοξολογιών, αναπάντεχων συγκρίσεων, μεταφορικών ρήσεων, θυμίζουν τον παλαιό γαλλόφωνο υπερρεαλιστή των Εστιών Πυρκαγιάς, που τώρα βρήκε ένα ευρύ πεδίο άσκησης των χαρισμάτων του στο απίθανο αυτό μίγμα ανθρώπων, φυλών, εθνών, πολιτισμών που λέγεται Αμερική και σε γλώσσα αγγλική που την χειριζόταν άμεμπτα. Ότι αισθανόταν καλά και άνετα, στην Νέα Υόρκη δεν υπάρχει αμφιβολία. Και οι απόπειρές του να επιστρέψει στην Ελλάδα ματαιώθηκαν, εν μέρει λόγω της αντίστασης της Έλενας Κάλας, που δεν αφομοιωνόταν στο ελληνικό περιβάλλον, και των δικών του των δισταγμών, παρόλη την ισχυρή του νοσταλγία για τον τόπο, όπου λειτουργούσε ως ποιητής σε ελληνική γλώσσα, και ως κριτικός λογοτεχνίας, πράγμα που δεν συνέβηκε στα αγγλικά τουλάχιστον σε μεγάλη έκταση.

Ο Νικόλαος Κάλας, ο πιο μεγάλος έλληνας διανοούμενος της Διασποράς, είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος σοφιστής, στην παράδοση του Απολλώνιου του Τυανέα, που ακούραστα σαν τον Κάλας περιέγραψε την τέχνη της εποχής του. Το τεχνοκρατικό του έργο μεταφρασμένο στα ελληνικά θα έχει ασφαλώς μια πολύ μεγάλη σημασία για τους νέους καλλιτέχνες μας και τους στοχαστές μας. Και ως μια πληροφόρηση του κοινού γύρω απ΄ τα θέματα και τα προβλήματα της τέχνης στις κρίσιμες αυτές δεκαετίες του μεταπολεμικού μας κόσμου, θα είναι και θα μείνει μια ανεκτίμητη μαρτυρία.

Υπάρχει τελευταίως μια τάση να θεωρείται ο Κάλας ως ο μόνος πολιτικοποιημένος έλληνας υπερρεαλιστής, σε βάρος των άλλων, πράμα πολύ απλουστευτικό γιατί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Κάλας ήταν πολυπολιτισμικός. Η σχέση του με την πολιτική ακολουθούσε περίπου την τακτική της παρισινής ομάδας, ήταν δηλαδή περιστασιακή, όπως πριν από τον πόλεμο εναντίον των ναζί, και κυρίως στην εποχή του αγώνα κατά της χούντας. Ο όψιμος τροτσκισμός του δεν ήταν πια σύμφωνος με την απόρριψη του Τρότσκι από την παρισινή ομάδα μετά τον πόλεμο, λόγω του τουφεκισμού των ναυτών του Κρόνσταντ.

Αποδεχόταν τις εξελικτικές μαρξιστικές θεωρίες του Μαντέλ, για τον ύστερο διεθνιστικό καπιταλισμό, που επηρέασε τους αμερικανούς νεομαρξιστές, όπως η θεωρία του Τζέημσον για το μεταμοντέρνο ως έκφραση αυτού του ύστερου καπιταλισμού. Οι ακραιφνείς έλληνες υπερρεαλιστές όλοι είχαν θέσεις ανάλογες με εκείνες της παρισινής ομάδας, ανέντακτοι δηλαδή και διόλου υποστηρικτές μιας προλεταριακής ή θεματικά κοινωνικής τέχνης όπως ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, ιδιαίτερα σχετικά με την ποίηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν εναντίον των κατεστημένων και με πολιτικές και αισθητικοφιλοσοφικές ριζοσπαστικές απόψεις, ανάλογα ο καθένας με τις επιλογές του.

Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ο υπερρεαλισμός είναι ένα πλατύ σύνολο συνθετικό συχνά αντιφατικών στοιχείων που τον αποτελούν επιλεκτικά και περνούν κατ΄ εξοχήν από την σκέψη και την ευαισθησία του Αντρέ Μπρετόν και των φίλων του, σε ό,τι υπάρχει το πιο ριζοσπαστικά ανατρεπτικό στους διάφορους χώρους, πράγμα που δεν τους συγχώρεσαν ποτέ οι ιδεολογίες και το κατεστημένο των γραμμάτων. Άρα δεν συρρικνώνεται ποτέ σε μια και μόνη όψη του όπως η πολιτική. Το ίδιο ισχύει και για τους έλληνες υπερρεαλιστές συμπεριλαμβανομένου και του Κάλας. Είμαι βέβαιος ότι θα κατηγορηθούν πολύ ακαδημαϊκά ως εθνοκεντρικοί σε αυτό το συνέδριο. Όμως όλοι οι περιφερειακοί υπερρεαλισμοί, ατομικοί ή ομαδικοί, κυρίως μετααποικιακών χωρών είχαν μια τέτοια τάση. Αφορά εν μέρει την ανασφάλειά τους σχετικά με την ταυτότητά τους και μια διαρκή αντιπαλότητα απέναντι στην αποκλειστική εξουσία της μητρόπολης. Είναι συχνά πιο συγκριτικοί και περιεκτικοί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ήταν αυθεντικοί. Το θέμα αυτό είναι για μιαν άλλη ευκαιρία».

Τάσος Βαβατσικλής, Η σημασία και η αξία της επαναστατικής ποίησης

«Ο Δήμος Κομοτηνής προσέρχεται με αισθήματα σεβασμού αλλά και αναγνώρισης της πολυσήμαντης σημασίας που έχει το τριήμερο διεθνές Συνέδριο για την πνευματική μορφή, την πολιτική κοσμοθεωρητική λειτουργία και το ποιητικό και συγγραφικό έργο του Νικόλα Κάλας, που διοργανώνεται στην Κομοτηνή.

Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός προσδίδει τιμή στην πόλη μας, μιας και το Συνέδριο που είναι αφιερωμένο στον Νικόλα Κάλας – που ομολογουμένως αποτελεί λογοτεχνικό και πολιτικοκοινωνικό Μεσημβρινό, με ρίζες και άνδρωση στην Ελλάδα – θα γίνει βάθρο συνάντησης του ποιητή μας, με κορυφαίους διεθνείς πνευματικούς και πολιτικούς Μεσημβρινούς όπως ο Μπρετόν, ο Σαντ και ο Τρότσκι.

Έχω βαθιά την αίσθηση ότι το Συνέδριο και η θεματολογία του – πέρα από την πνευματική, λογοτεχνική και κοινωνικοπολιτική ανάλυση και καταξίωση της μορφής και του έργου του Νίκολα Κάλας – τείνουν τα πορίσματά του να βοηθήσουν στο να προβληθούν για άλλη μια φορά η σημασία και η αξία της επαναστατικής ποίησης, στις ελληνικές διαστάσεις της».

Κρίνοντας το συνέδριο

Παναγιώτης Νούτσος: «Το συνέδριο ήταν μία κρίσιμη εντελώς γείωση στα σημερινά πράγματα»

ΠτΘ: Θα ήθελα να μας πείτε πώς είδατε το συνέδριο, αν λειτούργησε θετικά, αν επετεύχθησαν οι στόχοι του και σε σχέση με το λόγο τον επιστημονικό που παράγεται στην Ελλάδα.

Π.Ν: Ευχαριστώ για την ερώτηση. Όταν συλλάβαμε την ιδέα, και στη συνέχεια με τη δημιουργική συμμετοχή του δήμου Κομοτηνής πραγματοποιήθηκε το συνέδριο, είχαμε από την αρχή στο μυαλό μας το τρίπτυχο, πρώτον να υπάρξει όσο γίνεται καλύτερα η κριτική συνόψιση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας για τον Κάλας. Δεύτερον να διατυπωθούν νέες προτάσεις ερευνητικές και τρίτον βάσει αυτών να δούμε τι κενά υπάρχουν. Θεωρώ ότι αυτό ως ενιαίο τρίπτυχο βγήκε πολύ ωραία από το συνέδριο, για αυτό και ευχαριστώ όλους για τη συμμετοχή τους.

ΠτΘ: Ζούμε εποχές δύσκολες σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο όπως τις αντιλαμβάνεται η κοινωνία των πολιτών. Η παρουσία του Κάλας αλλά και των υπερρεαλιστών συνδέθηκε και με μία σειρά κοινωνικών ζητημάτων. Από αυτή την άποψη θεωρείτε ότι το να κουβεντιάζουμε ως ευρύ κοινό για τέτοιες προσωπικότητες που είχαν άποψη για σημαντικά ζητήματα της εποχής τους όπως ο φασισμός, η αριστερά, ο κομμουνισμός είναι σημαντικό; Μας αφορούν αυτά τα συνέδρια και ως αποδέκτες που δεν ασχολούνται εμπεριστατωμένα με τα γράμματα;

Π.Ν.: Πράγματι υπάρχει ένα σύνολο πρακτικών θα έλεγα συνεπαγωγών σε ό,τι αφορά στα πρακτικά μας πράγματα. Στο χώρο των ιδεών μπορεί με διατυπώσεις του μεσοπολέμου να εμφανίστηκε ένας ανάλογος κοινωνικός και πολιτικός προβληματισμός αλλά τηρουμένων των αναλογιών είμαστε μπροστά στα ίδια προβλήματα. Απ’ αυτή την άποψη θεωρώ ότι ήταν και μία κρίσιμη εντελώς γείωση στα σημερινά πράγματα.

ΠτΘ:Για αυτό και η επιλογή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων να συνδεθεί με την τοπική αυτοδιοίκηση; Είναι δηλαδή και ένα είδος πολιτικού μηνύματος και άνοιγμα προς την κοινωνία, ανεξάρτητα από το πόσοι κομοτηναίοι το παρακολούθησαν, ένα πανεπιστήμιο να κουβεντιάζει ζητήματα ιδεών; Το θεωρείτε χρήσιμο;

Π.Ν.: Βεβαίως αν δει κανείς το είδος της ανταπόκρισης που είχε ο τοπικός τύπος σε όλα αυτά που συνέβησαν αυτό το τριήμερο, ανεξαρτήτως όπως είπατε της τοπικής παρουσίας, νομίζω ότι είναι ένα ακόμη βήμα ενός πανεπιστημίου της ελληνικής περιφέρειας, στη συγκεκριμένη περίπτωση του πανεπιστημίου Ιωαννίνων προς την ελληνική περιφέρεια. Επομένως η συνάντηση είναι άκρως τελεσφόρα.

ΠτΘ:κ. Νούτσο, σας ευχαριστούμε πολύ

Π.Ν.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Σάββας Μιχαήλ:

«Συνέδριο τομή»

ΠτΘ: Το συνέδριο επαναδιατύπωσε σημαντικά ερωτήματα και έθιξε με αφορμή τον Κάλας και το δίπολο «υπερρεαλισμός και πολιτική». Ήταν χρήσιμη η συνάντηση;

Σ.Μ.: Πιστεύω ότι ήταν ένα συνέδριο τομή από κάθε άποψη ανάλογα με την υποδοχή επιτέλους που πολύ καθυστερημένα είχε ο Νικόλας Κάλας. Μετά την πτώση της δικτατορίας η επόμενη τομή κατά τη γνώμη μου ήταν αυτή, αν αφαιρέσουμε βέβαια και τις δημοσιεύσεις των έργων του ενδιάμεσα, που έγιναν από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Πιστεύω ότι ήταν πολύ σημαντική η πρωτοβουλία, μελετήθηκε πολύπλευρα το έργο του, άνοιξαν καινούργιοι δρόμοι και, όπως σωστά είπατε και εσείς, δεν αντιμετωπίστηκε απλώς σαν ένα καλλιτεχνικό μέγεθος αλλά σαν πνευματικό μέγεθος σε άμεσο διάλογο με τις μεγάλες πολιτικές, ιστορικές περιπέτειες της εποχής μας, το φασισμό, τον κομμουνισμό. Όλα αυτά φωτίστηκαν σε ένα ζωντανό διάλογο σε αυτό το συνέδριο και ευχαριστούμε και τους διοργανωτές και την πόλη σας.

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι η αναθεώρηση των κειμένων, ιδιαίτερα του Κάλας, πρέπει να συνεχίσει;

Σ.Μ: Είμαστε μόλις στην αρχή, στα πρώτα- πρώτα βήματα, μόλις αρχίζουμε. Το κυριότερο σε αυτό το συνέδριο είναι το έναυσμα.

ΠτΘ:κ.Μιχαήλ, σας ευχαριστούμε πολύ

Π.Ν. Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Ανδρέας Παγουλάτος:

«Η γνωριμία μου με τον Κάλας μία συγκίνηση, μία ευφορία»

ΠτΘ: Γνωρίσατε τον Κάλας προσωπικά. Τι έχει μείνει στη μνήμη σας από το Νικόλαο Καλαμάρη;

Α.Π.: Ήταν ένας άνθρωπος ξεχωριστής ευφυίας, ένας ποιητής φοβερά ευαίσθητος μέσα σε αυτή την ξεχωριστή ευφυία. Δεκατέσσερα χρόνια που κατά διαστήματα συναντιόμαστε στην Αθήνα ή στο Παρίσι οι συζητήσεις μας, ο διάλογος που είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας, τα ποιήματά του που μερικές φορές τα έβλεπα πρώτος, τις δημοσιεύσεις που κάναμε, τις κοινές εκδηλώσεις. Ό,τι και να πω δεν μπορώ να σας το μεταδώσω τόσο εύκολα. Είναι μια συγκίνηση και συγχρόνως μία χαρά, μία ευφορία.

ΠτΘ: Με το Νικόλα Κάλας ή Νικόλαο Καλαμάρη βρεθήκατε κυρίως σε χώρους περιοδικών…

Α.Π.: Ακριβώς. Από το 1973 και μετά εξέδιδα ένα περιοδικό που λεγόταν «Λυχνάρι». Ο Καλαμάρης ήρθε στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας και μας συνάντησε στο σπίτι της Μαντώς Αραβαντινού. Συνάντησε δηλαδή τους νέους ποιητές και όλοι του δώσαμε τα βιβλία μας. Φαίνεται πως υπήρξε μία αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ εμού και του Καλαμάρη και αφού είδε τα βιβλία μας με κάλεσε και ειδωθήκαμε. Του έδειξα το περιοδικό που εξέδιδα, πήρε και τα άλλα περιοδικά που εκδίδονταν τότε και προτίμησε να δώσει σε μένα τα 14 ανέκδοτα ποιήματά του που απαρτίζουν τη συλλογή «Γ» και σήμερα βρίσκονται στο βιβλίο του «Οδός Νικήτα Ράντου» να τα δημοσιεύσω. Συζητήσαμε μαζί με ποιο όνομα θα τον παρουσιάζαμε, γιατί μέχρι τότε χρησιμοποιούσε όλα αυτά τα ονόματα. Με ρώτησε πώς θα φαινόταν το Νικόλας Κάλας. Του απάντησα ότι θα ήταν καλό, γιατί χρησιμοποιούσε τόσα πολλά που ένα ακόμα δεν θα ήταν κακό. Και τελικά αποφάσισε, αφού άκουσε τη γνώμη μου και αφού το συζήτησε με τη Μαντώ την Αραβαντινού, που ήταν πολύ φίλη του, να βάλει αυτό το όνομα το οποίο χρησιμοποίησε και σε όλες τις ποιητικές συλλογές και στην «Οδό Νικήτα Ράντου» και στο «Γραφή και Φως».

ΠτΘ: Πώς ερμηνεύετε την επιλογή των πολλαπλών ονομάτων από τον Νικόλα Κάλας;

Α.Π.: Δεν είναι θέμα ανταγωνισμού ή αντιθέσεων. Με το να παίρνει αυτά τα ονόματα κατά κάποιο τρόπο έπαιρνε υπόψη του τις αντιθέσεις, τις ήθελε, τις αγαπούσε. Δεν είναι τόσο ψευδώνυμα, όσο ετερώνυμα. Χρησιμοποιώ αυτή τη φράση του Φερνάντο Πεσόα του μεγάλου πορτογάλου ποιητή ο οποίος έλεγε ότι δεν χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα αλλά ετερώνυμα. Δηλαδή έφτιαχνε πλήρη βιογραφία και εργογραφία των ποιητών στους οποίους απέδιδε τα έργα του και αν και ήταν στην πραγματικότητα ψευδώνυμα, τα έλεγε ετερώνυμα, γιατί είχαν αλληγορικά στοιχεία, ξεχωριστά, είχαν το καθένα το στυλ του, το ύφος το ιδιαίτερο, τις αντιδράσεις του, που τις έβαζε πολλές φορές να συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν είμαι σίγουρος αν ο Κάλας τα χρόνια του τριάντα που έγραφε τα πρώτα του ποιήματα ήξερε τον Πεσόα, γιατί άργησε να μεταφραστεί στα γαλλικά, αλλά υπήρχε μεταξύ αυτών των δύο μία αντιστοιχία υπόγεια και μία τέτοια εξήγηση, ότι αυτά τα ονόματα που χρησιμοποιούσε από τη μία μεριά εκφράζανε τις αντιθέσεις τους, που τις έπαιρνε ο ίδιος υπόψη του και τις ήθελε και από την άλλη μεριά είχαν λίγο το ρόλο που είχαν τα ετερώνυμα στον Πεσόα.

ΠτΘ: Έχουμε την αίσθηση ότι ο Κάλας, ο Εμπειρίκος ήταν άνθρωποι που συνδέονταν με τον πυρήνα, τις κοιτίδες των ιδεών. Σήμερα με τα ελληνικά γράμματα συμβαίνει κάτι αντίστοιχο;

Α.Π.: Ναι, και όχι μόνο τώρα θα έλεγα και πριν με πιο δραστικό τρόπο, επειδή εξαιτίας της δικτατορίας και άλλων ανάλογων συνθηκών πολλοί από εμάς βρέθηκαν στη Γαλλία τα χρόνια του 60 και του 70, όπως εγώ, και κατά κάποιο τρόπο πήραμε μέρος ενεργό σε καινούργια κινήματα που ξεκινούσαν τότε. Στον γλωσσοκεντρισμό εγώ πήρα μέρος από τους πρώτους, και στη συνέχεια η Μαντώ Αραβαντινού και ο Νάνος Βαλαωρίτης σε κάποια φάση του έργου τους. Είχαμε μεγάλη συμμετοχή σε αυτό που ξεκινούσε. Και επειδή είμαστε εκεί ήταν άμεσο. Και αυτό συνεχίζεται ακόμα και σήμερα

ΠτΘ: Παρόλο που δεν έχουμε σαφή εικόνα του πώς αυτό γίνεται…

Α.Π.: Με τη «Νέα Συντέλεια» και με τη «Συντέλεια» στον καιρό της ή παλαιότερα με το «Χνάρι», ένας από τους στόχους που είχαμε ήταν από τη μια να παρουσιάζονται τα ελληνικά γράμματα, τα πιο προωθημένα και να τα φέρνουμε σε επαφή, να κάνουμε γέφυρες με τα κέντρα του πολιτισμού της Ευρώπης το Παρίσι, το Ρώμη.

ΠτΘ: Εξάλλου κάποιοι λένε ότι εξακολουθεί να υφίσταται μία νέα γενιά πρωτοποριακών ποιητών μέσα από το περιοδικό σας τη «Νέα Συντέλεια».

Α.Π.: Υπερρεαλιστική ποίηση σήμερα δεν υφίσταται.

Υπάρχουν άλλες όμως ουσιαστικές κινήσεις όπως ο γλωσσοκεντρισμός, η οπτική ποίηση αυτά που λέμε πρωτοποριακά κινήματα που αυτή τη στιγμή εκφράζονται, συνεχίζονται και ακμάζουν. Αυτά προσπαθούμε να παρουσιάσουμε.

ΠτΘ:κ. Παγουλάτο, σας ευχαριστούμε πολύ

Π.Ν. Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Απολογισμός συνεδρίου από τον κ. Παναγιώτη Νούτσο

«Με την ολοκλήρωση του συνεδρίου μπορούμε να διαπιστώσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τους χώρους της δημιουργίας ενός ακόμη συλλογικού εγχειρήματος στο οποίο θα αναδεικνύεται ένας πυρήνας ερευνητών, διαρκώς διευρυνόμενων, με την απόκτηση μιας «ορισμένης κοινής γλώσσας», ιδίως σε θέματα μεθόδου και προπάντων στην πρακτική της συνεννόησης με δεδομένη και αυτονόητη την αντιπροσωπευτικότητα των τάσεων στη σφαίρα των θεωρητικών αναζητήσεων και των επιμέρους επιστημονικών συμπεριφορών. Από το αρχικό βήμα διεξαγωγής του παρόντος συνεδρίου, ας μου επιτραπεί να πω, δηλαδή από την προσφώνηση του ομιλούντος, διευκρινίσθηκε σε ποιο ακαδημαϊκό περιβάλλον θα εκτυλισσόταν, ποια ομόλογη παράδοση θα συνέχιζε και θα διεύρυνε και προφανώς με ποια συλλογιστική είχε κριθεί αναγκαία η ανάληψη αυτού του συνεδρίου μια και θα συμμετείχαν αρκετοί νέοι συνάδελφοι.

Ως προς τα δεδομένα, είχε σχεδιαστεί να είναι 27 αλλά τελικά με τη συμμετοχή του κ. Γιάνναρη, πραγματοποιήθηκαν 28 ανακοινώσεις στο πλαίσιο πέντε βεβαρημένων συνεδριάσεων…Έγινε μία άκρως ενδιαφέρουσα διεπιστημονική αναζήτηση. Το δεύτερο που θα ήθελα να προσθέσω προς αυτή την κατεύθυνση είναι ότι ήταν δεδομένη, και προκαταβολικά και το είδαμε και στη συνέχεια, αυτή η καταστατική κυριαρχία του θεωρητικού που είναι και αναλυτικός λόγος και επομένως ανατρέχει στα συγκεκριμένα πράγματα. Και βέβαια να επιμείνω, και αυτό ίσως έγινε αντιληπτό και στο σύνολο των ανακοινώσεων και κατά την στιγμή της σύλληψης αυτού του συνεδρίου, ότι είμαστε σύμφωνοι με τον αφορισμό, δηλαδή «δεν γράφω για να διαβαστώ αλλά για να ξαναδιαβαστώ».

Ας μου επιτραπεί να πω ως πρεσβύτερος ότι τόσο ο ελληνικός μεσοπόλεμος όσο αντίστοιχα, για να μη πάω ευρύτερα, ο ευρωπαϊκός, είναι αναμφίβολα μία ελκυστική περίοδος για τα θέματα που συζητούμε, για τα πραγματικά ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα, αλλά αντίστοιχα και για την ιστορία των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών. Μόνο που σε αυτόν το μεσοπόλεμο, που δεν είναι ούτε δύο δεκαετίες αν μπορούμε να τον μετρήσουμε, υπάρχουν μετατοπίσεις, αναδιατάξεις των θεμάτων χρόνο το χρόνο και σε ορισμένες περιπτώσεις μήνα το μήνα. Για αυτό καλό θα είναι όλοι μας να αποφεύγουμε τις τοιχογραφίες, να βλέπουμε τις αναδιατυπώσεις των θέσεων να δούμε που δίδονται οι νέες εμφάσεις, αν υπάρχουν νέες απόψεις, αναθεωρήσεις».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.