«Αισιοδοξουμε οτι συντομα το Κυπριακο θα λυθει»

Την αισιοδοξία του για λύση του Κυπριακού προβλήματος σύντομα εκφράζει με συνέντευξή του στον ΠτΘ ο Στέφανος Στεφάνου, πρώην γραμματέας της ΕΔΟΝ της νεολαίας του ΑΚΕΛ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ ο οποίος βρέθηκε στην πόλη μας με αφορμή συζήτηση που διοργάνωσε η Ένωση Κυπρίων Φοιτητών Κομοτηνής με θέμα το Κυπριακό και τις προοπτικές λύσης του. Με λόγο διαυγή ο Στεφάνου, έχοντας συναίσθηση του παρελθόντος μιλά για τις προοπτικές που ανοίγονται για την επίλυση υπό τις σημερινές συνθήκες, μη διστάζοντας να κάνει την αυτοκριτική του στην ΕΟΚΑ και στη δράση του Γρίβα και εμμένοντας στην ανάγκη διαμόρφωσης του σχεδίου Ανάν ώστε να επιτευχθεί επιτέλους στην Κύπρο η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.

ΠτΘ:κ. Στεφάνου ήρθατε στην Κομοτηνή προσκεκλημένος σε εκδήλωση της Ένωσης Κυπρίων Φοιτητών. Το πρώτο ερώτημα που γεννιέται με αφορμή την επίσκεψή σας αφορά στη σημασία της. Αρχίζει να κινείται πάλι το κυπριακό ή η επίσκεψή σας είναι κάτι τυχαίο ενόψει των φοιτητικών εκλογών;

Σ.Σ.:Η συζήτηση για την επίλυση του Κυπριακού υπάρχει θα έλεγα ακόμα και πριν από το 1974, γιατί το κυπριακό ζήτημα δεν ξεκίνησε τη συγκεκριμένη χρονιά, απλώς το 1974, με το πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών και της ΕΟΚΑ Β΄ και την Τουρκική εισβολή, έδωσε το σημερινό περιεχόμενο του Κυπριακού προβλήματος, ως πρόβλημα πρώτιστα εξωτερικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην Κύπρο και ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Οι συζητήσεις συνεχώς γίνονταν και θα συνεχίσουν να γίνονται μέχρι την οριστική επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Το δημοψήφισμα του περασμένου Απρίλη και όλα όσα προηγήθηκαν, αλλά και όλα όσα επακολούθησαν, απλώς έδωσαν νέο έναυσμα στη συζήτηση του Κυπριακού. Και επειδή αναφερθήκατε στις φοιτητικές εκλογές θα πρέπει αν πω ότι το κυπριακό αποτελεί ένα από το σοβαρότερα, ίσως και το πιο σοβαρό πολιτικό ζήτημα, που απασχολεί το κυπριακό φοιτητικό κίνημα, είτε βρίσκεται στην Κύπρο, είτε βρίσκεται στο εξωτερικό. Αυτό θεωρώ ότι είναι αναπόφευκτο γιατί ο τρόπος και το περιεχόμενο της λύσης στο κυπριακό ζήτημα θα καθορίσει και το μέλλον μιας χώρας. Και οι νέοι είναι το μέλλον μιας χώρας. Άρα οι φοιτητές, όχι απλώς ενδιαφέρονται ακαδημαϊκά, αλλά ενδιαφέρονται για τη βιώσιμη, για τη λειτουργική, θα έλεγα και για τη δίκαιη από τις περιστάσεις λύση του κυπριακού προβλήματος για να δουν πώς διασφαλίζεται και αν διασφαλίζεται και το δικό τους μέλλον.

ΠτΘ:Μιλάτε για ένα φοιτητικό κίνημα αγωνιστικό και ενεργό και στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Εντούτοις κάποιοι δημοσιογράφοι μιλούν για μια Κύπρο της ευμάρειας και για μια νεολαία η οποία σύμφωνα με τα δημοσιεύματα δεν έχει καμία σχέση με τη νεολαία της Παλαιστίνης και για αυτό λένε το κυπριακό πρόβλημα σέρνεται τόσα χρόνια. Το υιοθετείτε αυτό;

Σ.Σ.: Δεν είμαι από αυτούς που αρέσκονται στην εξίσωση των συνθηκών ή στην προσπάθεια μεταφοράς συνθηκών από χώρα σε χώρα. Η Κύπρος έζησε μια τραγωδία το 1974 που της ανέκοψε μια πορεία προόδου, που της άνοιξε πάρα πολλές πληγές, αρκετές από τις οποίες είναι ακόμα ανοιχτές, όπως είναι η προσφυγιά,- και εγώ πρόσφυγας είμαι- όπως το πρόβλημα των αγνοουμένων που δυστυχώς ακόμα βρίσκεται σε εκκρεμότητα βασικά λόγω της αδιαλλαξίας της Τουρκικής πλευράς, υπάρχει το πρόβλημα της κατοχής και της de facto διχοτόμησης. Αυτά είναι ανοιχτές πληγές στο κυπριακό, που όπως και αν ενεργήσεις, ό,τι κι αν κάνεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημαδεύουν, χαράσσουν τις συνειδήσεις του λαού, είτε είναι οι μεγαλύτερες γενιές που είχαν και βιωματικές εμπειρίες από την τραγωδία ή αν θέλετε ακόμα και από τις καταστάσεις που οδήγησαν στην τραγωδία, με την τρομοκρατία της ΕΟΚΑ Β΄, τις παρεμβάσεις της ελληνικής Χούντας, τις παρεμβάσεις του Αγγλοαμερικανικού παράγοντα, είτε είναι οι νεότερες γενιές που βλέπουν τη de facto διχοτόμηση, βλέπουν την κατοχή, ψηλαφούν τα προβλήματα και ανάλογα με το επίπεδο πολιτικότητας του καθενός χαράσσεται και διαμορφώνεται η συνείδησή του. Το γεγονός ότι, όπως είπα και προηγουμένως, το κυπριακό είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της πολιτικής δραστηριότητας του κυπριακού φοιτητικού κινήματος αποτελεί μια ένδειξη ότι η νέα γενιά δεν έχει υιοθετήσει τη λήθη και ένα μεγάλο κομμάτι της έχει συνείδηση και για το ρόλο που πρέπει να διαδραματίσει για την επίλυση του κυπριακού, για την άρση της κατοχής και για την επανένωση της Κύπρου. Ο λαός μας έδωσε και δίνει αγώνα, για να μπορέσει να οικοδομήσει ξανά μια πατρίδα ευημερούσα. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει και είναι αυτό που η αριστερά στην Κύπρο συνεχώς υπογράμμιζε και υπογραμμίζει είναι ότι η ευημερία στο ιδιωτικό επίπεδο δεν πρέπει να οδηγεί ούτε στη λήθη, ούτε στην εγκατάλειψη του αγώνα για επανένωση της Κύπρου. Εμείς έχουμε την άποψη ότι εάν το Κυπριακό πρόβλημα επιλυθεί σωστά θα δημιουργηθούν οι δυνατότητες και οι προϋποθέσεις για ολόκληρο το λαό, ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους, να βαδίσουν μαζί σε νέες κατακτήσεις και σ’ ένα νέο επίπεδο ευημερίας. Και να μην ξεχνούνε ότι οι τουρκοκύπριοι ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι του λαού, ζώντας σε συνθήκες κατοχής και σε συνθήκες απομόνωσης που δημιούργησε η κατοχή, δεν έχουν το βιοτικό επίπεδο των ελληνοκυπρίων. Εμείς θέλουμε ολόκληρος ο λαός να έχει τη δυνατότητα στο βιοτικό του επίπεδο να βαδίσει μαζί σε νέες κατακτήσεις. Άρα εμείς δεν αντιγράφουμε τους Παλαιστινίους, όπως και οι Παλαιστίνιοι δεν αντιγράφουν τους Κυπρίους.

ΠτΘ:Στην κουβέντα κ. Στεφάνου θέτετε δύο καίρια ζητήματα. Κατ’ αρχήν κάνετε κριτική και στην ΕΟΚΑ και στη δράση του Γρίβα, που σημαίνει ότι συναισθάνεστε το παρελθόν σας. Σήμερα ακούμε από κάποιους να παρουσιάζουν το Γρίβα εθνικό ήρωα έστω και αν προχώρησε σε εκκαθαρίσεις ολόκληρων τούρκικων χωριών. Αυτό το ζήτημα της αυτοκριτικής της ιστορίας στην Κύπρο είναι έντονο, είναι πλειοψηφικό ρεύμα; Στην Ελλάδα υπάρχει η εντύπωση και με αφορμή το δημοψήφισμα ότι υπάρχει ένας εθνικισμός. Πώς είναι δυνατόν να συνυφαίνονται αυτά;

Σ.Σ.:Θέτετε δύο ζητήματα στα οποία θέλω να απαντήσω όσο το δυνατόν πιο επιγραμματικά. Ο εθνικισμός – σοβινισμός στην Κύπρο ήταν το εργαλείο των Βρετανών που προωθούσαν το “διαίρει και βασίλευε” για να λειτουργήσουν αυτοί οι σχεδιασμοί, εθνικισμός και από τις δύο πλευρές, και από την ελληνοκυπριακή και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, όχι όμως γενικά και αόριστα. Ο εθνικισμός – σοβινισμός εκφράστηκε και εκφράζεται από την ακροδεξιά και εν μέρει τη δεξιά και από τις δύο κοινότητες. Ο Γρίβας ως γνήσιο τέκνο της ακροδεξιάς έχει βάλει τη σφραγίδα του για τα τραγικά γεγονότα που γνώρισε η Κύπρος, όχι μόνο το 1971-74 όταν ήρθε στην Κύπρο μυστικά και έφτιαξε την ΕΟΚΑ Β΄. Η σφραγίδα του Γρίβα έχει μείνει από πολύ προηγούμενα, και με τον τρόπο που διεξήχθη ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ, και με το ρόλο που διαδραμάτισε ο Γρίβας για να διασπαστεί ο λαός τότε στον αντιαποικιακό αγώνα με τις εκκαθαρίσεις αριστερών και κομουνιστών, με την υποτίμηση του παράγοντα των τουρκοκυπρίων, με το ρόλο που διαδραμάτισε στη δεκαετία του ’60, ειδικά στα γεγονότα του ’67-68. Σε αυτή την ιστορία η αριστερά πάντοτε κάνει παρενθέσεις αναφοράς, γιατί για να βαδίσουμε σωστά στο παρόν και το μέλλον πρέπει να πατούμε γερά στο παρελθόν. Κάποτε είχα ακούσει μια πολύ χαρακτηριστική φράση σε ό,τι αφορά στο παρελθόν την οποία υιοθετώ και μ’ αρέσει. Το παρελθόν λέει, η ιστορία μας, είναι το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου το οποίο μας βοηθάει να βλέπουμε πίσω έτσι ώστε να οδηγούμε με ασφάλεια μπροστά. Αυτό επιχειρεί η αριστερά να κάνει και είναι ένα από τα βασικά αιτήματα της αριστεράς και του ΑΚΕΛ και της ΕΔΟΝ στην Κύπρο για αντικειμενική εξέταση αλλά και για αντικειμενική διδαχή στα σχολεία της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας για να μάθουν και οι νεότεροι τα γεγονότα και τα δεδομένα που οδήγησαν στην καταστροφή του 1974. Επαναλαμβάνω απαντώντας στο πρώτο θέμα που θέσατε, ότι ο εθνικισμός ο σοβινισμός ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στην καταστροφή. Τώρα σε ό,τι αφορά στους συσχετισμούς που κάνατε για την απόρριψη ή όχι του σχεδίου Ανάν και αν αυτό σημαίνει εθνικισμός ή το αντίθετο θα απαντήσω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Το σχέδιο Ανάν έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο και κάθε πολιτική δύναμη, και ειδικά το ΑΚΕΛ, εξέτασε και προσέγγισε το περιεχόμενό του όχι στη βάση της αντίληψης περί της ελληνικότητας ή όχι της κυπριακής δημοκρατίας ή του παράγωγου εκείνου που θα έδινε το σχέδιο Ανάν, αλλά στη βάση κάποιων χαρακτηριστικών ποιότητας. Διασφαλίζει το σχέδιο Ανάν τη συνέχιση της κυπριακής Δημοκρατίας, αυτού του κράτους δηλαδή που δημιουργήθηκε το 1960 ως κέλυφος προστασίας ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων; Δίνει ένα κράτος λειτουργικό και κατά συνέπεια βιώσιμο; Διασφαλίζει τα βασικά συμφέροντα του λαού στο σύνολό του, ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων; Απαντά στις προσδοκίες του λαού; Απαντά στις ανησυχίες και των τουρκοκυπρίων και των ελληνοκυπρίων; Μέσα από αυτή την εξέταση του ΑΚΕΛ, κατέληξε σε κάποιες συγκεκριμένες αποφάσεις. Μέσα από την συνδιάσκεψή του το ΑΚΕΛ είχε πει ότι για να μπορέσουμε να στηρίξουμε το σχέδιο Ανάν θέτουμε κάποιους συγκεκριμένους όρους και κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις που θέλουμε να υιοθετηθούν. Οι προτάσεις αυτές αφορούν πρώτον στην αναβολή του δημοψηφίσματος ώστε να μπορέσει ο λαός να ενημερωθεί γι’ αυτό που καλείται να υποστηρίξει ή όχι. Δεύτερον το ΑΚΕΛ ζήτησε να διασφαλιστεί ότι τα συμβαλλόμενα μέρη και ειδικά η Τουρκία θα τηρήσουν την συμφωνία. Τρίτον να συμπληρωθούν τα κενά τα οποία υπήρχαν στο σχέδιο. Τέταρτον να γίνουν κάποιες αλλαγές στο σχέδιο, έτσι ώστε να διασκεδαστούν κάποιες ανησυχίες ειδικά στον τομέα της ασφάλειας που εξέφραζαν ειδικά οι ελληνοκύπριοι. Αυτά δυστυχώς δεν έγιναν με αποτέλεσμα το ΑΚΕΛ να καλέσει τον κόσμο του να ψηφίσει όχι στο δημοψήφισμα λέγοντας ταυτόχρονα, γιατί είναι πολύ σημαντικό αυτό, ότι και με το όχι στο δημοψήφισμα η προοπτική επίλυσης του Κυπριακού δεν κλείνει, ότι θα έχουμε νέες ευκαιρίες, γιατί η συγκυρία και η δυναμική που έφερε το κυπριακό εδώ που το έφερε και έδωσε την προοπτική της λύσης μέσα από το σχέδιο Ανάν συνεχίζει και θα συνεχίσει να υπάρχει, άρα μπορούμε να την αξιοποιήσουμε και να οδηγηθούμε σε λύση το συντομότερο δυνατό.

ΠτΘ:κ. Στεφάνου οι προσδοκίες όλων συγκεντρώνονταν στο πρόσωπο του κ. Χριστόφια, η προσωπικότητα του οποίου συσκοτίστηκε με τη στάση του , παρόλο που ήταν ο άνθρωπος που άνοιξε γέφυρες μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Το δεύτερο θέμα που θα ήθελα να σας θέσω είναι ότι το Κυπριακό από τότε έως σήμερα δεν παρουσιάζει καμία εξέλιξη. Η Τουρκία είναι ικανοποιημένη από την έμμεση αναγνώριση των κατεχομένων. Εμείς τελικά είμαστε ικανοποιημένοι από την εξέλιξη του Κυπριακού μετά το δημοψήφισμα; Ποια είναι η άποψη του κόμματός σας;

Σ.Σ.:Το ΑΚΕΛ δε θα είναι ικανοποιημένο με τίποτα λιγότερο και με τίποτα περισσότερο από τη λύση του κυπριακού προβλήματος. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό και στην Ελλάδα, ότι κατά τη διάρκεια της πορείας μέχρι να φτάσουμε στο δημοψήφισμα ο λαός μπήκε σε διλήμματα και μπροστά σε συνθήκες που είμαι σίγουρος ότι κανένας άλλος λαός δε θα ήθελε να μπει. Διότι από τη μια για πρώτη φορά από το 1974 βρέθηκε ο λαός μας μπροστά στην προοπτική της λύσης ή μιας λύσης και από την άλλη βεβαίως ένοιωσε ότι αυτή η προτεινόμενη λύση έτσι όπως διαγραφόταν και περιγραφόταν μέσα στο σχέδιο Ανάν 5 δεν ικανοποιούσε τις προσδοκίες του, ούτε διασκέδαζε και τις ανησυχίες του. Από την άλλη βεβαίως όλοι μας γνωρίζουμε ότι ο παράγοντας χρόνος δεν ευνοεί και δε βοηθά τις δυνάμεις εκείνες, τόσο από την ελληνοκυπριακή όσο και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που επιθυμούν τη λύση και την επανένωση της Κύπρου. Το ερώτημα που θέτω είναι το εξής: Είναι έτοιμος κάποιος, τουλάχιστον το ΑΚΕΛ δεν είναι, να υπογράψει την όποια λύση, για χάριν της λύσης, έστω και αν αυτή λύση δε διασφαλίζει την επανένωση της Κύπρου, την άρση της κατοχής και την επανένωση του λαού; Είναι ένα ερώτημα που θα πρέπει άλλοι να απαντήσουν και όχι εμείς. Εμείς απαντήσαμε συγκεκριμένα. Είπαμε ότι δεν είμαστε ικανοποιημένοι μ’ αυτό το σχέδιο, δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε. Είναι λάθος μονοσήμαντα να απαντούμε στο ερώτημα αν θέλεις λύση, ψηφίζεις ναι, αν δεν θέλεις λύση, ψηφίζεις όχι. Το ΟΧΙ που ψήφισε το 76% των ελληνοκυπρίων δεν ήταν μονοσήμαντο. Κάποιοι το καταψήφισαν γιατί δε θέλουν τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία,- και είναι γνωστές αυτές οι δυνάμεις, είναι οι Νέοι Ορίζοντες και ορισμένες άλλες δυνάμεις που για χρόνια βρισκόντουσαν, και κάποιοι είναι ακόμα, στο χώρο του Δημοκρατικού Συναγερμού και στο χώρο της δεξιάς και της ακροδεξιάς,- κάποιοι το καταψήφισαν γιατί ικανοποιούνται και από το δεδομένο status quo, γιατί τα συμφέροντά τους έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί μετά το 1974 δεν ικανοποιούνταν και δεν εξυπηρετούνταν με την αλλαγή του συγκεκριμένου status quo, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία έχουμε την εκτίμηση, ότι δεν υποστήριξε το συγκεκριμένο σχέδιο, γιατί πίστευαν και πιστεύουν σε κάτι παραπάνω. Eνώ έχουν την πεποίθηση ότι το κυπριακό μπορεί να λυθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας και πιστεύουν το Κυπριακό μπορεί να επιλυθεί με την άρση της κατοχής και την επανένωση της Κύπρου ένοιωσαν ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν ικανοποιεί αυτές τις προδιαγραφές.

ΠτΘ: Τελικά μία από τις λύσεις που προτείνονταν για ένα ναι στο δημοψήφισμα ήταν ότι η Κύπρος αυτή τη στιγμή είναι μέλος της ΕΕ και θα παίζεται το ευρωπαϊκό χαρτί στην διπλωματία. Δεν βλέπουμε όμως τίποτε. Υπάρχει ύφεση αυτή τη στιγμή και πώς τη δικαιολογείτε;

Σ.Σ.:Σε κάποιων τα μυαλά υπάρχει, γιατί κάποιοι στην Κύπρο υποστηρίζουν τη λεγόμενη ευρωπαϊκή λύση σε βάθος χρόνου. Το ΑΚΕΛ ως ένα κόμμα της αριστεράς, ως ένα κόμμα Μαρξιστικό, θέλει να ερμηνεύει τα πράγματα πολιτικά και μέσα από τη διαλεκτική της πολιτικής. Η σημερινή πραγματικότητα στον κόσμο δυστυχώς δεν ευνοεί ειδικά τους μικρούς και αγωνιζόμενους λαούς. Η νέα τάξη πραγμάτων ο μονοπολισμός των ΗΠΑ, η υποδιαίτηση ή περιθωριοποίηση του ΟΗΕ και η παραγνώριση των αρχών του διεθνούς δικαίου δεν ευνοεί λύση των προβλημάτων κατά ένα δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο. Εμείς ήμασταν από αυτούς, που ευθείς εξ αρχής όταν προέκυψε η νέα τάξη πραγμάτων με τον τρόπο που προέκυψε, που λέγαμε ότι αυτή η κατάσταση θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο Κυπριακό πρόβλημα, όπως και είχε. Το Κυπριακό πρόβλημα από κάποιο σημείο και μετά στις συνθήκες της νέας τάξης πραγμάτων είχε εκτραπεί από το πλαίσιο των ψηφισμάτων και των αποφάσεων του ΟΗΕ και γι’ αυτή την εκτροπή την πρώτιστη ευθύνη φέρνουν οι αγγλοαμερικανοί, που θέλουν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους γεωστρατηγικά συμφέροντα στην πολύ ευαίσθητη περιοχή της ανατολικής μεσογείου και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσουν και τα συμφέροντα μια πολύτιμης συμμάχου τους όπως είναι η Τουρκία. Εμείς λέμε ότι αυτές τις διεθνείς συνθήκες δεν μπορούμε να τις παραγνωρίζουμε, δεν μπορούμε να είμαστε μαξιμαλιστές, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές, θέτοντας βεβαίως και κάποια όρια και αυτά τα όρια είναι εκείνα που στο μίνιμουμ βαθμό θα διασφαλίζουν τουλάχιστον τη λειτουργικότητα της λύσης και τη δυνατότητα ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι μέσα από τη λύση να οικοδομήσουν χωρίς ξένες επεμβάσεις και παρεμβάσεις το δικό τους κοινό μέλλον. Το σχέδιο Ανάν ήρθε με τον τρόπο που ήρθε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο τέλος του 2002, είτε μας αρέσει είτε όχι εμείς λέμε ότι αυτό θα αποτελέσει τη βάση για τη λύση στο κυπριακό. Αυτό που ζητούμε εμείς είναι η δυνατότητα να διαπραγματευτούμε μαζί με την τουρκική πλευρά αλλαγές επί του σχεδίου, αλλαγές που δε θα αλλάξουν την ουσία και την φιλοσοφία του, δε θα αφαιρούν δικαιώματα από τους τουρκοκυπρίους αλλά θα ενισχύουν τα συνεκτικά στοιχεία της λύσης, θα ικανοποιούν κάποιες μίνιμουμ προσδοκίες των ελληνοκυπρίων για να μπορέσουν κιόλας οι ελληνοκύπριοι αύριο ενδεχομένως σ’ ένα νέο δημοψήφισμα, αυτή τη φορά να πουν ναι.

ΠτΘ:Διαβλέπετε δηλαδή κάποια προοπτική;

Σ.Σ.:Εμείς από την πρώτη στιγμή είχαμε πει σαν ΑΚΕΛ ότι με την απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου δεν έκλεινε ο δρόμος και η προοπτική επίλυσης του κυπριακού και μάλιστα διαγράφαμε και το δρόμο για να οδηγηθούμε σε μια νέα δυνατότητα για να επιλυθεί το κυπριακό. Ο δρόμος αφορούσε στην ανάληψη μιας νέας πρωτοβουλίας από τον ΟΗΕ, μια πρωτοβουλία που δε θα χαρακτηρίζεται από ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και ελλείμματα που είχαν τεθεί προηγουμένως, κατά τη διάρκεια της συζήτησης του σχεδίου Ανάν, μια διαδικασία που δε θα προνοεί διαδικασίες επιδιαιτησίας του γεν. γραμματέα του ΟΗΕ, επιδιαιτησία που ως γνωστόν όταν έγινε μετά το τέλος της διαδικασίας του Μπούρκεστοκ ήταν ετεροβαρής και άδικη εν πολλοίς για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Εμείς θέλουμε μια πρωτοβουλία που θα αποδέχεται τη λογική της συζήτησης των αλλαγών επί του σχεδίου Ανάν. Αυτή την ώρα η ελληνοκυπριακή πλευρά εργάζεται για τη δημιουργία των προϋποθέσεων μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Υπάρχουν κάποια ορόσημα ακόμα και μέσα στο 2005 που μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία αναφοράς και ως εφαλτήρια για να μπούμε ξανά σε μια τέτοια διαδικασία. Να μην ξεχνούμε ότι στις 3 Οκτωβρίου η Ε.Ε. θα κληθεί να αποφασίσει αν θα ξεκινήσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Η Τουρκία από την άλλη βλέπει αυτή την προοπτική μπροστά της, όπως βλέπει και τις δυσκολίες, άρα έχει κίνητρο για να κάνει κινήσεις στο κυπριακό πρόβλημα. Εμείς εργαζόμαστε για αξιοποίηση αυτών των δεδομένων και αυτών των συγκυριών για να πάμε ακριβώς σ’ αυτή τη διαδικασία και σ’ αυτή την πρωτοβουλία που έχω περιγράψει προηγουμένως.

ΠτΘ:Αν ήμουν ψηφοφόρος του ΑΚΕΛ θα μπορούσα να σας φέρω τις εξής αντιρρήσεις. Από τη μια είχατε δεσμευτεί ανέκαθεν για τη λύση της διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας που σημαίνει ότι είχατε και συνεχίζετε να καλλιεργείτε στον κόσμο μία τέτοια συνείδηση που σημαίνει απάρνηση του εθνικού κράτους όπως αυτή τη στιγμή το έχουμε στην Κύπρο από την πλευρά των Ελληνοκυπρίων…

Σ.Σ.: Για να ξεκαθαρίσουμε κάποιες παρεξηγήσεις που υπάρχουν στην Ελλάδα και δυστυχώς στην Κύπρο, η Κυπριακή Δημοκρατία με την ίδρυσή της ποτέ δεν υπήρξε εθνικό κράτος, όπως το γνωρίζουμε και όπως το γνωρίσαμε στην ιστορία με την ίδρυση των κλασικών εθνικών κρατών, όπως στη Γαλλία και αλλού με τη διαδικασία της δημιουργίας του κράτους έθνους. Στην Κύπρο δημιουργήθηκε ένα δικοινοτικό κράτος το 1960, ένα κράτος ενιαίο, πλην όμως δικοινοτικό, με συνδιαχειριστές την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή κοινότητα, αυτό το οποίο ποτέ ένα σημαντικό μέρος της δεξιάς και ιδιαίτερα της εθνικής και σοβινιστικής δεξιάς δεν το αποδέχθηκε, όπως και αντίστροφα δεν το αποδέχθηκε επίσης ολόκληρη η δεξιά της τουρκοκυπριακής κοινότητας, γι’ αυτό και πολεμήθηκε. Και μέσα από αυτό τον πόλεμο καταλήξαμε και στα γεγονότα του ’63-’64 που ήταν οι πρώτες δικοινοτικές ταραχές και του ’67-’68 και πολύ περισσότερο δε στο 1974 που πλέον de facto και με τη βία των όπλων έγινε ο πληθυσμιακός και γεωγραφικός διαχωρισμός του Κύπρου. Το ΑΚΕΛ έλεγε και θα συνεχίσει να λέει ότι το κράτος το κυπριακό, ανήκει εξίσου σε ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους, η κυπριακή γη είναι μάνα και για τους ελληνοκυπρίους και τους τουρκοκυπρίους και είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε μαζί σε εκείνο εκεί το νησί στην Αν. Μεσόγειο. Εάν δε ζήσουμε μαζί και αν δεν έχουμε τη διάθεση να ζήσουμε μαζί σ’ αυτό το κράτος ο κυπριακός λαός είναι καταδικασμένος στην καταστροφή. Το 1977, μετά από τα γεγονότα του 1974 η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχτηκε έναν οδυνηρό πλην όμως αναγκαίο συμβιβασμό, τη λύση της ομοσπονδίας, της διζωνικής και δικοινοτικής και λέω οδυνηρό γιατί είναι μια οπισθοδρόμηση σε ό,τι αφορά στο ενιαίο κράτος αλλά αναγκαίο γιατί οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί μετά το ’74 με την ξεροκεφαλιά, την ανοησία και την προδοσία της ακροδεξιάς στην Κύπρο και τα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια των Αγγλοαμερικανών δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Και δεν υπάρχει άλλη διέξοδος είναι η μοναδική για να διασφαλιστεί η ενότητα του κράτους και για να μπορέσουμε να επανενώσουμε το νησί. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία όμως έχει συγκεκριμένες προδιαγραφές τις οποίες θα πρέπει μια λύση να πληροί για μπορέσουμε να μιλήσουμε για μια τέτοια. Κάποιες από τις προδιαγραφές του σχεδίου Ανάν δυστυχώς δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες ή δεν προνοούσαν σχεδόν καθόλου για να έχουμε μια τέτοια λύση. Είναι κάποια από αυτά τα στοιχεία που προσπαθούμε να βελτιώσουμε μέσα από αλλαγές στο σχέδιο Ανάν για να μπορέσουμε να πούμε ότι ναι έχουμε μια λύση που όταν αποφασίσουμε ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι να τη λειτουργήσουμε να μπορέσει πραγματικά να λειτουργήσει.Ήσυχοι όμως δεν πρέπει να είμαστε.

Είμαστε ανησυχούντες και γρηγορούντες πλην όμως πρέπει να εργαζόμαστε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

ΠτΘ:Η 3η Οκτώβρη είναι κοντά. Δεν βλέπουμε καμία διπλωματική κίνηση ούτε τα υπεσχημένα να έχουν τηρηθεί. Λέγαμε ότι η Κύπρος θα αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο…

Σ.Σ.:Βεβαίως η ένταξη της Κύπρου, στην Ε.Ε. της 1 του Μάη του 2004 είναι ένας παράγοντας που μπορεί να αξιοποιηθεί για να προχωρήσουμε στη λύση, είναι επίσης ένας παράγοντας που πρέπει να αξιοποιηθεί για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε το σχέδιο Ανάν. Όμως, στον κόσμο που ζούμε τον άδικο, το δύσκολο, το σκληρό, δεν πρέπει να τρέφουμε και ψευδαισθήσεις για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Ε.Ε. Είναι πολύ συγκεκριμένο και πολύ νωπό το παράδειγμα που θα πω για το ρόλο που διαδραμάτισε όταν η Κυπριακή δημοκρατία εκβιαζόταν με τον τρόπο που εκβιάστηκε στη Ν. Υόρκη για να αναγκαστεί η ελληνοκυπριακή πλευρά στην ουσία να συναινέσει στη διαδικασία της Ν. Υόρκης και να συναινέσει στη διαδικασία της επιδιατησίας που δεν προβλέπεται από κανένα ψήφισμα και από καμιά απόφαση του ΟΗΕ. Άρα η Ε.Ε. μπορεί να διαδραματίσει ένα ρόλο, θέλουμε να διαδραματίσει ένα ρόλο, πλην όμως γνωρίζουμε ότι και οι δυνατότητες της Ε.Ε. στις συγκεκριμένες διεθνείς πολιτικές συνθήκες που διερχόμαστε, αλλά έχοντας υπόψιν και τα ισοζύγια δυνάμεων που υπάρχουν στην ίδια την Ε.Ε, έχουν όρια. Άλλωστε ο αγγλοαμερικανικός παράγοντας από τον Απρίλιο και μετά προσπαθεί να τιμωρήσει τους ελληνοκυπρίους και την κυπριακή δημοκρατία για το όχι, που είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε, εξέφρασαν οι ελληνοκύπρικοι στο δημοψήφισμα.

Σ’ αυτό το παιχνίδι των αγγλοαμερικανών να τιμωρηθεί η κυπριακή Δημοκρατία και να αποενοχοποιηθεί η Τουρκία, συμμετέχουν και κάποιες Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν στις 17 του Δεκέμβρη του 2004, θα αποφασιζόταν η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, να υπενθυμίσω την αρχική θέση του ευρωπαϊκού συμβουλίου σε ό,τι αφορά την Τουρκία η οποία άλλαξε μέσα σ’ ένα 24ωρο, γιατί ακριβώς κάποιες δυνάμεις έξω από την Ε.Ε., ΗΠΑ αλλά και κάποιες δυνάμεις μέσα στην Ε.Ε., βρετανικός παράγων και κάποιοι άλλοι, στενοί σύμμαχοι του Αγγλοαμερικανικού παράγοντα, συνέδραμαν και συνέβαλαν στο να αλλάξει η θέση του ευρωπαϊκού συμβουλίου και να χρειαστεί να δώσουμε έναν πραγματικό αγώνα και ως Κύπρος και ως Ελλάδα για να διασφαλιστούν τα μίνιμουμ σε ό,τι αφορά στην Ευρωπαϊκή προοπτική της. Το μίνιμουμ στο οποίο εμείς ήμασταν έτοιμοι να διαπραγματευτούμε χωρίς να είμαστε εντελώς ικανοποιημένοι, ήταν ότι η Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας θα κρίνεται σε διάφορα σημεία και από τη συμπεριφορά της σε ό,τι αφορά στο κυπριακό. Από αυτή την απόφαση έμεινε ότι η Τουρκία χρειάζεται να υπογράψει και να επεκτείνει την τελωνειακή της Ένωση με όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. περιλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και βλέπουμε τώρα τα παιχνίδια που παίζονται πάλι και εντός της Ε.Ε. για το πώς μπορεί η Τουρκία από τη μια να επεκτείνει την τελωνειακή της Ένωση και από την άλλη να δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει την κυπριακή Δημοκρατία. Σε κανονικές συνθήκες αυτό το πράγμα θα χαρακτηριζόταν, και είναι, αντιφατικό και τραγελαφικό εν πολλοίς, όμως αυτός είναι ο κόσμος, για τον οποίο χρειάζεται συνεχώς ακόμα και για τα αυτονόητα να δίνεις μάχη και αγώνα. Αυτή τη μάχη και αυτό τον αγώνα διεξάγουμε.

ΠτΘ:Θεωρείτε ότι είναι σε βάρος της επίλυσης του κυπριακού ζητήματος η εγκατάλειψη του δόγματος από την ελληνική διπλωματία ότι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ περνά όμως μέσα από την επίλυση του Κυπριακού;

Σ.Σ.:Γενικά τα διάφορα δόγματα και η πολύ δογματολογία στο κυπριακό ποτέ μα ποτέ δε βοήθησε.

ΠτΘ:Εννοείτε η ελληνική δογματολογία;

Σ.Σ.: Όχι και της Κύπρου. Να υπενθυμίσω ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Δημοκρατικού Συναγερμού στην Κύπρο, κατά τη διακυβέρνηση Κληρίδη, από το 1993 έως το 2003, αυτές οι δογματολογίες, οι πυραυλολογίες, οι λεγόμενες ηφαιστειολογίες και οι θέσεις και οι απόψεις περί ύπαρξης ενεργού ηφαιστείου στην Κύπρο που θα βοηθούσε στην επίλυση του Κυπριακού προβλήματος ποσώς δε βοήθησαν στη λύση του Κυπριακού, αντίθετα συνέδραμαν στο να εκτραπεί το κυπριακό από το σωστό πλαίσιο λύσης. Εμείς συμφωνούμε και λέμε ναι, είναι αδιανόητο η Τουρκία να έχει ανοιχτή Ευρωπαϊκή Προοπτική με άλυτο το κυπριακό πρόβλημα και αν θέλετε είναι και ένας βασικός παράγοντας για τον οποίο το ΑΚΕΛ το 1995 είχε αλλάξει με συνεδριακή του απόφαση τη θέση του κόμματος για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Μέχρι τότε είναι γνωστό ότι το ΑΚΕΛ διαφωνούσε, είπε όμως ναι, αν και γνώριζε ότι από κοινωνικοοικονομικής απόψεως ο κυπριακός λαός θα δεχτεί πλήγματα, και αυτή τη στιγμή υφιστάμεθα τα πλήγματα από τις κοινωνικοοικονομικές πραγματικότητες και πολιτικές που ακολουθούνται στην Ε.Ε., γιατί υπήρχε ή υπάρχει δυνατότητα η ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου σε συνάρτηση με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας να λειτουργήσει κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ως καταλύτης για λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Τονίζω ιδιαίτερο το μπορεί να λειτουργήσει, γιατί εμείς ποτέ δεν απολυτοποιήσαμε ούτε και ωραιοποιήσαμε ούτε και αποδώσαμε περισσότερες δυνατότητες από ό,τι μπορεί να έχει μια τέτοια προοπτική. Πάντα λέγαμε ότι αυτό συναρτάται για να μπορέσει να λειτουργήσει ως καταλύτης για δίκαια και βιώσιμη λύση στο κυπριακό πρόβλημα από το τι θα επιδιώξει ο διεθνής παράγοντας, από το τι θα πράξει ο ΟΗΕ αλλά και από το τι θα κάνει και η δική μας πλευρά και έχουμε τις απόψεις μας περί αυτού. Θεωρούμε λοιπόν ότι η προηγούμενη διακυβέρνηση, η κυβέρνηση Κληρίδη για 10 χρόνια, δυστυχώς με τις παλινδρομήσεις της, με τα λάθη της, την τεθλασμένη της πορεία σε ό,τι αφορά στο κυπριακό και με τη συναίνεσή της στην εκτροπή του κυπριακού προβλήματος από το πλαίσιο συζήτησής του, συνέδραμε για να φτάσουμε εδώ που έχουμε φτάσει, μ’ αυτό το σχέδιο που κανείς δεν είναι ικανοποιημένος αλλά που δεν μπορούμε πλέον να απαλλαγούμε από αυτό και άρα πρέπει να συζητήσουμε στη βάση αυτού του σχεδίου με προοπτική βελτίωσής του.

ΠτΘ:Πάντως είστε ρεαλιστές ως πολιτικός χώρος…

Σ.Σ.: Εμείς είμαστε υποστηρικτές αυτών που έλεγε ο Τσε Γκεβάρα ότι «είμαστε ρεαλιστές και κυνηγούμε τα αδύνατα» και μέσα από αυτή τη διαλεκτική θέλουμε να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντα του Κυπριακού λαού στο σύνολό του, ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, θέλουμε να εξυπηρετήσουμε την υπόθεση της ειρήνης και της συνεργασίας στην περιοχή και της συνεργασίας και με την Τουρκία με την ευχή ότι έχοντας μια Τουρκία, που θα συμπεριφέρεται μέσα στο πλαίσιο των κανόνων και των αρχών του διεθνούς δικαίου θα έχουμε επιτέλους μια σταθερή, διαρκή ειρήνη και συνεργασία στην πολύπαθη περιοχή. Είμαστε βεβαίως ρεαλιστές αλλά αυτός ο ρεαλισμός έχει και τα όριά του, όπως και οι συμβιβασμοί που είναι αναγκαίοι στην πολιτική έχουν και τα όρια τους. Συμβιβασμοί λοιπόν αλλά να είναι μέσα στα πλαίσια αρχών και κάποιου πλαισίου ασφαλείας για το παρόν και πολύ περισσότερο για το μέλλον, για την προοπτική του λαού μας και για την ίδια την Κύπρο και Κυπριακή Δημοκρατία.

ΠτΘ: Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συζήτησή μας πάντως… Θέλετε να προσθέσετε κάτι;

Σ.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ. Θα ήθελα να κλείσω με μια ευχή. Το ΑΚΕΛ ανέκαθεν αγωνιζόταν και θα συνεχίσει να αγωνίζεται για την επίλυση του Κυπριακού το συντομότερο δυνατόν. Για μας η λύση του Κυπριακού νοείται ως λύση στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής Ομοσπονδίας χωρίς κατοχή, ως λύση που θα διασφαλίζει την επανένωση του λαού, ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων και του εδάφους της κυπριακής δημοκρατίας, ως λύση που θα ανοίγει προοπτικές στο λαό μας να ζει σε συνθήκες ασφαλείας με σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων του και των βασικών ελευθεριών του. Μια τέτοια Κύπρος θα είναι προς όφελος ολόκληρης της περιοχής και της υπόθεσης της ειρήνης στην περιοχή. Δεν έχουμε χάσει την αισιοδοξία μας, ότι σύντομα μπορεί να επιτευχθεί μια τέτοια λύση, παρ’ όλα τα αρνητικά που υπάρχουν γύρω μας, Γι’ αυτή την προοπτική το ΑΚΕΛ θα συνεχίσει να αγωνίζεται και να δίνει το άπαν των δυνάμεών του.

Τ.Β.-Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.