«Το Δημοκριτειο στη Θρακη συμβολιζει το κρατος»
Στο ρόλο που καλείται να παίξει σήμερα το Δημοκρίτειο στην ακριτική γωνιά της χώρας μας αναφέρεται ο πρύτανης του Δημοκριτείου. Κ. Ιωάννης Σχινάς σε συνέντευξή του στον ΠτΘ. Ξεκινώντας από την οικονομική κρίση που μαστίζει το Πανεπιστήμιο ο κ. Σχινάς στέκεται κριτικός απέναντι στο κράτος υποστηρίζοντας ότι σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ο στόχος και η δομή του Πανεπιστημίου βρίσκονται σε μία μεταβατική φάση, κατά την οποία ο σύνδεσμος του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας, αλλά και με το κορυφαίο πρόβλημα της εποχής μας την ανεργία, μεταβάλλει τη φυσιογνωμία του.
Ο πρύτανης ξεκινώντας από τους εθνικούς λόγους που πριν από τριάντα χρόνια επέβαλαν την δημιουργία του Πανεπιστημίου στη Θράκη, στέκεται στη συμβολή του πανεπιστημίου στην ανάπτυξη της περιοχής υποστηρίζοντας ότι σήμερα το Δημοκρίτειο βρίσκεται στη δεύτερη φάση του στοιχήματος, που είναι το άνοιγμα προς τη μειονότητα, που για να υλοποιηθεί όμως απαιτεί τη στήριξη της πολιτείας.
ΠτΘ: κ. Σχινά, τι απέφερε η συνάντηση με την Υπουργό Παιδείας, κ. Γιαννάκου σε σχέση με την οικονομική κρίση που μαστίζει το Δημοκρίτειο; Το χρονοδιάγραμμα για την αποπληρωμή του χρέους δόθηκε;
Ι.Σ.: Δεν δόθηκε κανένα χρονοδιάγραμμα εισροών για την πληρωμή του χρέους. Αυτά τα οποία απέδωσε η συνάντηση με την κ. Γιαννάκου ήταν μια πρώτη προσωπική επαφή, αρκετά εκτεταμένη, μια ειλικρινής συζήτηση για το όλο θέμα του Ευρωπαϊκού και του ελληνικού Πανεπιστημίου και μια θα έλεγα πειστική παρουσίαση των προβλημάτων υποχρηματοδότησης του ΔΠΘ, -τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις λειτουργικές δαπάνες,- των οποίων προβλημάτων και την ύπαρξη και την έκταση απολύτως αποδέχτηκε η κ. Γιαννάκου. Η κ. Γιαννάκου είπε, ότι αναγνωρίζει ότι υπάρχει πάρα πολύ σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στο τρίτο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, ότι όμως οι δημοσιονομικές δυνατότητες του υπουργείου Παιδείας είναι ασφυκτικές και ότι συνεπώς η λύση θα πρέπει να είναι πολιτικού χαρακτήρα, και κατά την έκφρασή της να δοθεί άνωθεν, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Δυστυχώς, κανένα χρονοδιάγραμμα δεν δόθηκε και πέρα από το γεγονός ότι αισθάνομαι ότι ανοίχτηκε η πόρτα ενός διαλόγου με το υπουργείο, το πρόβλημα της υποχρηματοδότησης δεν μένει απλώς εκεί που βρισκόταν, αλλά έμμεσα η άμεσα βαίνει επί τα χείρω, βαίνει οξυνόμενο.
ΠτΘ:Ποια είναι η εικόνα σήμερα των τμημάτων διεύρυνσης;
Ι.Σ.: Πρώτα – πρώτα δε θέλω να αποδώσω ευθύνες σε κανέναν. Τα τμήματα του πρώην ΕΠΕΑΕΚ στο Πανεπιστήμιό μας είναι επτά, συγκεκριμένα δύο στην Ξάνθη, δύο στην Κομοτηνή, ένα στην Αλεξ/πολη και δύο στην Ορεστιάδα. Αποτελούν δηλαδή ένα μεγάλο μέρος του πανεπιστημίου μας, και πολλά από αυτά τα τμήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Το Τμήμα Αρχιτεκτόνων, είναι το τμήμα του πανεπιστημίου μας με την υψηλότερη βάση και ένα από τα πέντε τμήματα ελληνικών πανεπιστημίων με τη υψηλότερη βάση εισαγωγής. Είναι ένα τμήμα ακριβό, φιλόδοξο και για τα λίγα χρόνια της λειτουργίας του δεν έχει ακόμα δώσει τους πρώτους πτυχιούχους του, ένα τμήμα επιτυχημένο. Η φιλοσοφία αυτού του τμήματος βασίστηκε στην αξιοποίηση των πρώτης κατηγορίας διδασκόντων στην αρχιτεκτονική στα δύο σημαντικότερα πολυτεχνεία της χώρας, δηλαδή στο Μετσόβιο, και στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου. Αυτό σημαίνει ότι προτιμήθηκε ο θεσμός των ειδικών επιστημόνων του Διατάγματος 407 προκειμένου το τμήμα αρχιτεκτόνων να στελεχωθεί με έμπειρο και πρώτης κατηγορίας διδακτικό προσωπικό, αντί να επεκταθεί σε εκλογές ΔΕΠ που κατ’ ανάγκη θα ήταν σε χαμηλές βαθμίδες. Συνεπώς το Τμήμα Αρχιτεκτόνων εξαρτάται από τον αριθμό πιστώσεων του Διατάγματος 407. Επιπλέον λόγω της απαιτούμενης αναλογίας διδασκόντων- διδασκομένων που από τη φύση των αρχιτεκτονικών σπουδών είναι πάρα πολύ απαιτητική, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις διπλωματικές εργασίες, απαιτείται και σχετικά μεγάλο διοικητικό προσωπικό, όπου και πάλι το τμήμα αρχιτεκτόνων εξαρτάται περίπου απόλυτα από τους συμβασιούχους. Πρόκειται λοιπόν για τμήμα ειδικής σημασίας. Επίσης τμήμα ειδικής σημασίας το μοναδικό στην Ελλάδα Τμήμα Μοριακής Βιολογίας, πάρα πολύ φιλόδοξο, επίσης πανάκριβο, διότι είναι εργαστηριακό και χρειάζεται υψηλής στάθμης τεχνολογικό εξοπλισμό, επίσης δεν έχει ακόμη αποδώσει τους πρώτους του απόφοιτους, για λόγους που μοιάζουν με των αρχιτεκτόνων, αλλά και για άλλους πρόσθετους λόγους. Έχει πολύ μικρό μελών ΔΕΠ, και επίσης στηρίζεται σε διδάσκοντες του 407. Ο πρόσθετος λόγος που έχει μικρό αριθμό μελών ΔΕΠ, είναι ότι ο εργαστηριακός εξοπλισμός του τμήματος ακόμα δεν έχει φθάσει στο επίπεδο που να επιτρέπει πρωτότυπη έρευνα, συγκρίσιμη με αυτή αναλόγων τμημάτων της Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης, και συνεπώς πολλοί σημαντικοί επιστήμονες, αφού αποκτήσουν εμπειρία του τμήματος παύουν να ενδιαφέρονται για καριέρα σ΄ αυτό, διότι τους παρέχει περιορισμένες ερευνητικές ικανότητες και δυνατότητες. Για άλλους λόγους άκρως σημαντικά είναι τα δύο τμήματα της Ορεστιάδας. Και το τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης και το Δασολογικό τμήμα αποτελούν τον πνεύμονα και τη ζωή της γεωγραφικά ακρότατης πόλης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μιας πόλης μακρινής, όχι μόνο για την ΕΕ, αλλά και για την Ελλάδα. Τα τμήματα αυτά είναι η ζωή, και η αισιοδοξία και η προοπτική αυτής της πόλης, τα οποία εκ των πραγμάτων υπολειτουργούν, είναι δύσκολο να γίνουν ανταγωνιστικά, θα πάρει καιρό και θα πάρει χρήμα να γίνουν ανταγωνιστικά και τα τμήματα αυτά απασχολούν από τρεις υπαλλήλους το καθένα. Τέλος έχουμε το κατεξοχήν φιλόδοξο τμήμα της Γλώσσας Φιλολογίας και Πολιτισμού των Παρευξεινίων χωρών, ένα τμήμα φτιαγμένο ειδικά για τη Θράκη, το οποίο έχει ανάγκη υψηλής στάθμης και διπλής εξωστρέφειας, εξωστρέφειας μέσα στα όρια της Θράκης, στο πολυπολιτισμικό δημογραφικό υπόβαθρο της Θράκης και έξω από τα όρια της Θράκης στις παρευξείνιες χώρες. Είναι ένα μεγάλο στοίχημα όχι μόνο του Δημοκρίτειου, αλλά θα έλεγα της Ελλάδας στην αυγή του 21ου αιώνα, της Ελλάδας, η οποία πάει να επινοήσει τον Ευρωπαϊκό της ρόλο στο γεωπολιτικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται, και το τμήμα αυτό, το ευαίσθητο και φιλόδοξο, αναγκαστικά υπολειτουργεί, διότι εκλογές μελών ΔΕΠ δεν προωθούνται, διότι ο αριθμός πιστώσεων διδασκόντων του διατάγματος 407 μειώθηκε από πέρσι κατά 30%, διότι η διοικητική του υποδομή στηρίζεται αποκλειστικά σε συμβασιούχους του ΕΠΕΑΕΚ, των οποίων οι συμβάσεις έχουν λήξει, και η λειτουργία του κρατιέται με τα δόντια. Κανένα από αυτά τα τμήματα δεν έχει αναστείλει τη λειτουργία του ούτε για μια μέρα και αγωνιζόμαστε να μην ανασταλεί η λειτουργία τους. Αλλά αισθανόμαστε έναντι της πολιτείας ορφανεμένοι. Η αναγκαστική, η μοιραία συρρίκνωση αυτών των τμημάτων αν δεν αλλάξει η αντιμετώπισή μας από την πολιτεία είναι μια ήττα της Ελλάδας, είναι υποχώρηση και βαθμιαία αποχώρηση του ελληνικού κράτους από το δύσκολο, ευαίσθητο και αδικημένο χώρο της Θράκης.
ΠτΘ:Από την μια πλευρά έχουμε την εξειδίκευση και από την άλλη τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και την ευρωπαϊκή παράδοση. Θα ήθελα να το σχολιάσετε.
Ι.Σ.: Στη φάση της παγκοσμιοποίησης το πανεπιστήμιο το οποίο είναι μεγαλειώδης επινόηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και έχει ήδη ιστορία σχεδόν εννέα αιώνων, κράτησε μια ουσία και μια ταυτότητα. Αυτή τη στιγμή ο ορισμός, ο στόχος και η δομή του πανεπιστημίου βρίσκονται σε μεταβατική φάση και θα έλεγα ότι τίθενται ουσιαστικά σε μηδενική βάση. Το βασικό χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι η αγορά. Το πανεπιστήμιο το οποίο αποτελεί μια ολότητα,- αυτό θα πει universitas,- διδασκόντων και διδασκόμενων, χωρίς σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο, στόχους είχε την διδασκαλία και την έρευνα, δηλαδή την μετάδοση και την προαγωγή της επιστημονικής γνώσης, πράγματα που αποτελούν δημόσια αγαθά, και για το λόγο αυτό το ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο υπήρξε πάντα δημόσιο και στηρίχθηκε σε δύο αρχές Δημοσίου Δικαίου, την ακαδημαϊκή ελευθερία και το πανεπιστημιακό άσυλο, και επεκτάθηκε υπερβολικά για λόγους οι οποίοι εξηγούνται από πολλών ειδών κρατικές επιδιώξεις, που όμως δεν ανάγονται ούτε στην ανάγκη της μετάδοσης της γνώσης, ούτε στην ανάγκη της προαγωγής της γνώσης, αλλά σε άλλου είδους και άλλης κατηγορίας ανάγκες. Το πανεπιστήμιο ογκώθηκε τόσο πολύ, ώστε εκ των πραγμάτων απέκτησε και έναν τρίτο προορισμό, και λέω τρίτο προορισμό ιστορικά όχι κατ΄ ανάγκη αξιολογικά, και ο τρίτος αυτός προορισμός είναι η προετοιμασία των πτυχιούχων για την αγορά εργασίας, δηλαδή η ανταγωνιστικότητα των πτυχίων, και ο όρος ανταγωνιστικότητα είναι όρος της ελεύθερης αγοράς.
Συνεπώς το πανεπιστήμιο ανεπαισθήτως έχει μετατραπεί σε επιχείρηση, έχει ανάγκη από πόρους και τους πόρους αυτούς οφείλει να τους μετατρέπει σε ανταγωνιστικότητα των πτυχιούχων του ή των μεταπτυχιακών διπλωματούχων ή των διδακτόρων, μέσα σε μια ευρύτατη εθνική και ήδη ενιαία ευρωπαϊκή και δυνάμει παγκόσμια αγορά εργασίας. Εντάσσεται δηλαδή σήμερα το πανεπιστήμιο αφενός στις προβληματικές επιχειρήσεις, στις επιχειρήσεις δηλαδή που τα έξοδά τους υπερβαίνουν τα έσοδά τους, και συνάμα σε μηχανισμό αντιμετώπισης εκείνου του οποίου όλες οι πρόσφατες σφυγμομετρήσεις, όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής κοινωνίας, χαρακτηρίζουν ως το κορυφαίο πρόβλημα της εποχής μας, δηλαδή την ανεργία. Αυτός ο σύνδεσμος ο διαρκώς σαφέστερος και διαρκώς απαιτητικότερος του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας, είναι αυτός ο οποίος κυρίως μεταβάλλει τη φυσιογνωμία του. Και αυτή η έξαρση του αγοραίου ρόλου του πανεπιστημίου είναι εν μέρει απότοκος της διόγκωσής τους και άρα της αδυναμίας του κράτους να εκπληρώσει τις συνταγματικές και νόμιμες υποχρεώσεις του απέναντι στο πανεπιστήμιο, δηλαδή με την επιχορήγηση του, να καλύπτει πλήρως και αποκλειστικά τις λειτουργικές του δαπάνες. Το οικονομικό πρόβλημα του πανεπιστημίου δεν περιορίζεται βέβαια στην επιχορήγηση των λειτουργικών δαπανών. Σε τελευταία ανάλυση όλα σε μια επιχείρηση, και το πανεπιστήμιο μας μάς το κάνανε επιχείρηση, είναι οικονομικά με την έννοια, ότι χρειάζεται υλικοτεχνική υποδομή, χρειάζεται κτήρια, χρειάζεται εργαστήρια, χρειάζεται βιβλιοθήκες. Αυτά πρέπει αφενός να επαρκούν λειτουργικά, αφ ετέρου δε να είναι τέτοια, ώστε να δημιουργούν μαθησιακό και ερευνητικό περιβάλλον, ώστε να κάνουν το διδάσκοντα και τον διδασκόμενο ευτυχείς και περήφανους για την δουλειά τους. Χρειάζεται επάρκεια προσωπικού και αριθμητική και ποιοτική, και χρειάζεται ανανέωση των σπουδών. Αυτό δεν συνδέεται μόνο με την ανάγκη κάλυψης ορισμένης διδακτέας ύλης, που συχνά είναι και ευρεία και περίπλοκη και δυναμική, αλλά επιπλέον πρέπει να μπορεί να προσελκύει τους καλύτερους. και για να προσελκύει τους καλύτερους πρέπει να είναι ελκυστικό, όχι μόνο ως περιβάλλον, αλλά και ως πόρος ζωής. Το γεγονός δηλαδή ότι στην Ευρώπη των 15 η Ελλάδα έρχεται τελευταία, 15η ως προς τις αποδοχές των πανεπιστημιακών, και βρίσκεται πολύ – πολύ χαμηλότερα από την προτελευταία χώρα των 15 που είναι η Πορτογαλία, δείχνει επίσης μια παραίτηση του κράτους από φιλοδοξίες σε ό,τι αφορά την ποιότητα της Παιδείας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, υπάρχουν και άλλα. Φέτος όχι μόνο μειώθηκε κατά 50% ο αριθμός των νέων θέσεων ΔΕΠ ανά πανεπιστήμιο προς προκήρυξη, αλλά επιπλέον δηλώθηκε από το υπουργείο ότι, σε ό,τι αφορά στα τμήματα της διεύρυνσης, δεν πρόκειται να διοριστούν οι εκλεγέντες μετά την 1η Ιουλίου 2004 και ζητήθηκε η διακοπή των εκκρεμών διαδικασιών εκλογής μελών ΔΕΠ, εκείνων οι οποίοι στηρίχθηκαν σε μια νόμιμη προκήρυξη της θέσης, και βρίσκονται στη διαδικασία όπου φυσιολογικά τείνει στην εκλογή. Αυτά όλα σταματάνε και δεν είναι μόνο αυτό. Μιλήσαμε για τη μεγάλη σημασία του θεσμού των ειδικών επιστημόνων του διατάγματος 407, για την λειτουργία των τμημάτων διεύρυνσης. Ο αριθμός αυτός μειώθηκε για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, κατά 33%. Υπήρχαν 1.800 θέσεις πέρσι για τα ελληνικά πανεπιστήμια και φέτος 800. Και δεν είναι μόνο αυτό, διότι ο θεσμός του διατάγματος 407 δεν εξυπηρετεί μόνο καινούργια τμήματα, εξυπηρετεί και παλιά τμήματα, διότι είναι το φυτώριο μες από το οποίο θα επιλεγούν οι νέοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, και το φυτώριο αυτό περίπου καταργείται με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την δυνατότητα αξιοκρατικής και επιλεκτικής στελέχωσης του διδακτικού προσωπικού των παλαιών τμημάτων. Και βέβαια θέσεις διοικητικού προσωπικού με την αξιοκρατική διαδικασία του ΑΣΕΠ δεν δίδονται ολωσδιόλου, αλλά και οι συμβασιούχοι, εκ των οποίων οι περισσότεροι εν καιρώ θα ενταχθούν με σχέση εργασίας αόριστου χρόνου, δεν προέρχονται από την αξιοκρατική διαδικασία του ΑΣΕΠ, διότι ο αρχικός διορισμός τους, στα πλαίσια του ΕΠΕΑΕΚ, έγινε χωρίς καμία διαδικασία. Και εν πάση περιπτώσει και αυτοί βρίσκονται τη στιγμή αυτή μετέωροι. Υπάρχει μια προφορική διαβεβαίωση του υπουργείου ότι τρόπον τινά θα καλυφθούν οικονομικώς από 1 Ιανουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου 2005, αλλά γραπτή δέσμευση το υπουργείο δεν ανέλαβε. Αυτή είναι αυτή τη στιγμή η κατάσταση.
ΠτΘ: Έναντι των άλλων ελληνικών πανεπιστημίων ποια είναι η ιδιαιτερότητα του Δημοκριτείου;
Ι.Σ.: Όπως είναι γνωστό το Δημοκρίτειο άρχισε να λειτουργεί πριν 31 χρόνια, με δύο τμήματα, το τμήμα Νομικής στην Κομοτηνή και το τμήμα Πολιτικών Μηχανικών στην Ξάνθη, και γρήγορα αναπτύχθηκε. Ήταν μια ιδέα τότε πρωτότυπη. Βεβαίως λειτουργούσαν ήδη περιφερειακά πανεπιστήμια, και το πανεπιστήμιο Πατρών, και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, άλλωστε μην ξεχνάμε ότι και το Αριστοτέλειο όταν ιδρύθηκε ήταν περιφερειακό πανεπιστήμιο, στα χρόνια του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, και του πήρε πολύ καιρό για να γίνει κεντρικό πανεπιστήμιο και το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας.
Το Δημοκρίτειο είναι σαφές ότι έγινε για λόγους εθνικούς. Δεν είναι όμως διόλου αυτονόητο το τι σημαίνει στην κάθε εποχή εθνικοί λόγοι. Εκείνη την εποχή οι εθνικοί λόγοι είχαν να κάνουν με τη δημογραφική σύνθεση του θρακιώτικου πληθυσμού, με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η ίδρυση του πανεπιστημίου αποσκοπούσε άμεσα να τονώσει το ηθικό του πληθυσμού της Θράκης. Το πανεπιστήμιο επεκτάθηκε πάρα πολύ γρήγορα. Στον περσινό εορτασμό των 30 χρόνων λέχθηκαν πάρα πολλά για την πορεία του πανεπιστημίου, θα μπορούσα πολύ σύντομα να πω ότι από ένα εντελώς περιθωριακό ίδρυμα σ΄ ένα τόπο ανέτοιμο, στην άκρη του πουθενά, αναδείχθηκε το τρίτο σε μέγεθος πανεπιστήμιο της χώρας, ένα πανεπιστήμιο πολυεδρικό, όπως απαιτούσε η δομή του χώρου της Θράκης, και σ΄ ένα πανεπιστήμιο με πλήρη την έννοια του όρου, δηλαδή κυρίως με πάρα πολλά τμήματα τα οποία καλύπτουν με μεγαλύτερη ή μικρότερη πληρότητα ευρύτατο φάσμα γνωστικών αντικειμένων. Το πανεπιστήμιο σ΄ αυτά τα 30 χρόνια έπαιξε ένα πρωτεύοντα αναπτυξιακό ρόλο στη Θράκη. Σήμερα το πανεπιστήμιο ως ένας οργανισμός με 500 περίπου μέλη ΔΕΠ, με 20.000 περίπου φοιτητές προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, με 18 τμήματα σε 4 πόλεις, μ΄ ένα μεγάλο αριθμό εργαζομένων, είτε απευθείας στο πανεπιστήμιο, είτε μέσω των εργολαβιών, είτε μέσω των τεχνικών έργων του πανεπιστημίου, είτε και με την παρουσία γονέων και συγγενών των φοιτητών, υπολογίζεται ότι αφήνει στη Θράκη όχι λιγότερο από 12 εκατ. ευρώ το μήνα. Είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης και ο μεγαλύτερος πελάτης της Θράκης. Και επειδή ένα πανεπιστήμιο παράγει επιστημονική γνώση, είναι ένας θεσμός δημόσιος και ενσαρκώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την παρουσία του ελληνικού κράτους στη Θράκη, συνεπώς η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ τη σημασία ενός μεγάλου πανεπιστημίου. Για τη Θράκη είναι ένας θεσμός κοινωνικής συνοχής και ένας θεσμός εθνικής ασφάλειας, πιθανώς εξίσου σημαντικός, πιθανώς σημαντικότερος από τις ένοπλες δυνάμεις και από την εκκλησία. Το Δημοκρίτειο πέτυχε η Θράκη να ξεκολλήσει από την οικονομική μιζέρια, πέτυχε ο Θρακιώτης να αισθανθεί ασφαλής και το περίσσευμα των χρημάτων του να μην το επενδύει μακριά, αλλά να το επενδύει εδώ στη Θράκη, και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο εθνικό επίτευγμα του πανεπιστημίου. Το πανεπιστήμιο αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από την τοπική κοινωνία, δεν αντιμετωπίστηκε θετικά, διότι η τοπική κοινωνία για πλήθος λόγων απολύτως εξηγήσιμων, είναι μια κοινωνία έντονα εσωστρεφής, επιφυλακτική, ομφαλοσκοπική και φοβισμένη. Και είναι μια κοινωνία μικτή. Αν αυτή ήταν η αντιμετώπιση από το χριστιανικό κομμάτι του πληθυσμού της Θράκης, η αντιμετώπιση από το μουσουλμανικό κομμάτι υπήρξε ακόμα αρνητικότερη. Είπαν ότι το πανεπιστήμιο αυτό δεν μας αφορά, δεν έχουμε καμία σχέση και ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Θράκης δεν έπαψε για τις ανάγκες ανώτατης παιδείας να στρέφεται στη γειτονική χώρα. Όμως ο εθνικός ρόλος του Πανεπιστημίου της Θράκης έχει αλλάξει. Αυτή τη στιγμή το Πανεπιστήμιο Θράκης καλείται να κάνει άλλα πράγματα. Πλέον δεν λείπει τόσο η αίσθηση ασφάλειας στο χριστιανό Θρακιώτη. Αυτό το οποίο πρέπει πλέον να γίνει, και έχει αρχίσει να γίνεται, είναι το άνοιγμα του πανεπιστημίου στην μειονότητα. Διότι η μουσουλμανική μειονότητα είναι έλληνες πολίτες, ευρωπαίοι πολίτες που έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τους χριστιανούς έλληνες και πρέπει να βοηθηθούν, ώστε να ενσωματωθούν στη χώρα αυτή. Πρέπει να γίνουν κοινωνοί της παιδείας μας και αυτό είναι η δεύτερη φάση του μεγάλου Εθνικού στοιχήματος του Δημοκριτείου και δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί σ΄ αυτό το δεύτερο στοίχημα, το πιο δύσκολο, αν δεν ενισχυθεί η ακαδημαϊκή του στάθμη, αν δεν βοηθηθεί να αναπτύσσεται εσωτερικά ολοένα περισσότερο, αν δηλαδή δεν βοηθηθεί οικονομικά, δραστικά, από την πολιτεία. Φοβούμαι δε, για όλους τους λόγους που είπα, ότι το Πανεπιστήμιο Θράκης σ΄ αυτήν εδώ την περιοχή συμβολίζει το κράτος, συμβολίζει την ελληνική δημοκρατία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από διεθνή θέση, από θέση στην ΕΕ, από θέση γεωπολιτική, αλλά και από την ουσία της Δημοκρατίας, δηλαδή το αντιπροσωπευτικό σύστημα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ενημέρωση, τη γνώση, ώστε το αντιπροσωπευτικό σύστημα να λειτουργεί συνειδητά και τα ανθρώπινα δικαιώματα να υλοποιούνται. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του Πανεπιστημίου Θράκης απέναντι στα υπόλοιπα 21 ελληνικά πανεπιστήμια, και αυτό είναι το βασικό επιχείρημά μας όταν λέμε ότι, και αν ακόμα το ελληνικό κράτος αποφάσισε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο εν γένει, για να εγκαταλείψει το ΔΠΘ θα πρέπει να το σκεφτεί άλλη μια φορά.
ΠτΘ:κ. Σχινά σας ευχαριστούμε πολύ.
Ι.Σ.:Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Ηλιάνα Κωστή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
