Μαχη για την ψηφο της μειονοτητας
Στο χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές οι πολιτικές παρατάξεις αναμένεται να ρίξουν όλα τα όπλα που διαθέτουν προκειμένου να πείσουν και τους τελευταίους αναποφάσιστους ψηφοφόρους. Ειδικότερα όμως το βάρος θα δοθεί σε ειδικές κατηγορίες του πληθυσμού που αποτελούν και μια κρίσιμη παράμετρο η οποία από ό,τι φάνηκε στο πρόσφατο παρελθόν δεν προσμετρήθηκε όσο θα έπρεπε από τη Ν.Δ. με αποτέλεσμα να παρουσιάζει σημαντική υστέρηση σε ποσοστά τόσο στους παλιννοστούντες όσο και στη μειονότητα της Θράκης.
Σ΄ αυτή την εκλογική αναμέτρηση οι πληθυσμοί των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα και έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα ψήφου, όπως επίσης οι παλιννοστούντες και η μειονότητα, έχουν αποκτήσει και για τη Ν.Δ. έντονο εκλογικό ενδιαφέρον, κάτι που αποτυπώθηκε και στην αυτοπρόσωπη παρουσία του κ. Καραμανλή στην Κομοτηνή από όπου ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανακοίνωσε τις βασικές αρχές ενός προγράμματος για την μειονότητα που προσπάθησε να απαντήσει στα βασικότερα αιτήματα που τέθηκαν από την πλευρά πολιτευτών και άλλων παραγόντων που προέρχονται από τον χώρο της Ν.Δ. Όπως παραδέχονται, όμως και δημοσίως κύκλοι της Ν.Δ., μπούσουλα για την μειονοτική πολιτική του κόμματός τους αποτελεί η πολιτική που άσκησε το ΠΑΣΟΚ από το 1993 και μετά και η οποία δικαιώθηκε ιστορικά μέσα στο χρόνο.
Ήταν ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου που θέσπισε το 1995 το μέτρο για την προνομιακή εισαγωγή των μουσουλμανοπαίδων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, ενώ ήταν ο Γεράσιμος Αρσένης που το 1996 ως υπουργός Εθνικής Άμυνας υπέστειλε με πανηγυρικό τρόπο την μπάρα του Εχίνου που συμβόλιζε διαχρονικά τις ένοχες πολιτικές του ελληνικού πολιτικού συστήματος έναντι ειδικών πληθυσμιακών ομάδων οι οποίες ανεξήγητα καταδικάστηκαν σε κοινωνική και οικονομική απομόνωση για ολόκληρες δεκαετίες. Το 1999 ήταν η σειρά του υπουργού Εσωτερικών Αλέκου Παπαδόπουλου να προβεί με κυβερνητική απόφαση στην κατάργηση του περίφημου άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, που αποτέλεσε την αφορμή ώστε επί δεκαετίες να αφαιρείται από ανύποπτους πολίτες με συνοπτικές διαδικασίες η ιθαγένεια και με τον τρόπο αυτό να καθίσταται αδύνατη η περαιτέρω παραμονή τους στη χώρα ή να παραμένουν εντός της χώρας με το στίγμα του ανιθαγενούς, του ανθρώπου χωρίς ταυτότητα και χωρίς νομική υπόσταση για το κράτος που τους φιλοξενούσε.
Το καλοκαίρι του 1999 και πριν από τους σεισμούς στην Τουρκία, ο Γ. Παπανδρέου που μόλις πριν από λίγους μήνες είχε αναλάβει υπουργός Εξωτερικών, σε μια ιστορική συνέντευξη στο περιοδικό «Κλίκ» και στον δημοσιογράφο Σταύρο Θεοδωράκη, είχε πει σε σχέση με τον αυτοπροσδιορισμό των πολιτών της μειονότητας της Θράκης: «δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος πολίτης αυτοπροσδιορίζεται ως έλληνας, τούρκος, τσιγγάνος ή οτιδήποτε άλλο. Το ζήτημα είναι να σέβεται τους νόμους, την δημοκρατία και τα σύνορα της χώρας μέσα στην οποία ζει». Η φράση του αυτή αποτέλεσε αφορμή για σκληρή κριτική από τη Ν.Δ. που έφτασε να τον κατηγορήσει μέχρι και για υπονόμευση της εθνικής ακεραιότητας της χώρας!
Ακολούθησαν οι σεισμοί του Αυγούστου στην Τουρκία και του Σεπτεμβρίου στην Αθήνα που έδωσαν μια πρωτοφανή ώθηση στην προσπάθεια αλλαγής του κλίματος ανάμεσα στις δύο χώρες και πολιτικής προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας. Και αυτή η προσπάθεια λοιδωρήθηκε, κατακρίθηκε πολλές φορές με οξύτατους χαρακτηρισμούς ανάλογους με εκείνους που είχαν ακουστεί την περίοδο Έβερτ για υπόθεση των Ιμίων.
Τον Δεκέμβριο του 1999 στην διάσκεψη κορυφής του Ελσίνκι κρίθηκε ουσιαστικά ένα μεγάλο κομμάτι των ευρωτουρκικών σχέσεων με την Ελλάδα να δίνει την συγκατάθεσή της για να ξεκλειδώσει η ευρωπαϊκή πόρτα για την Τουρκία, και να τοποθετεί ταυτόχρονα τις όποιες ελληνοτουρκικές διαφορές πέραν τη υφαλοκρηπίδας στο επίπεδο της ευρωπαϊκής προοπτικής της Άγκυρας μέσα από την δέσμευση για παραπομπή τους στο ευρωπαϊκό δικαστήριο της Χάγης μετά την υπογραφή συνυποσχετικού ανάμεσα στις δύο χώρες. Το γεγονός αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή του κλίματος ανάμεσα στους πολίτες της μειονότητας που πάντοτε ζούσαν με τον φόβο δραματικών ανατροπών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ανατροπών που δυσχέραιναν συνήθως τη ζωή και την καθημερινότητά τους. Σήμερα, 5 χρόνια μετά, η ηγεσία της Ν.Δ. υποστηρίζει ότι μάχεται για την ελληνοτουρκική προσέγγιση, έχει όμως αξία να σταχυολογηθούν ορισμένες απόψεις που εξέφρασε την εποχή εκείνη ο κ. Πέτρος Μολυβιάτης που φέρεται μάλιστα και ως πιθανός υπουργός Εξωτερικών σε ενδεχόμενη κυβέρνηση της Ν.Δ. Έλεγε λοιπόν ότι «η νέα, αναθεωρημένη πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη έναντι της Τουρκίας όχι μόνο δεν ωφέλησε τη χώρα, αλλά και διολισθαίνει συνεχώς προς επικίνδυνες καταστάσεις» και πρόσθετε: «μετά τα Ίμια και ενώ η Τουρκία διατυπώνει την θεωρία των γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, ο κ. Σημίτης εξαγγέλλει από την Ουάσιγκτον τη βήμα προς βήμα πολιτική της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών με αποτέλεσμα οι αυθαίρετες τουρκικές διεκδικήσεις που απερρίπτοντο από όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις να μετατρέπονται σε διμερείς διαφορές που θα λυθούν μία μία».
Τρία χρόνια μετά το Ελσίνκι, δηλαδή το 2002, ο…εν αναμονή υπουργός Εξωτερικών έλεγε τις διαπιστώσεις του για την πολιτική του Ελσίνκι και τις διατύπωνε ως εξής: « η διάγνωση τρία χρόνια μετά είναι δραματική. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί πλέον να διαπραγματευθεί με την Τουρκία τις μεθοριακές διενέξεις και συναφή θέματα, ολόκληρο δηλαδή το καθεστώς του Αιγαίου, αφού η ρύθμιση των μεν μεθοριακών διαφορών μπορεί να συνεπάγεται λογικά μεταβολή των συνόρων, τα δε συναφή θέματα μπορεί να καλύψουν όλο το εύρος των τουρκικών διεκδικήσεων».
Όταν το 2001 επισκέφθηκε την Θράκη ως υπουργός Εσωτερικών η κ. Βάσω Παπανδρέου, μεταξύ των διακηρύξεών της για τη μειονότητα ήταν και η εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας ως δεύτερης προαιρετικής γλώσσας στα γυμνάσια και τα λύκεια της Θράκης. Αν και αποσύρθηκε τελικά από το επίσημο κείμενο της ομιλίας της αυτή η φράση, η διαρροή της στον αθηναϊκό τύπο αποτέλεσε ικανή συνθήκη για τον βουλευτή Θεσσαλονίκης κ. Σπηλιόπουλο ώστε να προβεί σε ερώτηση προς τον τους υπουργούς Εσωτερικών και Παιδείας, στην οποία επέσειε τον εθνικό κίνδυνο για την Ελλάδα από την στιγμή που υιοθετούνταν μια ανάλογη θέση. Για την ιστορία, η πρόταση αυτή επανήλθε από τα χείλη του Γ. Παπανδρέου πριν από λίγες εβδομάδες στον Εχίνο της Ξάνθης, όπου και ανακοίνωσε την εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως προαιρετικό μάθημα, έτσι ώστε οι διάφορες πολιτισμικές ομάδες της Θράκης να μπορούν να καλλιεργούν την δική τους γλώσσα, ενώ αναγνώρισε την ανάγκη για τη δημιουργία δίγλωσσων νηπιαγωγείων για να μπορούν τα παιδιά της μειονότητας να διδάσκονται από πολύ μικρά την μητρική τους γλώσσα.
Παράλληλα, στη διάρκεια των τελευταίων οχτώ χρόνων δαπανήθηκε συνολικά από την ελληνική πολιτεία για τις λειτουργικές δαπάνες της μειονοτικής εκπαίδευσης και για την υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων το ποσό του 1,5 δις δραχμών.
Πριν από λίγες εβδομάδες ο κ. Καραμανλής ανακοίνωσε από την Κομοτηνή την πρότασή του για μια «σύγχρονη ευρωπαϊκή μειονοτική πολιτική» που έχει τρεις άξονες: «την ευρωπαϊκή λογική η οποία διέπει την πολιτική της Ν.Δ. σε όλα τα επίπεδα, τις απόψεις της ίδιας της μειονότητας που εκφράζονται μέσα από διαρκή και συστηματικό διάλογο και τον σεβασμό των Διεθνών Συνθηκών και ειδικότερα της Συνθήκης της Λωζάννης». Μεταξύ των δεσμεύσεων περιλαμβάνονται ο εκσυγχρονισμός των σχολικών υποδομών, η αναβάθμιση της ΕΠΑΘ, η δημιουργία μαθητικών εστιών, η ενίσχυση της πρόσθετης διδασκαλίας κλπ. Επίσης απόλυτος σεβασμός της ακώλυτης άσκησης του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, προστασία της βακουφικής περιουσίας και λήψη μέτρων για την καλύτερη διοίκησή της και πολλά ακόμα ζητήματα που αφορούν τις υποδομές στη Θράκη εν γένει.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για θετικό βήμα, ειδικά όταν προέρχεται από ένα κόμμα όπως η Ν.Δ., με τόσο αντιφατικό παρελθόν και παρόν στον τομέα των μειονοτικών δικαιωμάτων, μετά τη γενναία διακήρυξη της πολιτικής της Ισονομίας και της Ισοπολιτείας από τον Κ. Μητσοτάκη το 1991, την οποία όμως κλήθηκαν να υλοποιήσουν άνθρωποι όπως ο νομάρχης Ροδόπης της περιόδου 1990-93 κ. Διονύσιος Καραχάλιος και η τότε υφυπουργός Εξωτερικών κ. Βιργινία Τσουδερού.
Η μειονότητα όμως θα κλιθεί να απαντήσει σε αυτές τις εκλογές μεταξύ άλλων και στο μεγάλο δίλημμα για το ποιος μπορεί να εγγυηθεί τη συνέχεια των πολιτικών που αναπτύχθηκαν στην Θράκη τα προηγούμενα χρόνια και ποιος είναι σε θέση να κινηθεί καλύτερα για τον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου πλαισίου. Μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου ή μια κυβέρνηση της Ν.Δ. με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή;
Είναι ένα δίλημμα που ξεπερνά πρόσωπα υποψηφίων βουλευτών ή τοπικών κομματαρχών, γιατί στην ουσία επιζητεί μια απάντηση σχετική με την πρόκληση της νέας εποχής.
Δ.Δ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
