Με αφορμη την κοινωνικη διασταση της εργασιας
Τον τελευταίο καιρό γινόμαστε μάρτυρες περιστατικών παραβίασης των εργασιακών δικαιωμάτων. Δικαιώματα κατοχυρωμένα θεσμικά από χρόνια αμφισβητούνται, νέες μορφές εργασίας καθιερώνονται για την πάταξη του φαινομένου της ανεργίας που κάθε άλλο παρά λύση στο πρόβλημα δίνουν και στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης παραβιάζονται καθημερινώς δικαιώματα χρόνων προκαλώντας κοινωνική ασφυκτική πίεση στους εργαζόμενους. Καινούργιοι όροι όπως απασχολησιμότητα, μερική απασχόληση και ευελιξία της εργασίας κάνουν την εμφάνισή τους.
Για το μεγάλο θέμα αυτό ο ΠτΘ συζητά σήμερα με την διδάκτορα του Εργατικού Δικαίου του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Λευκή Κιοσσέ Παυλίδου. Η κ. Κιοσσέ –Παυλίδου σημειώνει την ανάγκη τα μέτρα που λαμβάνει η πολιτεία να έχουν ως γνώμονα την κοινωνική ευημερία και όχι την οικονομία, μιλά για την ανατροπή του ωραρίου και των εργασιακών σχέσεων, για την μερική απασχόληση αλλά και για την ευκολία με την οποία σήμερα μία απεργία κηρύσσεται παράνομη και καταχρηστική.
«Όσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος, το κεφάλαιο που λειτουργεί, η έκταση και η ένταση της αύξησής του, επομένως και το απόλυτο μέγεθος του προλεταριάτου και η παραγωγική δύναμη της εργασίας του, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός», γράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.
Και όπως πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει η κ. Κιοσσέ –Παυλίδου, η αντίληψη ότι «η εργασία «είναι εμπόρευμα» και ως τέτοια πρέπει τάχα να αντιμετωπίζεται, χωρίς καμιά κοινωνική διάσταση, ανάγεται στη ρωμαϊκή εποχή και, εάν κάναμε τόσα βήματα στο νομικό πολιτισμό για να δημιουργήσουμε νεόδουλους, η κοινωνία αυτό θα το βρει μπροστά της».
Λευκή Κιοσσέ –Παυλίδου όμως…
ΠτΘ: Στις αρχές του 21ου αιώνα και ενώ δεν θα έπρεπε να μιλάμε για καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων στην ουσία φαίνεται να διανύουμε έναν μεσαίωνα. Βλέπουμε να θεσπίζεται η ημιαπασχόληση, η ανεργία να βρίσκεται σε υψηλούς δείκτες να καταπατώνται εργασιακά δικαιώματα, όπως της ασφάλισης. Ποια είναι η άποψή σας;
Λ.Κ.-Π: Το εργατικό δίκαιο είναι δημιούργημα του 20ου αιώνα. Η πρώτη διεθνής σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε το 1919, αφορούσε προστασία εργασιακού δικαιώματος, και συγκεκριμένα του χρόνου εργασίας. Τα εργασιακά δικαιώματα, δηλαδή θεσμικά προστατεύονται. Το ζήτημα είναι όμως όταν διανύουμε περιόδους που όπως λέει και ο Μαρξ «περιμένουν οι στρατιές των ανέργων…», τότε αυτά καταπατώνται. Και αυτό γιατί τα εργασιακά δικαιώματα επηρεάζονται άμεσα από τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. Με την έναρξη της δεκαετίας του 1980, αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της κρίσης του εργατικού δικαίου και αναπτύχθηκε μια «νομική φιλολογία» για την αναγκαιότητα της «απορύθμισης» του εργατικού δικαίου. Κύρια αιτιολογία: ο διεθνής ανταγωνισμός, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, οι συνέπειες της «οικονομικής κρίσης» – η οποία άρχισε να εμφανίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η εξυπηρέτηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που πρέπει να πεισθούμε άπαντες, ότι στην επιτυχία αυτού του στόχου πρέπει να συμβάλλουν όλοι εργοδότες, αλλά κυρίως εργαζόμενοι, αποδεχόμενοι «ελαστικότητα» και «ευκαμψία» στις εργασιακές τους σχέσεις. Μάλιστα τα αιτήματα αυτά υιοθετούνται σήμερα ως πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας από τις κυβερνήσεις του βιομηχανικού κέντρου. Όλα όμως τα μέτρα αυτά ούτε την ανεργία μείωσαν, αντίθετα οι δείκτες όπως είπατε είναι υψηλοί και δημιουργούν αργά αλλά σταθερά, επιστροφή στη μη διακηρυγμένη ευτυχώς αντίληψη, αλλά ευρέως διαδεδομένη ότι η εργασία «είναι εμπόρευμα» και ως τέτοια πρέπει τάχα να αντιμετωπίζεται, χωρίς καμιά κοινωνική διάσταση. Η αντίληψη όμως αυτή ανάγεται στη ρωμαϊκή εποχή και στο ρωμαϊκό δίκαιο και αν κάποιοι σήμερα επιθυμούν να την αντιλαμβάνονται ως τέτοια, τότε σήμερα δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί το περιτύλιγμα αυτού του εμπορεύματος που είναι άνθρωποι.
ΠτΘ: Πιστεύετε δηλαδή ότι θα έρθει εποχή που ο εργάτης θα είναι res;
Λ.Κ.-Π: Αισιοδοξώ ότι δεν θα φθάσουμε εκεί, διότι πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα έρθει εποχή που η μίσθωση ενός χωραφιού και η μίσθωση εργασίας ενός ανθρώπου θα διέπεται από τους ίδιους κανόνες, δηλαδή από τους κανόνες του ενοχικού δικαίου. Αλίμονο αν κάναμε τόσα βήματα στο να δημιουργήσουμε ένα νομικό πολιτισμό, – και το εργατικό δίκαιο είναι μία από τις ωραιότερες κατακτήσεις του δικαίου, – να επιστρέψουμε στην αντιμετώπιση της εργασίας και του εργαζόμενου ανθρώπου ως res, ως πράγμα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε ρύθμιση υπάρχουν άνθρωποι και οι ρυθμίσεις ανθρώπους αφορούν και ανθρώπους πλήττουν. Αναφέρατε προηγουμένως την ημιαπασχόληση. Πιστεύω λ.χ. ότι οι νέες ρυθμίσεις από το 1990 και εντεύθεν, που αφορούν τη μερική απασχόληση, δεν αποβλέπουν στη μείωση της ανεργίας, αφού δημιουργούμε μερικώς ανέργους, ούτε απελευθερώνονται θέσεις εργασίας. Αποβλέπουν κυρίως και πάλι στην αύξηση των κερδών με τη μείωση του περιβόητου κόστους. Προφανώς και δεν είμαι κατά της μερικής απασχόλησης. Είμαι όμως υπέρ όταν αυτή αποτελεί επιλογή των ανθρώπων, όπως λ.χ. ένας άνθρωπος που μετά από πολλά χρόνια, επιθυμεί να δουλεύει λιγότερες ώρες ή μια γυναίκα που έχει φροντίσει μικρά παιδιά, ή υπερήλικα άτομα (ας μη ξεχνάμε ότι αυτή κυρίως φροντίζει και ας μη ξεχνάμε επίσης ότι η μερική απασχόληση είναι γένους θηλυκού). Έτσι όμως η μερική απασχόληση όπως εισηγήθηκε από το 1990 και εντεύθεν, δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά επιβολή.
ΠτΘ: Από το 1990 έχει θεσπιστεί η μερική απασχόληση;
Λ.Κ.-Π.: Ναι, με το άρθρο 41 του Ν.1890/1990. Υπήρχε η πεποίθηση και ήταν τόσο εδραιωμένη η αντίληψη ότι όταν μιλάμε για εργασία, μιλάμε για πλήρη απασχόληση που μερικοί θεωρούσαν ότι η μερική απασχόληση απαγορεύεται. Υπήρχε δηλαδή μία λανθασμένη αντίληψη. Και μάλιστα ρυθμίζονταν μέσα στα πλαίσια ελευθερίας των συμβάσεων, δεν υπήρχε θεσμικό καθεστώς. Εισήχθη ως θεσμός στο ελληνικό δίκαιο το 1990 για πρώτη φορά και έχει υποστεί δύο τροποποιήσεις συνεχώς διευρυνόμενες. Μάλιστα μέχρι πρόσφατα δεν επιτρεπόταν στο δημόσιο από τις 28 Αυγούστου και εντεύθεν επιτρέπεται η μερική απασχόληση και στο δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
ΠτΘ: Τι εννοείτε όταν λέτε ότι τα εργασιακά δικαιώματα επηρεάζονται άμεσα από τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις με αποτέλεσμα να έχουμε και στην πράξη παραβίασή τους;
Λ.Κ.-Π.: Όλα τα μέτρα που έχουν σχέση με τον εργαζόμενο δεν μπορούν να έχουν ως γνώμονα τους οικονομικούς δείκτες και εγώ πιστεύω ότι αυτούς τους δείκτες έχουν υπ’ όψιν τους. Πρέπει να έχουν σαν γνώμονα την ευημερία της κοινωνίας και όχι της οικονομίας. Καταλαβαίνω ότι για κάποιους αυτό ακούγεται ουτοπιστικό γιατί σήμερα τα πάντα δήθεν πρέπει να μετριούνται στο όνομα της οικονομίας. Στο τρίπτυχο ανάπτυξη, απασχόληση, ανταγωνισμός η πρώτη που κλήθηκε να θυσιαστεί είναι η απασχόληση και αρχίσαμε να μιλάμε για απασχολησιμότητα και για απασχολήσιμους. Κάνει εντύπωση το γεγονός ότι τον Ιανουάριο οι 15 Υπουργοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακήρυξαν την προσήλωσή τους στην πλήρη απασχόληση σαν να μην είναι αυτό το αυτονόητο και πρέπει να το διακηρύττουμε. Δεν μπορούμε τα πάντα να τα μετράμε με οικονομικούς δείκτες. Μάλιστα πριν από χρόνια το περιοδικό De Spiegel κυκλοφόρησε με ένα εκπληκτικό εξώφυλλο με δύο δείκτες ανόδου με τους οποίους αναπαρίσταντο η άνοδος των δεικτών του χρηματιστηρίου και η παράλληλη άνοδος των δεικτών ανεργίας και έγραφε «θαυμάστε οικονομικό θαύμα». Τα θαύματα δεν μπορούν να γίνουν σε βάρος της κοινωνίας. Εάν κάναμε τόσα βήματα στο νομικό πολιτισμό για να δημιουργήσουμε νεόδουλους πιστεύω ότι αυτό η κοινωνία θα το βρει μπροστά της. Επιτρέψτε μου να επαναλάβω την καταληκτική καταπληκτική φράση της ομιλίας του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Jacques Delors, στην Ευρωπαϊκή διάσκεψη των Βρυξελλών το 1994, για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Πολιτικής «…Και η λογική Κυρίες και Κύριοι, είναι πως η οικονομία έχει γίνει για την πρόοδο της κοινωνίας και όχι για το αντίθετο».
ΠτΘ: Ποια προστασία παρέχει το δίκαιο στο θέμα του μισθού, του ωραρίου και της ασφάλειας του εργαζομένου;
Λ.Κ.-Π: Ο μισθός πάντα προστατευόταν και μάλιστα από διατάξεις και του αστικού δικαίου. Έχει ευρεία προστασία, δηλαδή είναι ανεκχώρητος, είναι ακατάσχετος. Δεν μπορεί κανένας να πάει να κάνει κατάσχεση στο μισθό σου παρά μόνο με δύο εξαιρέσεις, αν είναι διατροφή και χρέη προς το δημόσιο μέχρι το 1/4. Η μη καταβολή των μισθών αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δηλαδή παρά πολλοί εργαζόμενοι όταν δεν τους καταβάλλονται οι αποδοχές τους , – αλλά δυστυχώς καταγγέλλουν το φαινόμενο αυτό όταν αποχωρήσουν και όχι όταν είναι στην εργασία και είναι κατανοητό αυτό, -πηγαίνουν στην Επιθεώρηση Εργασίας, κάνουν μηνύσεις. Έχει ευρεία προστασία ο μισθός γιατί δεν συμψηφίζεται παρά μόνο για ζημιές που προκάλεσε ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της δουλειάς και πάντα προστατευόταν. Αυτό βέβαια σε θεσμικό επίπεδο διότι στην πραγματικότητα υπάρχει το φαινόμενο και εντείνεται όλο και περισσότερο να παραβιάζονται τα κατώτατα όρια των αποδοχών τα οποία είναι αναγκαστικού δικαίου. Δηλαδή εάν η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας καθορίζει τα κατώτατα όρια εργασίας η ιδιωτική συμφωνία και να γίνει και να ορίζει μικρότερο μισθό είναι άκυρη. Επίσης προστατεύεται και ο χρόνος εργασίας. Οι άνθρωποι του χώρου γνωρίζουν ότι το μοντέλο ήταν 8ωρο και 48ωρο. Στις τελευταίες μέρες του αιώνα που πέρασε άλλαξε αυτό το μοντέλο και ο χρόνος εργασίας μειώθηκε με νόμο που ψηφίστηκε στις 29/12/2000 από 48 ώρες σε 43 την εβδομάδα. Στον αιώνα που γέννησε το 48ωρο στον ίδιο αιώνα είχαμε και μείωση του χρόνου εργασίας και αύξηση μεγάλη, αποτίμηση των υπερωριών, η οποία πλέον παράνομη υπερωρία αποτιμάται με 200%. Στην πράξη δεν ξέρω κατά πόσο αυτό εφαρμόζεται και κατά πόσο οι εργαζόμενοι απολαμβάνουν πλέον τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου διότι για αυτούς που γνωρίζουν το νόμο, είναι ο 2874/2000, στο άρθρο 4 ενώ αυξάνει το κόστος των υπερωριών στο αμέσως επόμενο άρθρο επιτρέπει τη διευθέτηση του χρόνου, δηλαδή σε περιόδους αιχμής να δουλεύει ο εργαζόμενος και πέραν αυτών των ορίων χωρίς να πληρώνει ο επιχειρηματίας υπερωρίες. Υπάρχει μία αντίφαση και συνεκτιμώνται οι υπερωρίες πλέον με υψηλό κόστος και από την άλλη μεριά προσφέρονται διέξοδοι να αποφευχθούν με ποικίλα κανονιστικά μέσα. Διαφαίνεται δηλαδή ένα άγχος να συναφθούν συμφωνίες διευθέτησης, κάτι όμως που στην ελληνική πραγματικότητα μολονότι τρεις φορές είχαμε τέτοιες νομοθετικές ρυθμίσεις δεν ακολουθήθηκε από τους εργοδότες. Εξακολουθεί να επικρατεί στην αντίληψη και των εργοδοτών και των εργαζομένων ότι κάθε υπέρβαση του ωραρίου αποτιμάται και πρέπει να πληρώνεται, αν πληρώνεται τελικά.
ΠτΘ: Και όσον αφορά στην κοινωνική ασφάλιση;
Λ.Κ.-Π: Είναι αυτονόητο ότι ο κάθε εργαζόμενος πρέπει να ασφαλίζεται. Βέβαια οι στατιστικές λένε ότι περίπου το 20% της εργασίας είναι μαύρη εργασία, όπου οι επιχειρήσεις δεν ασφαλίζουν τους εργαζόμενους, άλλοι προτιμούν να παίρνουν τα χρήματα στο χέρι άλλοι δεν παίρνουν ούτε αυτά. Είναι ένα φαινόμενο υπαρκτό και επηρεάζεται από το ότι υπάρχει μεγάλη προσφορά εργατικών χεριών. Ούτε μπορεί κανείς να «κατηγορήσει» τον εργαζόμενο γιατί δεν διεκδικεί τα δικαιώματά του. Διεκδικεί αυτό το ελάχιστο ψωμί που θα του δώσει η ανασφάλιστη εργασία έστω και με μειωμένες αποδοχές εργασίας. Γι΄ αυτό και οι έλεγχοι των ελεγκτικών οργάνων που έχει θεσπίσει η πολιτεία πρέπει να ενταθούν και να είναι αποτελεσματικοί. Άλλωστε για παράβαση μη καταβολής αποδοχών προσφεύγουν οι εργαζόμενοι η οποία και συνιστά ποινικό αδίκημα από το 1945, αφού όμως αποχωρήσουν από την εργασία, όσο εργάζονται δεν γίνεται και αυτό είναι κατανοητό γιατί δημιουργείται μία ένταση στο εργασιακό περιβάλλον. Για παράβαση των χρονικών ορίων μολονότι αποτελεί ποινικό αδίκημα από την εμπειρία μου δεν γνωρίζω αν έχουν γίνει προσφυγές. Όσον αφορά στην ασφάλιση και εκεί προσφεύγουν δικαστικά οι εργαζόμενοι εφόσον αποχωρήσουν από την εργασία τους.
ΠτΘ: Μιλήσατε για ένα ποσοστό μαύρης εργασίας περίπου 20%. Είναι πραγματικό το ποσοστό; Ας μην ξεχνάμε σήμερα ότι πολύς λόγος γίνεται και για την παιδική εργασία καθώς και για την παράνομη εργασία των οικονομικών μεταναστών.
Λ.Κ.-Π.: Μπορεί να είναι και μεγαλύτερη. Τα στοιχεία που ανέφερα αφορούν σε δημοσιεύματα του τύπου και στα στατιστικά στοιχεία του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ. Όπως όμως η καταγεγραμμένη ανεργία μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική, το ίδιο και η ανασφάλιστη εργασία μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από την καταγεγραμμένη εργασία.
ΠτΘ: Η απεργία θεωρείται νόμιμο δικαίωμα του εργαζομένου. Τελευταίως διαβάζουμε στον τύπο πολλές απεργίες να κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές. Πόσο νόμιμο είναι αυτό;
Λ.Κ.-Π: Η απεργία είναι συνταγματικό δικαίωμα και προστατεύεται και με το άρθρο 23 του Συντάγματος και με το Νόμο 1264/82. Πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο δικαίωμα αυτό που είναι άσκηση συνταγματικού δικαιώματος. Βέβαια τον τελευταίο καιρό εκδηλώθηκαν πολλές απεργίες, – υπάρχουν και ορισμένες απεργίες που είναι πράγματι καταχρηστικές ,- αλλά με πολύ μεγάλη ευκολία κηρύσσονται οι απεργίες παράνομες και καταχρηστικές. Παράνομη κηρύσσεται μία απεργία όταν δεν συντρέχουν οι τέσσερις προϋποθέσεις νομιμότητας, για παράδειγμα καμία συνδικαλιστική οργάνωση δεν θα εκδηλώσει απεργία αν δεν ορίσει το προσωπικό ασφαλείας ή αν δεν την αποφασίσει το νόμιμο όργανο.
ΠτΘ: Και ποιες είναι οι τέσσερις προϋποθέσεις για να μην είναι η απεργία παράνομη και καταχρηστική;
Λ.Κ.-Π: Σε πρωτοβάθμιο επίπεδο πρέπει να ληφθεί η απόφαση για απεργία από τη Γενική Συνέλευση της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Δηλαδή να έχει σωματειακή μορφή το όργανο που θα κηρύξει απεργία, για παράδειγμα δεν μπορούν να μαζευτούν εκατό άνθρωποι και να την κηρύξουν. Να υπάρχει το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας και προειδοποίηση προ 24ωρου στον ιδιωτικό τομέα και προ τεσσάρων ημερών στο δημόσιο τομέα και τα αιτήματα να είναι εργασιακά, ασφαλιστικά, συνδικαλιστικά και οικονομικά. Μάλιστα όταν ψηφίστηκε ο 1264/82 έγινε λόγος στη Βουλή να μπουν και κοινωνικά συμφέροντα. Αλλά επειδή την έννοια των κοινωνικών δικαιωμάτων καθένας την αντιλαμβάνεται διαφορετικά δεν εντάχθηκε στα αιτήματα με τα οποία μπορεί να εκδηλωθεί απεργία. Ως εκ τούτου κάθε αίτημα που είναι εργασιακό, συνδικαλιστικό, ασφαλιστικό και οικονομικό είναι νόμιμο αίτημα. Η καταχρηστικότητα ελέγχεται με γενικές ρήτρες του 281 του Αστικού Κώδικα, όπως για παράδειγμα δυσαναλογία μέσου και σκοπού ή το αίτημα να είναι αντίθετο με τη συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη. Είναι τόσο γενικές οι ρήτρες που πάρα πολύ εύκολα μπορεί να κηρυχθεί μία απεργία καταχρηστική. Είμαι αντίθετη ως νομικός με την ευκολία κήρυξης των απεργιών ως παράνομων και καταχρηστικών, διότι αν είναι καταχρηστική είναι και παράνομη. Πρέπει να υπάρξει πολύ μεγάλη προσοχή και εδώ έγκειται ο θεσμικός ρόλος του δικαστή να μην κηρύττει με μεγάλη ευκολία τις απεργίες παράνομες και καταχρηστικές, διότι είδαμε και το φαινόμενο όταν εκδηλωνόταν αυτοί οι δικαστικοί αγώνες πριν να βγει η απόφαση οι συνδικαλιστές να λένε ότι «εντάξει θα βγει παράνομη και καταχρηστική», δηλαδή να ξέρει κανείς ήδη το αποτέλεσμα γεγονός που σημαίνει ότι με μεγάλη ευκολία δικαιικά η απεργία κηρύσσεται παράνομη και καταχρηστική. Είναι τόσο σημαντικό το δικαίωμα της απεργίας ,τόσο δύσκολα απεργούν οι εργαζόμενοι, – τώρα στη συγκεκριμένη περίοδο ίσως και για άλλους λόγους εκδηλώνονται πολλές απεργίες, – αλλά πρέπει όλοι οι πολίτες, αφού έχουμε το προνόμιο να ζούμε σε μία δημοκρατική κοινωνία, να προσέχουμε ιδιαίτερα την τήρηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και να μην τα φαλκιδεύουμε τόσο εύκολα.
ΠτΘ: Τελευταίως γίνεται λόγος για εργατικά ατυχήματα. Από στατιστικά στοιχεία κάθε δύο ημέρες έχουμε και ένα εργατικό ατύχημα και μάλιστα στο ολυμπιακό χωριό τον τελευταίο καιρό έγιναν περίπου επτά εργατικά ατυχήματα και μάλιστα νέα άτομα τα οποία είναι και οικονομικοί μετανάστες. Ο νόμος προστατεύει τους εργαζόμενους;
Λ.Κ.-Π: Εργατικά ατυχήματα έχουμε πολλά διότι δεν τηρούνται οι όροι ασφάλειας που επιβάλλονται ανάλογα με το είδος της εργασίας. Πάνω στη βιασύνη να βγει το έργο, στη βιασύνη να βγει γρήγορα το προϊόν δεν τηρούνται όλοι οι κανόνες οι οποίοι είναι διάσπαρτοι όσον αφορά την ασφάλιση και ανάλογοι με το αντικείμενο της εργασίας. Το ΣΕΠΕ είναι υποχρεωμένο να κάνει τους ελέγχους. Όταν πάει σε ένα εργοστάσιο και το αντικείμενο της απασχόλησης είναι τέτοιο που ο εργαζόμενος πρέπει να φοράει φόρμα, κράνος είναι αρμοδιότητά του να ελέγξει αν τηρούνται οι νόμοι. Αλλά η παραβίαση των χρονικών ορίων, η παραβίαση της ασφάλειας, η παραβίαση των μισθών ανήκουν στην αρμοδιότητα στο ΣΕΠΕ, με αποτέλεσμα να έχει επιφορτισθεί με πολύ δουλειά. Θεσμικά δηλαδή υπάρχει όργανο να ελέγξει, και ελέγχει, αλλά οι αρμοδιότητές του είναι πάρα πολλές.
ΠτΘ: κ. Κιοσσέ –Παυλίδου, σας ευχαριστούμε πολύ.
Λ.Κ.-Π: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
