Αμφισβητω την αρμοδιοτητα του δικαστηριου της 17Ν

«Δεν θα ήθελα ποτέ να συμμετάσχω ως συνήγορος σε μια δίκη που περιέχει εκπτώσεις όσον αφορά την οργάνωση ενός κράτους δικαίου». Σε αυτήν την φράση του αντιπρύτανη του Δ.Π.Θ. κ. Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, κρύβεται πιθανότατα όλη η προβληματική για τα δικονομικά ζητήματα που προκύπτουν από την πρώτη κιόλας μέρα διεξαγωγής της δίκης των 19 κατηγορουμένων για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση 17Ν.

Παρά το γεγονός ότι ο κ. Χαραλαμπάκης, τάσσεται εναντίον της αναγνώρισης ως πολιτικών, των εγκλημάτων των φερομένων ως μελών της 17Ν, αλλά και εναντίον της τηλεοπτικής της δημοσιότητας, εντούτοις αναγνωρίζει ευθέως ότι το τριμελές εφετείο κακουργημάτων είναι αναρμόδιο ως δικαστήριο για να δικάσει πράξεις ανθρωποκτονίας από πρόθεση οι οποίες κατά την δικονομία δικάζονται από τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, τη στιγμή μάλιστα που δέχεται ότι ο θεσμός των ενόρκων θα έπρεπε να είχε ήδη καταργηθεί. «Από την στιγμή, όμως, που υπάρχει, δεν μπορούμε να κάνουμε εκπτώσεις σ΄ αυτόν, επειδή υπάρχει ο φόβος οι ένορκοι να αποφανθούν κατά τρόπο μη επιθυμητό», σημειώνει ο κ. Χαραλαμπάκης και προσθέτει ότι «κανένας κατηγορούμενος δεν μπορεί να στερηθεί τον φυσικό του δικαστή».

Η συνέντευξη που ακολουθεί και την οποία παραχώρησε στο ραδιόφωνο του Παρατηρητή, ο καθηγητής του ποινικού δικαίου στη Νομική Κομοτηνής, θέτει έναν ευρύτερο προβληματισμό που θα τον συναντήσουμε μπροστά μας σε όλα στάδια της πολύκροτης δίκης η οποία αναμένεται να κρατήσει αρκετούς μήνες. Ξεκίνησε, μάλιστα, με μια πρώτη εντυπωσιακή απόφαση, την αποδοχή, δηλαδή, του αιτήματος της υπεράσπισης αλλά και της προτάσεως του εισαγγελέα για την αφαίρεση του γυάλινου κλουβιού μέσα στον οποίο τοποθετήθηκαν οι 19 κατηγορούμενοι, προκαλώντας, πιθανότατα όχι άδικες, κατηγορίες, για σκηνοθεσία αμερικάνικου τύπου στην αίθουσα του Κορυδαλλού που φιλοξενεί την σημαντικότερη από το 1975 δίκη, μετά από εκείνη των πρωταιτίων του Απριλιανού πραξικοπήματος.

ΠτΘ: Κατά την γνώμη σας, υφίσταται πρόβλημα αναρμοδιότητας του συγκεκριμένου δικαστηρίου που καλείται να δικάσει τους κατηγορουμένους για συμμετοχή στην 17η Νοέμβρη;

Α.Χ.:
Οι ενστάσεις, εξ όσων γνωρίζω, έχουν περισσότερους από έναν άξονες. Ο ένας είναι η αρμοδιότητα, ο άλλος είναι η δυνατότητα αξιοποίησης των καταθέσεων των μαρτύρων στην προδικασία, ο τρίτος είναι το εάν πρόκειται για πολιτικό έγκλημα ή όχι, και ο τέταρτος είναι η δημοσιότητα ή μη της δίκης. Για να τα πάρουμε ένα-ένα, όσον αφορά το θέμα της δημοσιότητας, αυτό κατά την γνώμη μου λύθηκε με τον νόμο 3090, κατά την άποψη μου προς την σωστή κατεύθυνση. Δηλαδή, και εγώ είμαι υπέρ του ότι θα έπρεπε να απαγορευτεί η δημοσιότητα στις ποινικές δίκες, διότι η άποψη μου, όπως και όλων εκείνων που στήριξαν την συγκεκριμένη ρύθμιση, είναι ότι οπωσδήποτε το επίπεδο και η παιδεία της δημοσιογραφικής κάλυψης των ποινικών δικών στην Ελλάδα, δυστυχώς, δεν έχει φτάσει σε εκείνο το σημείο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν υπάρχει σαφής κίνδυνος αρνητικών παρενεργειών από την τηλεοπτική κάλυψη μιας τέτοιας δίκης. Εάν το δικαστήριο εφαρμόσει κατά γράμμα το νόμο είναι υποχρεωμένο να μην επιτρέψει την τηλεοπτική μετάδοση της δίκης.

Το δεύτερο θέμα είναι αυτό που υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι, ότι πρόκειται για πολιτικό έγκλημα. Και αυτό, νομίζω ότι έχει λυθεί. Δεν είναι πολιτικά εγκλήματα με την έννοια που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα και η ποινική επιστήμη, αυτά για τα οποία κατηγορούνται. Μετά από συζητήσεις πολλών δεκαετιών και μάλιστα σε εποχές που πρυτάνευαν και άλλες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, η σύγχρονη ποινική επιστήμη έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να ακολουθεί την λεγόμενη αντικειμενική θεωρία στο πολιτικό έγκλημα, δηλαδή να θεωρεί πολιτικό έγκλημα μόνο εκείνο το οποίο έχει ως αντικείμενο, πράξεις που έχουν να κάνουν με την ανατροπή του πολιτεύματος, όπως είναι η κατάχρηση εξουσίας, η επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας κ.λ.π.. Πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, όπως είναι ανθρωποκτονίες, εμπρησμοί και άλλες που είναι διάσπαρτες στα κατηγορητήρια των διαφόρων κατηγορουμένων, ακόμα κι΄ αν έχουν πολιτικά κίνητρα, σύμφωνα με την επικρατούσα αντικειμενική θεωρία, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτικά εγκλήματα.

ΠτΘ: Δηλαδή ο κ. Πάσαρης και ο κ. Γιωτόπουλος, είναι και οι δύο υπόδικοι για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, χωρίς να μπορεί το δικανικό μας σύστημα να αναγνωρίσει καμιά διαφορά μεταξύ τους;

Α.Χ.:
Και οι δύο έχουν διαπράξει εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, στην επιμέτρηση της ποινής αργότερα, ο νόμος δίνει μια μεγάλη γκάμα δυνατοτήτων ώστε αν και οι δύο πράξεις χαρακτηριστούν ως ανθρωποκτονίες από πρόθεση, από την στιγμή που υπάρχουν εντελώς διαφορετικά κίνητρα, η αξιολόγηση αυτών των κινήτρων και η τυχόν αποτύπωση της διαφορετικής αξιολόγησης στη δικαστική απόφαση και την επιμέτρηση της ποινής, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει, αλλά άλλο είναι αυτό κι΄ άλλο ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως ως πολιτικό έγκλημα. Από εκεί και πέρα, στο θέμα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, υπάρχει όντως ένα πρόβλημα.

Βασική αρχή του ποινικού δικαίου είναι η μη αναδρομικότητα των νόμων που επιβαρύνουν τον κατηγορούμενο. Ένα ζήτημα που έχει τεθεί και συζητείται πάρα πολύ, είναι το αν και οι δικονομικοί νόμοι, όπως είναι η μεταβολή της αρμοδιότητας ενός δικαστηρίου, έχουν αναδρομική ισχύ. Εκεί που καταλήγει και η επιστήμη και η νομολογία είναι ότι και οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ, σε περίπτωση που έχουν σοβαρές συνέπειες για την προσβολή των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Ένα από τα βασικά δικαιώματα του κατηγορουμένου είναι το να μην στερηθεί αυτός τον φυσικό του δικαστή. Δηλαδή του δικαστή στον οποίον θα έπρεπε να δώσει λόγο. Εδώ, όντως, στερείται του φυσικού του δικαστή, διότι η ανθρωποκτονία σαν έγκλημα, πρέπει να δικαστεί ενώπιον του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, όπως προβλέπει ο νόμος. Συμπαρασύρει, δε, αυτή και τα άλλα εγκλήματα, έστω κι΄ αν αυτά προβλέπεται να δικαστούν από το δικαστήριο κακουργημάτων.

ΠτΘ: Γιατί έγινε αυτό κατά τη γνώμη σας;

Α.Χ.:
Γι΄ αυτό το ζήτημα θα πρέπει να ρωτηθεί η πολιτική ηγεσία του τόπου. Προφανώς, έγινε γιατί η δικαιοσύνη δεν αισθάνεται ότι μπορεί να ελέγξει τους ενόρκους, αφού το μικτό ορκωτό δικαστήριο αποτελείται κατά πλειοψηφία από ενόρκους και στο οποίο έχουμε δει πάρα πολλές φορές το φαινόμενο, ιδιαίτερα σε πολύκροτες δίκες, οι ένορκοι να αποφασίζουν εντελώς διαφορετικά από τον τρόπο που αποφαίνονται οι τακτικοί δικαστές. Από πλευράς σκοπιμότητας η απόφαση είναι για μένα σωστή, δυστυχώς, όμως, πρέπει να ομολογήσουμε ότι νομικά έχει σοβαρά προβλήματα.

ΠτΘ: Εν τοιαύτη περιπτώσει η πολιτεία αν ήθελε να μην έχει προβλήματα, θα μπορούσε να επανεξετάσει συνολικά το θέμα των ενόρκων. Έτσι δεν είναι;

Α.Χ.:
Εγώ είμαι κατά του θεσμού των ενόρκων και έχω πει ότι στην σημερινή εποχή αυτός ο θεσμός δεν βοηθά σε τίποτα, αφού έχουμε ικανούς και έμπειρους δικαστές που μπορούν να δικάσουν οποιεσδήποτε πράξεις. Δεν υπάρχει λόγος, κάποια επιλεγμένα εγκλήματα να δικάζονται ενώπιον ορκωτού μικτού δικαστηρίου. Αυτό, όμως, δεν το κάνεις ενόψει μιας διαδικασίας που πρόκειται να αρχίσει. Αυτό το κάνεις σε μια γενική και αόριστη ρύθμιση που καταλαμβάνει τα μελλοντικά εγκλήματα.

Επίσης, ένα μεγάλο μέρος του κατηγορητηρίου στηρίζεται σε καταθέσεις των ίδιων των κατηγορουμένων, τις οποίες, όμως, έδωσαν όχι υπό την ιδιότητά τους ως κατηγορούμενοι, αλλά υπό την ιδιότητά τους ως μάρτυρες στις αρχές ακόμα, όταν προσάγονταν στην ασφάλεια και γινόταν ένα κουτσομπολιό χωρίς να τους έχει απευθυνθεί κατηγορία. Και η νομολογία του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου, αλλά και του Αρείου Πάγου σιγά-σιγά, δέχεται ότι αυτές οι ένορκες ή και ανωμοτί καταθέσεις, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Οι μάρτυρες και μετέπειτα κατηγορούμενοι, όσο ακόμα δεν είναι κατηγορούμενοι, έχουν έναν τελείως διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων, εντελώς μικρότερη εγρήγορση απέναντι στην κατηγορία η οποία δεν υπάρχει καν.

Άρα, δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους προσηκόντως, κάτι το οποίο ζητάει και το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος για την μη προσήκουσα υπεράσπιση του κατηγορουμένου προβλέπει απόλυτη ακυρότητα στο άρθρο 171. Εκεί είναι ένα «προβληματάκι» το οποίο δεν ξέρω κατά πόσο θα ξεπεράσουμε.

Από την άλλη πλευρά, εξ όσων γνωρίζω, και το βούλευμα αλλά και ένα μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας θα στηριχθεί στα στοιχεία που παρασχέθηκαν από τους κατηγορουμένους σε εκείνη την πρώτη φάση και είναι ένα ζήτημα, πως θα μπορέσει το δικαστήριο να αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία. Για μένα αυτό το μέρος είναι πολύ προβληματικό.

Οι πράξεις αυτών των ανθρώπων ήταν πολύ άσχημες και οπωσδήποτε εάν αποδειχτεί ότι αυτοί τις έχουν τελέσει, θα πρέπει, όντως, να καταδικαστούν παραδειγματικά, γιατί είχαν οδηγήσει την κοινωνία μας σε μια αποσταθεροποίηση. Από την άλλη πλευρά, όμως, η δικαιοσύνη αν θέλει να είναι άψογη, δεν θα πρέπει να ξεχωρίζει μεταξύ ενός κλεφτρονιού ή ενός μεγαλό- τρομοκράτη και δεν εννοώ ως προς την επιβολή ποινής, αλλά ως προς τον τρόπο μεταχείρισης. Οι εγκληματούντες θα πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης και όσον αφορά τα διαδικαστικά ζητήματα.

ΠτΘ: Από τον τρόπο που εκθέσατε τα επιχειρήματά σας, προκύπτει ότι μάλλον εις βάρος των κατηγορουμένων είναι ο τρόπος με τον οποίον έχει στηθεί αυτό το δικαστήριο.

Α.Χ.:
Είναι ένα πρόβλημα και πιστεύω ότι έγιναν εκπτώσεις από την ορθότητα και το άψογο της απονομής της δικαιοσύνης τις οποίες παρακολουθούμε όλοι με ιδιαίτερη ανησυχία και περιμένουμε να δούμε το τελικό αποτέλεσμα.

ΠτΘ: Αυτό που διαβάσαμε σήμερα περί της απόδοσης κωδικών στους μάρτυρες υπεράσπισης, τι μπορεί να σημαίνει και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει σε άλλες δίκες στο μέλλον;

Α.Χ.:
Αυτό είναι μια νέα ρύθμιση την οποία σφοδρότατα καταπολεμήσαμε όλοι. Η ρύθμιση αυτή είχε πρωτοεισαχθεί, αν θυμάμαι καλά, στις δίκες των τρομοκρατών στην Γερμανία, ακολουθήθηκε σε κάποιο βαθμό και στην Ιταλία, στην δίκη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, και τώρα για πρώτη φορά εισάγεται και στην Ελλάδα.

Μάρτυρες οι οποίοι φοβούνται την αποκάλυψη της ταυτότητά τους, να καταθέτουν ανώνυμα, με απόκρυψη των στοιχείων τους. Αυτό είναι ένα παρά πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει όλους, διότι αντιλαμβάνεσθε ότι ένας μάρτυρας του οποίου εγώ ως κατηγορούμενος δεν ξέρω την ταυτότητα του, δεν μπορώ να κρίνω και την αξιοπιστία του και να την θέσω και σε αμφιβολία. Η προσωπικότητα του κάθε μάρτυρα είναι από τα βασικότερα στοιχεία τα οποία και η υπεράσπιση του κατηγορουμένου αλλά και το ίδιο το δικαστήριο κρίνει απαραίτητα, προκειμένου να ξέρει πως και τι θα αξιολογήσει από την κατάθεσή του.

ΠτΘ: Θα αποδεχόσασταν ποτέ το ρίσκο να πάτε ως συνήγορος υπεράσπισης ενός εκ των κατηγορουμένων της 17Ν;

Α.Χ.:
Μου επροτάθη, ήδη, αλλά το αρνήθηκα συνειδητά για πολλούς λόγους. Ένας από τους λόγους είναι και η άποψή μου ότι η δίκη αυτή δεν διεξάγεται στα πλαίσια που θα έπρεπε να διεξαχθεί κι΄ αν αναλάμβανα ρόλο συνηγόρου υπερασπίσεως θα βρισκόμουν στη δύσκολη θέση να κρούω καθημερινά και ενώπιον της κοινής γνώμης τον κώδωνα του συνταγματικού κινδύνου εκτροπής. Θα έπρεπε να είμαι πολύ πιο σκληρός απέναντι στις εκπτώσεις οργάνωσης μιας δίκης στα πλαίσια ενός κράτους δικαίου.

Το να ανέχεσαι αυτά τα πράγματα και να ασχολείσαι με πράγματα που ξέρεις ότι από την αρχή είναι μάλλον χαμένο παιχνίδι, δεν θα ταίριαζε στην δική μου ιδιοσυγκρασία.

ΠτΘ: Σας ευχαριστώ πολύ

Α.Χ.:
Και εγώ σας ευχαριστώ

Δ.Δ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.