Ηταν λιγα αυτα που ζησαμε;

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, ημέρα Σάββατο, πληροφορηθήκαμε από τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις μας πως «οι λίγοι αναρχικοί φοιτητές είχαν εγκαταλείψει το Πολυτεχνείο, αφού προηγουμένως είχαν προκαλέσει μεγάλες καταστροφές» και πως «ησυχία, τάξις και ασφάλεια έχουν επιβληθεί εις άπασαν την επικράτεια». Καθώς τα ανακοινωθέντα της αστυνομίας και του Γενικού Επιτελείου Στρατού πλήθαιναν και ο ελληνικός λαός μπορούσε να κοιμάται ήσυχος στη ζεστή αγκαλιά των εθνοσωτήρων, νοιώθοντας την ντροπή και την ενοχή να πλανιούνται γύρω από τις συνειδήσεις, άρχισαν να φτάνουν και στις επαρχιακές πόλεις τα νέα για κάποια νεκρά παιδιά, για ένα τανκ που έπεσε στην πόρτα της σχολής, για συλλήψεις και ξυλοδαρμούς, για όλα αυτά τα αναίμακτα περιστατικά της αναίμακτης επιβολής της τάξης.

Στις 17 Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο, ο γυμνασιάρχης μετά από ένα υστερικό λογύδριο για τους «αλήτες που επιβουλεύονται την εθνική μας ασφάλεια», έδιωξε κατόπιν εντολής τους απογευματινούς μαθητές.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που μας είχε συμβεί. Κάποιο πρωί, στις 21 Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή οι μαμάδες μας είχαν έρθει πανικόβλητες να μας πάρουν από το νηπιαγωγείο για να μας πάνε γρήγορα και βουβά στα σπίτια μας.

Το σκηνικό είχε αλλάξει σε μία μέρα. Στο σπίτι το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια, και όλοι κοιταζόμασταν απορημένοι. Περιμέναμε κάποιον να κάνει την αρχή, να πει κάτι. Μυστήριο.

Είχαμε συνηθίσει στις συναθροίσεις των γειτόνων κάθε απόγευμα στα μαγαζιά να ακούμε καυγάδες και ονόματα όπως Κανελλόπουλος, Παπανδρέου, Καραμανλής, Κωνσταντίνος. Κουβέντες μεταξύ ανδρών με κοινό εμάς τα παιδιά. Οι μαμάδες στα σπίτια τους.

Ξαφνικά η γειτονιά αραίωσε. Βιαστικά ανέβαιναν και κατέβαιναν τα «κιοπέγκια» στα μαγαζιά και οι άνθρωποι σαν τα φαντάσματα άνοιγαν, δούλευαν και κλείδωναν για να κρυφτούν στα σπίτια τους. Ο φίλος φοβόταν το φίλο. Ο γείτονας το γείτονα. Κι εμείς στερούμασταν την αλάνα και μάθαμε να λογοκρίνεται η κάθε κουβέντα μας. «Δεν θα το πεις αυτό. Θα σου βάλω πιπέρι στο στόμα».

Πηγαίναμε μια μέρα να ψωνίσουμε από το Θοδωράκη τον ψιλικατζή. Πώς μου ήρθε και άρχισα να τραγουδώ «πάμε για ψώνια στο Μίκη Θεοδωράκη». Η μαμά έβγαλε την καρφίτσα και με απείλησε πως αν ξαναπώ αυτό το όνομα θα με τσιμπήσει. Η απειλή δεν με άγγιξε. Με τρόμαξε ο πανικός που είδα στα μάτια της.

Λίγο μετά, άρχισαν να μαζεύονται οι γείτονες σε όσα μαγαζιά είχαν αποθήκη. Να μη φαίνονται. Περνούσε ένστολος και τους έπιανε τρεμούλα. Βλέπαμε χωροφύλακα και έπρεπε να εξαφανιστούμε και να μην τον αφήσουμε να μας πιάσει την κουβέντα. Ήμασταν παιδιά και μπορεί να λέγαμε κάτι παραπάνω.

Ο φόβος έμπαινε στις ψυχές μας. Βλέπαμε το φόβο στους ανθρώπους που θαυμάζαμε και ήταν τα πρότυπά μας και συνθλιβόταν η εικόνα που είχαμε για αυτούς.

Τα εμβατήρια και τα καλαματιανά έπαιρναν και έδιναν. Φαντάροι τραγουδούσαν το «περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός» και τους ακολουθούσαμε για παιχνίδι. Λόγια που δεν καταλαβαίναμε και έβγαιναν από παράφωνα λαρύγγια έκαναν τα αυτιά μας να πονούν. Τα βιβλία μας γέμισαν πουλιά και φωτογραφίες του Παπαδόπουλου. Η γλώσσα μας ήταν καθημερινή και κυριακάτικη. Άλλη στο σπίτι, άλλη στο σχολείο. Τα σαββατόβραδα η Λέσχη Αξιωματικών φεγγοβολούσε και υποδέχονταν καμαρωτούς αξιωματικούς με τις συζύγους.

Φάτσες αστείες έκαναν την εμφάνισή τους σε εφημερίδες στην αρχή και μετά στην τηλεόραση. Μυστριά και αγάλματα, γλέντια και ευημερία. «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε κάθε στρατόπεδο.

Γινόταν που και που εκλογές. Ο μπαμπάς με έπαιρνε μαζί του. Τον θυμάμαι να ρωτάει μια φορά. «Τα ΟΧΙ τέλειωσαν και δε μου δίνετε;». Στο σπίτι χαλασμός και αναμονή κάποιου οργάνου για να τον επαναφέρει στην τάξη. Αγωνία.

Είμαστε τα παιδιά της χούντας. Μεγαλώσαμε σε μια σιωπή και με διάφορους φόβους που, επειδή κανένας δεν μας εξήγησε, τους εκλογικεύσαμε ως ενήλικες μόνοι μας.

Η δεκαεπτά του Νοέμβρη, ήταν για μας φωνή. Ήταν η επιβεβαίωση πως πράγματι κάτι κακό συνέβαινε, κάτι άσχημο ζούσαμε. Αυτή η φωνή σταμάτησε γρήγορα. Σιωπή ξανά.

Την επόμενη βδομάδα, Κυριακή θα κοινωνούσα. Βγαίνω στο δρόμο και με σταματάει ένα τζέημς. «Γύρισε σπίτι σου. Κάτι γίνεται στην Αθήνα». Στο ραδιόφωνο και πάλι εμβατήρια. Εξαφανίστηκε ο Παπαδόπουλος. Ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης στο προσκήνιο. Στο παρασκήνιο ένας άλλος μεγάλος άνδρας. Ο Δημήτριος Ιωαννίδης.

Είμαστε τα παιδιά της χούντας. Μεγαλώσαμε ανελεύθερα και τραυματισμένα. Σημερινοί σαραντάρηδες μπορεί ακόμη να κουβαλάμε το φόβο του χωροφύλακα μέσα μας. Είμαστε η λίγο προ του Πολυτεχνείου γενιά. Εμείς δεν αγωνιστήκαμε, γιατί ήμασταν παιδιά, και μάλιστα της επαρχίας. Κουβαλάμε, ωστόσο, μια ολόκληρη εποχή μέσα μας και γνωρίζουμε πολύ καλά τι κοστίζει στον άνθρωπο να μεγαλώνει «υπό περιορισμό» και να του χαρίζουν κάποια άλλα παιδιά τη φωνή τους από κάποιο Πολυτεχνείο.

Το Πολυτεχνείο υπάρχει.

Γ. Συ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.