Εφυγε χθες ο δημοσιογραφος – ιστορικος Θανασης Παπαρηγας

Πέμπτη, ξημερώματα Παρασκευής, έφυγε ο δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη», μέλος του ιστορικού τμήματος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και σύζυγος της Αλέκας Παπαρήγα, Θανάσης Παπαρήγας. Το απόγευμα της Τετάρτης, ως γνωστόν, τραυματίστηκε βαρύτατα όταν παρασύρθηκε από αυτοκίνητο στη Νέα Μάκρη. Η μάχη του για τη ζωή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ΚΑΤ δεν είχε αίσια έκβαση, παρά τις προσπάθειες των γιατρών.

Ο δημοσιογράφος και ιστορικός Θανάσης Παπαρήγας, ένας διακριτικός και βαθιά καλλιεργημένος άνθρωπος βρέθηκε πριν από τρία χρόνια στην Κομοτηνή, το Νοέμβριο του 1999, καλεσμένος της Επιτροπής Ειρήνης Ν. Ροδόπης, για να μιλήσει σε εκδήλωση με θέμα «Η ιστορία των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή». Στο αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής, ο Θανάσης Παπαρήγας , παρέθεσε με ακρίβεια και συνέπεια ιστορικά γεγονότα που αξίζει να επαναλάβουμε σαν ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του, μέσα από το ρεπορτάζ που είχε φιλοξενήσει ο «ΠτΘ» στο φύλλο της 29ης Νοεμβρίου 1999.

Οι σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας μετά τη Μικρασιατική καταστροφή

-Καλεσμένος της Επιτροπής Ειρήνης, ο ιστορικός Θανάσης Παπαρήγας

Ο Θανάσης Παπαρήγας αναφέρθηκε αρχικά στην πρώτη επίσημη συζήτηση μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας που πραγματοποιήθηκε στα Μουδανιά με συμμετοχή της Τουρκίας και μεγάλων δυνάμεων.

«Η ανακωχή των Μουδανιών τον Οκτώβριο του 1922 οριστικοποίησε το θέμα της επέκτασης της τουρκικής κυριαρχίας στην Α. Θράκη και δεν υπογράφτηκε από την διμελή αντιπροσωπεία. Βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση την αποδέχτηκε και την εφάρμοσε.

Η Συνθήκη της Λοζάννης

Η πρώτη επίσημη συνάντηση, που είχε σαν αποτέλεσμα και την υπογραφή πλήρους συνθήκης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, ήταν η Συνθήκη της Λοζάννης, η οποία δεν περιελάμβανε αποκλειστικά θέματα που αφορούσαν στις σχέσεις ανάμεσα στις δυο χώρες.

Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στη Λοζάννη στις 21 Νοεμβρίου 1922 και ολοκληρώθηκαν στις 24 Ιουλίου του 1923, με την υπογραφή της Συνθήκης. Οι ρυθμίσεις που καθορίστηκαν αφορούσαν στο εδαφικό, στα θέματα ιθαγένειας, στα μειονοτικά θέματα αλλά και σε οικονομικά, όπως είναι οι εμπορικές σχέσεις, το οθωμανικό χρέος και ο επιμερισμός του». Ο Θανάσης Παπαρήγας εξηγεί τη σπουδαιότητα της Συνθήκης: «Περιελάμβανε μακροπρόθεσμα θέματα που αφορούσαν ζωτικά συμφέροντα των συμβαλλόμενων. Είχε μια ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία: στα Μουδανιά εκπροσωπήθηκε από δυο κυβερνήσεις, αυτήν του Σουλτάνου και αυτήν του Μουσταφά Κεμάλ. Στη συνθήκη της Λοζάννης προσκλήθηκε μόνο η πλευρά του Μουσταφά Κεμάλ, η οποία εκπροσωπήθηκε από το στενό του συνεργάτη, Ισμέτ Ινονού. Αυτό αποδεικνύει μια εξέλιξη της ίδιας της Τουρκίας: την επικράτηση του κεμαλικού κινήματος». Η συνθήκη υπεγράφη μεταξύ Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ελλάδας, Τουρκίας, Ιαπωνίας, Ρουμανίας και Γιουγκοσλαβίας. Συμμετείχαν ως παρατηρητές οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία και η Σοβιετική Ένωση.

Δεκαετία του ’20

«Η γενική εικόνα της εξέλιξης των διμερών σχέσεων στην δεκαετία του’ 20 δεν χαρακτηρίζεται από ένταση, μια και οι δυο χώρες δεν έχουν τις δυνατότητες και τη θέληση για σοβαρές αντιπαραθέσεις. Υπογράφηκαν πολλές διμερείς συμφωνίες που ρυθμίζουν διάφορα ζητήματα, αλλά δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου είναι οι ταλαντεύσεις του Θεόδωρου Πάγκαλου που εξέφραζε την άποψη ότι κακώς έγινε η ειρήνη με την Τουρκία κι έπρεπε να ξαναγίνει είτε αντιπαράθεση, είτε πόλεμος με την Τουρκία. Οι θέσεις του τον οδήγησαν σε συμφωνίες με άλλες χώρες. Μετά το 1925 παρουσιάζεται μια ύφεση, αλλά τα προβλήματα, τα οποία ως επί το πλείστον είναι οικονομικά παραμένουν. Στα τέλη της δεκαετίας του’ 20 παρατηρείται μια στροφή. Στις εκλογές του’ 28 επικρατεί ένας συνασπισμός δυνάμεων, με επικεφαλή τον Ελευθέριο Βενιζέλο και κοινοβουλευτική υποστήριξη της τάξης του 65%.

Στην προεκλογική του ομιλία πρότεινε τη βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας. Η προσπάθειά του εκφράστηκε στην πρώτη σύμβαση της Άγκυρας που υπογράφτηκε από τον ίδιο και τον ιδρυτή της δημοκρατίας της Τουρκίας , Κεμάλ Ατατούρκ, στις 10 Ιουνίου 1930. Κατοχύρωνε θέματα προσφυγικών περιουσιακών απαιτήσεων και αντιμετώπιζε το θέμα των etablis, δηλαδή των ατόμων που ανήκουν στις εθνικές μειονότητες που έμειναν στα εδάφη των αντίστοιχων χωρών.

Η συμφωνία της Άγκυρας προέβλεπε γενικότερη πολιτική και διπλωματική προσέγγιση. Ο Ισμέτ Ινονού είχε δηλώσει ότι κι αν ακόμη γίνει νέος πόλεμος υπάρχουν τουλάχιστον δυο χώρες της Ευρώπης που θα μείνουν ουδέτερες: η Ελλάδα κι η Τουρκία.

Βέβαια, οι ξένες δυνάμεις, που είχαν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν την Ελλάδα και να ασκούν έλεγχο στην Τουρκία, κράτησαν μια στάση αντιφατική. Υπήρξε προσπάθεια ιταλικής διείσδυσης στη Βαλκανική. Η Μ. Βρετανία και η Γαλλία ευνοούσαν αυτήν την προσπάθεια, βλέποντας σε αυτήν ένα διπλωματικό πόλο για την Τουρκία, προκειμένου να την απομακρύνουν από τη Σοβιετική Ένωση (με την οποία είχε στενές σχέσεις).

Απέφευγαν ταυτόχρονα τη δημιουργία μιας ιδιαίτερα θερμής βαλκανικής σχέσης που θα οδηγούσε σε βαλκανική δύναμη, ικανή να τις ανταγωνιστεί (τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία)».

Δεκαετία του ’30 – Βαλκανικό Σύμφωνο

«Τα αποτελέσματα της σύμβασης της Άγκυρας και η σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας- Τουρκίας, φάνηκαν έντονα και στη δεκαετία του ’30, οπότε το 1932 η Ελλάδα, πρωτοστατώντας στην Κοινωνία των Εθνών προτείνει να γίνει δεκτή η Τουρκία.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1933 υπογράφεται στην Άγκυρα σύμφωνο, από τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Παναγή Τσαλδάρη, με ένα ιδιαίτερο σημαντικό σημείο: γίνεται λόγος για από κοινού προστασία του κοινού των συνόρων, δηλαδή του ποταμού Έβρου. Διευκρινίζει ότι αναφέρεται μόνο στο χερσαίο κοινό σύνορο».

Ο Θανάσης Παπαρήγας, αναφέρθηκε ακολούθως στην υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου, στις 9 Φεβρουαρίου 1934, στην Αθήνα, στο οποίο συμμετείχαν η Ελλάδα, η Τουρκία, η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία, αλλά όχι η Βουλγαρία, και υπό το βλέμμα των μεγάλων δυνάμεων.

«Το συγκεκριμένο σύμφωνο, με πολιτικές εκτιμήσεις, προκάλεσε συγκεκριμένες αναταραχές στην Ελλάδα. Υπάρχει η άποψη ότι πίσω από όλα ήταν η Ιταλία, διότι επιθυμώντας να διεισδύσει στα Βαλκάνια, επιχειρούσε τη διάσπαση στην περιοχή. Η Βρετανία από πλευράς της δεν επιθυμούσε ένα ισχυρό βαλκανικό σύνδεσμο, ικανό να της αντιταχθεί, εμώ ταυτόχρονα διέβλεπε σε αυτό πιθανές προστριβές, μεταξύ Τουρκίας και Σοβιετικής Ένωσης, οπότε δεν το απέρριπτε.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αντιτάσσεται στο Βαλκανικό Σύμφωνο, θεωρώντας ότι επιβάλλει στην Ελλάδα εξωβαλκανικές υποχρεώσεις σε περίπτωση που συμβεί πόλεμος ανάμεσα σε κάποια βαλκανική χώρα και στην Ιταλία. Εκφράζει πως θα συνταχθεί σε αυτό, μόνο εφόσον φέρει την επίσημη υποστήριξη της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Σε αυτές τις δυσκολίες έρχεται να προστεθεί η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, του Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος κινείται έντανα προς την Τουρκία και απομακρύνεται από την Ιταλία.

Το 1937 γίνεται η συνάντηση του Βαλκανικού Συμφώνου στην Αθήνα, όπου υπογράφει και τα τελευταία σύμφωνα η Ελλάδα».

Ο Θανάσης Παπαρήγας περνάει ακολούθως στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και περιγράφει την αστάθεια που επέφερε ειδικά στην Ελλάδα. Κάνει λόγο για το δόγμα Τρούμαν και την παρουσία μιας μεγάλης δύναμης που επηρεάζει τις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκίας.

Τα πρώτα ψήγματα του «Κυπριακού»

Ο Θανάσης Παπαρήγας εξηγεί πως το 1947 εμφανίζεται για πρώτη φορά το πρόβλημα του κυπριακού: «Έχω δει σε ελληνική εφημερίδα του’ 47 άρθρο με τίτλο: «Ελληνοτουρκικόν επεισόδιον για την Κύπρον».

Μεταφέρει το θετικό κλίμα που επικράτησε την περίοδο ΄50-55 ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία σε νατοϊκά πλαίσια. Αναφέρεται στην επίσκεψη του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Μεντερές τον Απρίλη του ’52 στην Αθήνα και την ανταπόδοσή της από το βασιλιά Παύλο και τη βασίλισσα Φρειδερίκη με επίσκεψή τους στην Τουρκία.

Έχει όμως ξεκινήσει ένα ζήτημα που αφορά στην αντιμετώπιση των μειονοτήτων. Το 1955 ανατρέπεται το κλίμα των στενών σχέσεων με την εμφάνιση του κυπριακού».

Ο Θανάσης Παπαρήγας ερμηνεύει την εμπλοκή της Τουρκίας, ως αποτέλεσμα ισχυρής βρετανικής παρέμβασης και φιλοβρετανικών κύκλων της Τουρκίας, στους οποίους εμπλέκεται και ο δημοσιογράφος που είχε ιδρύσει την εφημερίδα «Χουριέτ». Εξηγεί πως η παραπάνω προσέγγιση στηρίζεται σε κάποιες πολιτικές θέσεις και αποτελεί υπόθεση. Γεγονός είναι η απαρχή των εντόνων σχέσεων ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

Η εισήγηση του Θανάση Παπαρήγα σημειώνει τη διάθεση που υπήρχε στους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας, Καραμανλή και Μεντερές για εξεύρεση λύσης – για το κυπριακό, στα 1955, την οποία λύση επιθυμούσαν να εντάξουν στα πλαίσια της αντιεπαναστατικής πολιτικής του ΝΑΤΟ».

Μαρία Αμπατζή

Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο

-Για τον άδικο θάνατο του Θανάση Παπαρήγα

Η Εκτελεστική Γραμματεία εκφράζει την ειλικρινή της λύπη και το βαρύ πόνο της, για τον άδικο θάνατο του δημοσιογράφου Θανάση Παπαρήγα.

Ο Θανάσης Παπαρήγας, για το ταξικό εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, εκτός από ένας ξεχωριστός αγωνιστής με σπάνιες αρετές, γνώσεις και ακέραιο χαρακτήρα, ήταν ο γιος του ηρωικού Μήτσου Παπαρήγα, που η Εργατική Τάξη της χώρας πάντα θα θυμάται, θα σέβεται και θα τιμά.

Η βαριά αυτή κληρονομιά, εφοδίασε τον Θανάση με σπουδαία στοιχεία όπως η απλότητα, η ευρυμάθεια, η ανιδιοτέλεια, η αποστροφή στην αυτοπροβολή, το ενδιαφέρον του για τον απλό άνθρωπο της δουλειάς. Όλα αυτά συνδυασμένα αρμονικά με συνέπεια, σταθερότητα και ταξικό κριτήριο.

Η απώλειά του αφήνει μεγάλο κενό στο λαϊκό κίνημα και στο Κόμμα του. Ταυτόχρονα, αποτελεί τραγικό πλήγμα για την οικογένειά του, στην οποία εκφράζουμε τα αγνά και αληθινά Συλλυπητήρια μας.

Η Εκτελεστική Επιτροπή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.