Γινομαστε σοφοι οχι απο την αναποληση του παρελθοντος μας αλλα απο την υπευθυνοτητα για το μελλον μας George Bernard Shaw
Νέλλη Ζαφειριάδου, υποψήφια δημοτική σύμβουλος για το Δήμο Κομοτηνής με τη ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ. Μια γυναίκα αρθρώνει λόγο πολιτικό, υπενθυμίζοντάς μας την ουσία της πολιτικής, της συμμετοχής στα κοινά, όπως αυτή ορίστηκε στο λίκνο της συμμετοχικής δημοκρατίας, την αρχαία Ελλάδα, και εξελίχθηκε στη σημερινή εποχή. Για τα προσωπικά της οράματα, για την τέχνη κι επιστήμη της διακυβέρνησης, για το δικαίωμα συμμετοχής της γυναίκας στο πολιτικό γίγνεσθαι, για τη συμπόρευση της γνώσης με τον πολιτισμό και την αγάπη, για τα ανθρωποκεντρικά της οράματα. Η Νέλλη Ζαφειριάδου δεν αναλώνεται σε στείρες πολιτικές ή κομματικές αναλύσεις, ο λόγος της δεν κρύβει την αγωνία της εκλογής ή καλύτερα δεν έχει τίποτα απολύτως να κρύψει. Είναι ξεκάθαρος, από τους λίγους που έχουν απομείνει να μας θυμίζουν αξίες και ιδανικά στη σημερινή, την αληθινή ζωή και όχι στα κατάστιχα πολιτικών εγχειριδίων και προεκλογικών ρητορειών, όπως και οι ίδιοι θα διαπιστώσετε…
ΠΤΘ: Η πολιτική ως έννοια και ως πρακτική βάλλεται σήμερα. Κι όμως εσείς δηλώνετε παρούσα. Γιατί εξακολουθείτε να τη στηρίζετε;
Ν.Ζ.: Τι είναι αλήθεια «πολιτική»; Ο όρος ως γνωστόν, παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «πόλις» που ήταν στην αρχαιοελληνική πραγματικότητα η συνηθισμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου λοιπόν «πολιτική» ήταν η μέριμνα για τις δημόσιες υποθέσεις και τη διαχείρισή τους. Δηλαδή η πολιτική ενδιέφερε τα δημόσια πράγματα μιας συγκεκριμένης τοπικά (τουλάχιστον στην αρχική της μορφή) πόλης και της περιφέρειας της.
Είναι επίσης γνωστό ότι η ενασχόληση με την πολιτική, δηλαδή με τις δημόσιες υποθέσεις, αποτελούσε υποχρέωση κάθε ελευθέρου πολίτη της αρχαιοελληνικής πόλης, σε σημείο μάλιστα που η ιδιότητα του πολίτη ήταν συνυφασμένη άμεσα με την ενασχόλησή του με την πολιτική αν δεν ασχολούνταν ο κάτοικος – άμεσα ο ίδιος- με τα δημόσια πράγματα δεν άξιζε να φέρει τον τίτλο του πολίτη. Ο Αριστοτέλης μάλιστα σύνδεσε την πολιτική με την ίδια τη φύση του ανθρώπου, ορίζοντας τον άνθρωπο ως «πολιτικό ζώο». Αυτή η άσκηση της πολιτικής άμεσα από τους ίδιους τους πολίτες ήταν και η ουσία της Δημοκρατίας, του κορυφαίου δημιουργήματος των αρχαίων Ελλήνων. Σήμερα, ολοένα και περισσότερο, η έννοια του πολίτη απογυμνώνεται από τα χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης, δηλαδή της άμεσης ενασχόλησης με τα κοινά, και τείνει να ταυτιστεί με την έννοια του ψηφοφόρου: «ψηφίζω, άρα υπάρχω ως πολίτης. Ψηφίζω και αναθέτω στους αντιπροσώπους μου να αποφασίζω αυτοί για μένα. Ψηφίζω και πέραν τούτου ουδεμία, ευθύνη έχω, την ευθύνη την έχουν αυτοί που είναι και επαγγελματίες». Έτσι όμως η πολιτική τείνει να ταυτιστεί με την εκλογική διαδικασία και αντιμετωπίζεται σαν ένα «σύνολο κανόνων παιχνιδιού» με μεγάλο ενδιαφέρον για τους φίλαθλους “πολίτες”. Η πολιτική ασκείται από ένα όλο και πιο ελάχιστο τμήμα της κοινωνίας, ενώ οι πολλοί αρκούνται σε καφενόβιο σχολιασμό. Όμως κάποιος δεν μπορεί να είναι πολίτης παρά μόνο στο βαθμό που συμμετέχει ενεργά, ουσιαστικά και άμεσα στην πολιτική ζωή. Όταν ο πολίτης απουσιάζει και δεν αναλαμβάνει την κοινωνική του ευθύνη, όταν σοβαρότατες αποφάσεις για θέματα που καθορίζουν και κανονίζουν κυριαρχικά την καθημερινή του ζωή και την ίδια του την ύπαρξη λαμβάνονται ερήμην του και στηρίζονται στην παθητικότητά του και στην αδιαφορία του, τότε δεν φταίνε μόνο οι «επάνω», αλλά ο ίδιος που καταχρηστικά φέρει τον τίτλο του πολίτη, αντί του υπηκόου…
ΠτΘ: Ποιοι λόγοι σας ώθησαν στην απόφαση να είστε υποψήφια Δημοτική σύμβουλος;
Ν.Ζ.: Το ερώτημά σας πιστεύω έχει να κάνει με το παρακάτω : «ποια ήταν και ποια είναι η θέση της γυναίκας στην πολιτική;». Μέσα από το Μείζον Ελληνικό Λεξικό του Τεγόπουλου και Φυτράκη, η λέξη πολιτική αναλύεται ως «η τέχνη, η επιστήμη διακυβέρνησης του κράτους, ο τρόπος διεξαγωγής των κρατικών υποθέσεων». Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε, ότι η πολιτική έχει να κάνει με οποιεσδήποτε υποθέσεις που σχετίζονται με την πόλη, ως οργανωμένο σύνολο. Ποιοι όμως ήταν υπεύθυνοι να συζητούν και ν’ αποφασίζουν, να νομοθετούν, αλλά και να παρανομούν, να κάνουν πολέμους, για να δημιουργήσουν έθνη; Σίγουρα, όχι οι γυναίκες… γιατί το πεπρωμένο τους, τις αυτοεγκλώβιζε στο στενό πλαίσιο των οικογενειακών και μόνο υποθέσεων.
Και ερχόμαστε στο σήμερα και διερωτόμαστε. Έχει αλλάξει το σκηνικό δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά; Σίγουρα, ναι! Παρατηρώντας τις εξελικτικές διαδικασίες της κοινωνίας μας, μαρτυρούμε, ότι σε όλα τα αναπτυσσόμενα τουλάχιστον κοινωνικά σύνολα η τεχνολογική επανάσταση, η πρόοδος και ως συνεπακόλουθο και η κάθε κοινωνικοοικονομική αλλαγή, έχουν επηρεάσει αξίες και θεσμούς. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η γυναίκα μπήκε μαζικά στην εργασία, αναμενόμενη ήταν και η εμπλοκή της και στην πολιτική. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφόσον θεωρητικά τουλάχιστον και πολύ δειλά στην πράξη, οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα της γυναίκας και του άντρα είναι τα ίδια, παρόμοια θα πρέπει να είναι και τα δικαιώματά τους στο πολιτικό γίγνεσθαι.
Μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε θερμά, ότι κατάφεραν οι τόσες επαναστατικές προσπάθειες να θέσουν ένα τέρμα στην αποξένωση της γυναίκας από την πολιτική; Όπου και η γυναίκα συμμετέχει πλέον ενεργά, προσφέρει στο πολιτικό προσκήνιο, έχει τη δύναμη, την υπευθυνότητα, την αντοχή και την ικανότητα να εργαστεί για πρόοδο, ομορφιά και ποιότητα στη ζωή. Αξίζει λοιπόν να διερωτηθεί ο κάθε ελεύθερος και πολιτικοποιημένος άνθρωπος, κατά πόσο λειτουργεί σωστά το δημοκρατικό πολίτευμα ή εφαρμόζεται και έμπρακτα το νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ισότητας των δύο φύλων ή ακόμη και αν αξιοποιούνται οι γνώσεις, η δυναμικότητα, η δημιουργικότητα και η ικανότητα της γυναίκας.
Σίγουρα μπροστά σε όλα αυτά τα ερωτηματικά που έχουν άμεση σχέση με την κοινωνική παρεμπόδιση του δικαιώματος της γυναίκας να εμπλακεί στην πολιτική, αλλά και με την ολοκληρωτική απελευθέρωση της γυναίκας, δεν πρέπει να παρακάμψουμε το πρόβλημα της απώθησης της γυναίκας από την κομματική συνδιαλλαγή, όπως υπογραμμίζει η Ροσάντα (1980). Υποστηρίζει για τον ευρωπαϊκό χώρο σε γενικές γραμμές ότι η δυσχέρεια της γυναίκας στα κόμματα οφείλεται σε παράγοντες όπως, η άρνηση της διεκδίκησης της εξουσίας, η άρνηση στον τρόπο που γίνεται η πολιτική σ’ ένα κόμμα (εσωκομματικές ίντριγκες, διασπάσεις, ανταγωνιστικές τάσεις, εξωφρενικά ωράρια που εμποδίζουν τον ρόλο της ως μητέρα, άσκοπες φλυαρίες με κατάληξη το πουθενά), αλλά και η άρνηση στις μηχανορραφίες των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων. Γι’ αυτό τελειώνοντας, παραθέτω ένα ερώτημα για προβληματισμό με ταυτόχρονη παράθεση της προσωπικής μου άποψης στο θέμα, ως προς την εμπλοκή της γυναίκας στην πολιτική. Είναι οι γυναίκες που μπαίνουν στην πολιτική ή εμπλέκονται παρασυρόμενες από πολιτικά γεγονότα; Παίρνοντας αφορμή από την προσωπική εμπειρία, καταθέτω, ότι μπήκα στην πολιτική εξαιτίας της «αδυναμίας» μου να δεχτώ παθητικά τον καταναγκασμό της περιθωριοποίησής και όχι μόνο από αγάπη προς την πόλη μου και διάθεση προσφοράς, πράγμα αποδεδειγμένο από την τετραετή δράση μου στο ΔΣ της Επιστημονικής Ένωσης Καθηγητών Αγγλικής Δημοτικής Εκπαίδευσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Ολοκληρώνω την απάντησή μου με τη ρήση του Αριστοτέλη «ο άνθρωπος του ειδέναι ορέγεται φύσει» . Ο άνθρωπος δηλαδή είναι φτιαγμένος από τη φύση του να ψάχνει, να μαθαίνει, να γνωρίζει. Η αναζήτησή του αυτή δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ. Ο άνθρωπος ερευνά και θα ερευνά πάντοτε, διότι η γνώση είναι απέραντη και δεν έχει αρχή ούτε τέλος. Κατ’αυτήν την άποψη η εμπειρία μου ως υποψήφια δημοτική σύμβουλος αποτελεί μια πολύτιμη εμπειρία γνώσης με ότι θετικό και αρνητικό μπορεί να εμπεριέχει αυτή.
ΠτΘ: Πώς βλέπετε την υποψηφιότητα των γυναικών και την ποσόστωση;
Ν.Ζ.: Καταρχάς ως γυναίκα και σκεπτόμενο άτομο εκπροσωπώντας το μισό και ίσως μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού θα επιθυμούσα να μην υπάρχει η ποσόστωση με την έννοια της αντιμετώπισης του γυναικείου πληθυσμού ως μιας μειονοτικής ομάδας. Η γυναίκα μπορεί και οφείλει να συμμετέχει στη διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Οραματίζομαι μια κοινωνία όπου η συμμετοχή και η δυνατότητα ενασχόλησης με τα κοινά είναι ελεύθερη και εφικτή με βάση τις ικανότητες και δεξιότητες του πολίτη και την ειλικρινή πρόθεση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο ανεξάρτητα από φύλο, θρησκεία, καταγωγή, πεποιθήσεις.
Παρόλα αυτά εκτιμώ ότι η ποσόστωση στη συμμετοχή στα ψηφοδέλτια μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πρώτο θετικό βήμα προς την καθιέρωση και της εκλογιμότητας των γυναικών και την αποδοχή από μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας της ικανότητας της γυναίκας να λειτουργεί, να προτείνει, να δημιουργεί στο πολιτικό γίγνεσθαι. Θα ήθελα να τονίσω σ’ αυτό το σημείο την αναγκαιότητα της ιστορικής γνώσης και της διάδοσής της όχι μόνο για τις γυναίκες που ενεργά συμμετέχουν στην πολιτική, αλλά και για τις τοπικές κοινωνίες.
Η γνώση του χρονικού της ένταξης των γυναικών στην πολιτική αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση των σύγχρονων αγκυλώσεων, που εμποδίζουν την πρόσβαση των γυναικών στον λεγόμενο δημόσιο χώρο. Πεδίο σχεδόν αδιερεύνητο στην Ελλάδα, η «πολιτική ιστορία» των γυναικών συρρικνώνεται συχνά σε μερικές προφανείς ενότητές της, κυρίως εκείνες που σχετίζονται με την κατάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων, ή με τη δραστηριότητα μερικών επώνυμων γυναικών. Αγνοείται συνήθως το μεγάλο εύρος των περιεχομένων της, το γεγονός δηλαδή ότι περιλαμβάνει αρκετές «επιμέρους» ιστορίες: την ιστορία των γυναικείων οργανώσεων και του φεμινισμού (των πολλών και διαφορετικών εκδοχών φεμινιστικής σκέψης και δράσης) την ιστορία της σχέσης των γυναικών με κομματικούς ή συνδικαλιστικούς φορείς και με εθνικιστικά ή εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα την ιστορία συλλογικοτήτων (φιλανθρωπικών, θρησκευτικών, κινήσεων μητέρων, κ.ο.κ.), που χαρακτηρίστηκαν “κοινωνικές” δραστηριότητες, αλλά στάθηκαν καθοριστικές για τη συγκρότηση της σημερινής γυναικείας πολιτικής ταυτότητας την ιστορία, τέλος, των ιδιαίτερων επιπτώσεων που είχαν οι πολιτικές (και όχι μόνο) αναταραχές στη ζωή των γυναικών. Στα θέματα αυτά, το ενδιαφέρον της εγχώριας επιστημονικής κοινότητας είναι ακόμη περιορισμένο και οι σχετικές ιστορικές συμβολές λιγοστές. Διαθέτουμε, ωστόσο, τεράστιο πλούτο μαρτυριών, αυτοβιογραφιών και απομνημονευμάτων, αλλά και λογοτεχνικών κειμένων ή φωτογραφικών λευκωμάτων, που κάποτε θα πρέπει να αξιολογηθούν ως ιστορικά τεκμήρια. Εξάλλου, η ιστορία των γυναικών υπήρξε εξαρχής ιδιαίτερα επινοητική, ανακαλύπτοντας τα ίχνη των γυναικών ακόμη κι εκεί που η επίσημη ιστοριογραφία τις είχε μεταμορφώσει σε σχεδόν αόρατους κομπάρσους μιας σκηνοθεσίας που εξελισσόταν ερήμην τους. Στον τομέα αυτό της ιστορικής γνώσης και ιστορικο-κοινωνικοπολιτικής συνειδητοποίησης των πολιτών κρίνω πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο.
Το ζήτημα της γυναικείας συμμετοχής κατά 1/3 στα ψηφοδέλτια μπορεί και πρέπει να γίνει αφετηρία για βαθύτερο κοινωνικό προβληματισμό και δυναμικότερες διεκδικήσεις από τη μεριά των γυναικών.
ΠτΘ: Και μια δύσκολη ερώτηση. Πώς βλέπετε την Κομοτηνή και πώς θα θέλατε με τη συμβολή σας στα κοινά να γίνει; Πώς και σε ποιο τομέα βλέπετε τη συνεισφορά σας στο Δήμο, αν εκλεγείτε;
Ν.Ζ.: Έχοντας ως στόχους την ανάληψη κοινωνικών πρωτοβουλιών και την οργάνωση μεθόδων παρέμβασης για την ανθρωποκεντρική, σύγχρονη ανάπτυξη και με αισθητική της πόλης όπου ζω, της Κομοτηνής, για την διαφύλαξη του φυσικού της πλούτου, για την προστασία των κυρίαρχων χαρακτηριστικών της από την αλλοίωση και την αλόγιστη εκμετάλλευση, για την ανάδειξη της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς της πόλης . Θεωρώ ότι οι παραπάνω στόχοι, είναι άκρως πολιτικοί, με την αρχαιοελληνική έρευνα του όρου.
Πράγματι η αναζήτηση των ξεχασμένων εκείνων χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν την ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα του Κομοτηναίου, η διατήρηση και η ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που τον καθορίζουν κοινωνικά και περιβαλλοντικά, η άμυνά του απέναντι σε οτιδήποτε και οποιονδήποτε καταστρέφει τις ζωτικές του ανάγκες και τον καταδικάζει σε απομόνωση και ανυπαρξία, είναι ζητήματα άμεσης προτεραιότητας και βασικές προϋπόθεσης της ύπαρξης του.
Μακριά από στείρους τοπικισμούς, αφουγκραζόμενη τα σύγχρονα προοδευτικά ρεύματα σκέψης και δράσης και σε συνεργασία με όλες τις πολιτισμικές ομάδες της πόλης θα προσπαθήσω να βάλω και εγώ το λιθαράκι μου στην οικοδόμηση μιας ανθρωποκεντρικής κοινωνίας που όχι απλά σέβεται την ύπαρξη της διαφορετικής πολιτισμικής ταυτότητας αλλά επικοινωνεί με τις δημιουργικές της δυνάμεις, συνθέτει και δημιουργεί η ίδια τον πολιτισμό της δια μέσου της συνεχούς διαπολιτισμικής και επικοινωνίας.
Δεν τρέφω βέβαια αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Το εγχείρημα είναι οπωσδήποτε δύσκολο και απαιτεί χρόνο. Θεωρώ πως χρειάζεται διεύρυνση και εμβάθυνση της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης, γόνιμος κοινωνικός προβληματισμό και διάλογος, ρήγμα στον κλοιό των κάθε είδους προκαταλήψεων, αποδοχή του διαφορετικού πέρα από αυτό που καλλιεργείται ως «πολιτικά και κοινωνικά σωστό». Χρειάζεται τόλμη και φαντασία στην εξουσία από αυτούς που την ασκούν, ανθρωποκεντρική παιδεία, πίστη και ενεργοποίηση των δημιουργικών δυνάμεων των πολιτισμικών ομάδων της πόλης. Πιστεύω παρά ταύτα, ότι αυτά τα χαρακτηριστικά της πόλης που εκ πρώτης όψεως την διαφοροποιούν είναι και αυτά που την καθιστούν ιδιαιτέρως γοητευτική. Μιλώντας ως εκπαιδευτικός αυτά τα ιστορικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της πόλης την καθιστούν ένα διαρκές και σε πολλά επίπεδα κίνητρο εφαρμογής μιας πολυπολιτισμικής παιδείας με στόχο τη διαμόρφωση σκεπτόμενων και με διευρυμένο νου πολιτών. Πιστεύω στη ρήση του William Gray, Αμερικάνου έγχρωμου παιδαγωγού και ακτιβιστή πως «τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό και απελευθερωτικό από την παιδεία».
Ο πολιτισμός λοιπόν, η παιδεία, η ανάδειξη και υποστήριξη των δημιουργικών και καλλιτεχνικών δυνάμεων της πόλης, η στήριξη της γυναίκας και του νέου ιδιαίτερα αυτών που ανήκουν στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, η επικοινωνία με άλλους πολιτισμούς, η ανάπτυξη του εθελοντισμού, η ποιότητα και η ομορφιά της καθημερινής ζωής που αφορά όλους τους πολίτες είναι οι τομείς που διαθέτω επιστημονική γνώση, εμπειρία και περισσή αγάπη προσφοράς.
ΠτΘ: Επειδή αναφερθήκατε στο θέμα των σκεπτόμενων και με διευρυμένο νου πολιτών, ποια η άποψή σας για το ρόλο των ΜΜΕ ως προς τη διαμόρφωση κριτικής σκέψης των πολιτών σε μία προεκλογική περίοδο όπου επικρατεί συχνά το στοιχείο της υπερβολής; Είναι τελικά ο πολίτης ανεξάρτητος να κρίνει και να επιλέξει τους ικανότερους;
Ν.Ζ.: Επιτρέψτε μου να απαντήσω στο ερώτημα αυτό παραθέτοντας τη σκέψη του Λάο Τσε:
Το κανάτι είναι χρήσιμο γιατί έχει κενό χώρο
Οι τοίχοι του σπιτιού γατί δημιουργούν κενό χώρο
Καθετί που φαίνεται είναι ωφέλιμο
Μα η αληθινή χρησιμότητα είναι σ’ εκείνα που δεν φαίνονται.
Τ.Β.
–
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
