Παυλος Δαμιανιδης: «Η προσπαθεια για την Ευρωπαικη ολοκληρωση μας αφορα»

Παύλος Δαμιανίδης, ο δημοτικός σύμβουλος Κομοτηνής, ο ανθρωπιστής τεχνοκράτης, ο Κομοτηναίος, είναι για δεύτερη φορά τώρα υποψήφιος με τη «Νέα Πορεία» και δήμαρχο τον Τάσο Βαβατσικλή.

Ο Παύλος, για όσους τον ξέρουν, ιδιαίτερα σεμνός, έχει όλα εκείνα τα προσόντα, που τον κατατάσσουν ανάμεσα στους ικανούς νέους ανθρώπους, που θα είναι σημαντικό για τον τύπο να ασχοληθούν με την πολιτική.

Πτυχιούχος της Σχολής Θετικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Παύλος, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, έχει συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια μιας πυκνής σε επαγγελματική εμπειρία πενταετίας όλα εκείνα τα τεχνοκρατικά, αλλά σημαντικότατα σε πολιτική αποτελεσματικότητα, εφόδια, που τον καθιστούν πολύτιμο στη διαχείριση των κοινών. Και τούτο γιατί ο Παύλος έχει γίνει ο εξπέρ της Ροδόπης στα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις διακρατικές συνεργασίες.

Αλλά το πιο καίριο με την προσωπικότητα του Παύλου είναι ότι, παρόλο που έχει πλήρη επίγνωση του σημαντικού των εφοδίων του, ποτέ μέχρι τώρα ο Παύλος δεν έδειξε να άλλαξε ως άνθρωπος.

Ανθρώπινος, ζεστός, ευγενέστατος, δεν σταμάτησε ποτέ να θεωρεί ότι το μέγιστο για τον άνθρωπο είναι ο άλλος άνθρωπος.

Ίσως για αυτό στον Παύλο και στη θέση, που κατέχει σήμερα στην περιφέρεια, αλλά και στην καθημερινή του ζωή απευθύνεται ο οποιοσδήποτε. Ο δήμαρχος, ο αντιδήμαρχος, ο μηχανικός του δήμου, ο απλός πολίτης. Ο Παύλος και θα συμβουλέψει, και θα υποδείξει τον τρόπο επίλυσης του προβλήματος, και θα είναι εκεί μέχρι αυτό να λυθεί.

Αυτός είναι ο Παύλος Διαμανίδης, ο Κομοτηναίος Παύλος, ο Παύλος όλων μας.

Ο Παύλος, που οφείλουμε ως κοινωνία να καταξιώσουμε, και να τον αναδείξουμε ξανά στα κοινά και στη δημόσια ζωή του τόπου. Στο Δήμο μας.

Για τον Παύλο Δαμιανίδη, όμως η δεδομένη σεμνότητά του δεν επιτρέπει να γράψουμε πολλά…

Γι’ αυτό κι ο λόγος αμέσως σ’ αυτόν…


T.B.

«Η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει μέχρι σήμερα επιτύχει 50 χρόνια σταθερότητας, ειρήνης και οικονομικής ευημερίας. Δυνάμωσε τη φωνή και τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο. […]

Παρά τα αποτελέσματα αυτά, πολλοί Ευρωπαίοι αισθάνονται αποξενωμένοι από το έργο της Ένωσης. Η έλλειψη επικοινωνίας με τα θεσμικά όργανα και η ιδιαίτερα περιορισμένη συμμετοχή των πολιτών στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων, έχουν οδηγήσει στη μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το Ευρωπαϊκό εγχείρημα. […]

Πώς μπορεί όμως να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα και να αρθεί το αρνητικό κλίμα που υπάρχει στους πολίτες;

Πώς τα ίδια τα θεσμικά όργανα θα γίνουν πιο αποτελεσματικά και πιο ευέλικτα με τα σημερινά δεδομένα και ακόμη περισσότερο μετά την διεύρυνση της Ένωσης που θα σημάνει και την αντίστοιχη διεύρυνση των οργάνων και την αύξηση του αριθμού των συνομιλητών; […]

Αυτά είναι μερικά από τα βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν την επόμενη Διακυβερνητική Διάσκεψη. Ωστόσο, μέχρι τότε, ο διάλογος θα πρέπει να αναπτυχθεί, ώστε να έχουν, ήδη, απαντηθεί τα βασικότερα σημεία και να έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με το νέο μοντέλο διακυβέρνησης της Ένωσης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε το σχετικό διάλογο από το 2000 ακόμη, θέτοντας την αναμόρφωση της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης ως στρατηγικό στόχο. Στα πλαίσια αυτά δημοσίευσε κατά το 2001 και μια Λευκή Βίβλο για το θέμα αυτό, παρέχοντας έτσι μια πρώτη βάση για τον διάλογο. ..

Εάν εστιάσουμε τώρα την προσοχή μας στα θέματα που κυρίως αφορούν τις Περιφέρειες και το σημερινό τραπέζι, θα πρέπει να προβληματιστούμε σχετικά με το ρόλο και την ανάμειξη των Περιφερειακών και τοπικών αρχών στην προετοιμασία και την υλοποίηση των Ευρωπαϊκών πολιτικών και σχετικά με το πώς η ανάμειξη αυτή μπορεί να συμβάλει στην επίλυση των σημερινών προβλημάτων και στην απάντηση βασικών ερωτημάτων και ανησυχιών. […]

Στην προσπάθεια αυτή για την ενίσχυση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των Περιφερειών, είναι στόχος μας να παρακάμψουμε ή να αγνοήσουμε τις εθνικές αρχές; Η απάντηση είναι φυσικά όχι, για προφανείς πολιτικούς, αλλά και τυπικούς (νομικούς) λόγους. Οι Περιφερειακές και τοπικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν στα πλαίσια της εθνικής τους συνταγματικής νομιμότητας, η οποία διαφέρει από χώρα σε χώρα και η οποία είναι σεβαστή από όλα τα θεσμικά Ευρωπαϊκά όργανα. Άλλωστε, ο γενικότερος σεβασμός της ιδιαιτερότητας της κάθε χώρας και της κάθε επιμέρους κοινωνίας, σε όλους τους τομείς (πολιτιστική ταυτότητα, παράδοση, γλώσσα, συνταγματικές δεσμεύσεις, ζητήματα εθνικής κυριαρχίας) αποτελεί βασική αρχή της Ένωσης και κατά τη γνώμη μου βασικό συστατικό της μέχρι σήμερα επιτυχίας του όλου εγχειρήματος. Το επίπεδο της εθνικής διοίκησης παραμένει απαραίτητο και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τον κυρίαρχο ρόλο τους, ο οποίος θα διασφαλίζει όπως είπαμε, ιδιαίτερα ζητήματα και εξουσίες της κάθε χώρας, που οι λαοί θα κρίνουν ότι θα πρέπει να παραμείνουν εθνική υπόθεση ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι ακόμη ώριμες οι συνθήκες για να παραχωρηθούν σε ένα υπερεθνικό σύνολο, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να παρεμποδίσει την έναρξη θεσμοθέτησης ενός συστήματος ανάπτυξης ανεξάρτητων σχέσεων και αλληλεξάρτησης μεταξύ των τοπικών και Περιφερειακών αρχών και του Ευρωπαϊκού επιπέδου.

Ποιο θα πρέπει όμως να είναι το περιεχόμενο αυτών των σχέσεων και της αλληλεξάρτησης;

Ποιος θα είναι στην ουσία ο ρόλος των τοπικών και Περιφερειακών αρχών;

Ο πρώτος στόχος θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της συμμετοχής τους στην γενική Ευρωπαϊκή διαδικασία λήψης των αποφάσεων, με ότι αυτό σημαίνει, από το αρχικό ακόμη στάδιο της σύλληψης των αναγκαίων πολιτικών και της διαβούλευσης με τα κράτη μέλη και τα Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.

Το κεντρικό εθνικό επίπεδο, που έχει μέχρι σήμερα την αρμοδιότητα αυτή, όχι μόνο δεν απειλείται από αυτήν την συμμετοχή, αλλά μπορεί να βρει στο πρόσωπο των εκπροσώπων των τοπικών και Περιφερειακών αρχών (αιρετοί στην πλειοψηφία τους) έναν σύμμαχο στην προώθηση εθνικών πολιτικών και στόχων, στα πλαίσια μια «παράλληλης διπλωματίας» των αρχών αυτών. […]

Ο δεύτερος στόχος θα πρέπει να είναι η απάντηση στο ερώτημα της εξεύρεσης τρόπου για την ευέλικτη εφαρμογή των Κοινοτικών πολιτικών, μέσω δυστυχώς των ιδιαίτερα πολύπλοκων και ανελαστικών Κοινοτικών οδηγιών και κανονισμών.

Η εφαρμογή των πολιτικών αυτών μπορεί να γίνει πράγματι ευέλικτη, μόνο εάν προσαρμοσθεί στις ιδιαιτερότητες της κάθε Περιφέρειας-περιοχής και ταυτόχρονα εκχωρηθούν οι σχετικές αρμοδιότητες για την λήψη αποφάσεων στο Περιφερειακό επίπεδο. […]

Το σημείο όμως στο οποίο είναι ζωτικής σημασίας η άμεση εμπλοκή των Περιφερειακών και τοπικών αρχών, είναι η Περιφερειακή πολιτική και οι πολιτικές για τη συνοχή. Μέχρι σήμερα ουσιαστικά στη διαμόρφωση αυτών των πολιτικών συμμετείχαν τα δύο από τα τρία επίπεδα διοίκησης (Ευρωπαϊκό και Εθνικό). Ίσως είναι και αυτός ένας λόγος για τον οποίο ο στόχος της ολοκλήρωσης και της συνοχής καθυστερεί και φαντάζει ακόμη δύσκολος.

Εάν επιθυμούμε πράγματι να φθάσουμε μια μέρα στο σημείο να σταματήσουμε να χωρίζουμε την Ευρώπη σε λιγότερο και περισσότερο ανεπτυγμένες περιοχές, να μην μιλάμε πλέον για περιοχές – Στόχους των Διαρθρωτικών Ταμείων, να μην έχουμε μπλε ή κίτρινες μπανάνες στον χάρτη της Ευρώπης και να μπορούμε να σχεδιάσουμε ένα κοινό αναπτυξιακό πρόγραμμα για το σύνολο της Ευρωπαϊκής επικράτειας, θα πρέπει να ενσωματώσουμε στην διαδικασία και το Περιφερειακό – τοπικό επίπεδο διοίκησης. Οι Περιφέρειες και οι τοπικές αρχές θα πρέπει να έχουν θεσμικό ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής για τη συνοχή, αλλά και στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της πολιτικής αυτής.

Ο προγραμματισμός αυτός θα πρέπει να ενσωματώνει τις διάφορες τομεακές πολιτικές (μεταφορές, γεωργία, περιβάλλον κλπ.), αλλά και πολιτικές και από τα τρία επίπεδα διοίκησης.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και στις ιδέες που καλλιεργούνται από ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Κοινοβουλίου για επιλεκτική συμμετοχή ορισμένων Περιφερειών στην διαδικασία αυτή, τουλάχιστον κατά την πρώτη «διερευνητική» περίοδο.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις απόψεις αυτές, ορισμένες μόνο Περιφέρειες, που έχουν ίσως ισχυρότερους μηχανισμούς, δείχνουν περισσότερο έτοιμες από τις άλλες ή έχουν αυξημένες αρμοδιότητες και αυτονομία, σε συνεννόηση πάντοτε και με τα κράτη μέλη και στα πλαίσια «τριμερών συμφωνιών» (κράτους, Περιφέρειας και Ε.Ε), θα συμμετέχουν κατά κάποιο τρόπο σε μια πρώτη πιλοτική φάση εφαρμογής του μοντέλου, έχοντας ένα ρόλο ισότιμου «εταίρου» με αυξημένη συμμετοχή στις διάφορες θεσμοθετημένες διαδικασίες.

Πιστεύουμε ότι μια τέτοια επιλογή, θα αδικούσε τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές Περιφέρειες και θα διεύρυνε τις ανισότητες αντί να τις μειώσει. Θα πρέπει κατά την γνώμη μου να μας βρει αντίθετους μια τέτοια προσπάθεια δημιουργίας Περιφερειών δύο ταχυτήτων.

Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω τα βασικότερα σημεία, τα οποία θα πρέπει ίσως να αποτελέσουν και αντικείμενο προβληματισμού:

Πώς, λοιπόν, θα μπορούσαμε, κατοχυρώνοντας θεσμικά τον ρόλο των Περιφερειακών και τοπικών αρχών στο νέο μοντέλο διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επιτύχουμε τα εξής:

Να πείσουμε τον Ευρωπαίο πολίτη ότι η προσπάθεια για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση τον αφορά, διότι είναι προς όφελός του, να ενισχύσουμε τη διαφάνεια και τη δημοκρατική λειτουργία, να κάνουμε απλούστερη και πιο ευέλικτη τη λειτουργία του σημερινού δυσκίνητου και γραφειοκρατικού μοντέλου διακυβέρνησης, να εξασφαλίσουμε την αναλογική εκπροσώπηση στα θεσμικά όργανα, χωρίς να επιβαρύνουμε την ευελιξία και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας τους, ιδιαίτερα μετά τη διεύρυνση, σε μια Ευρώπη των 25 κρατών, να διασφαλίσουμε την ισότιμη, αλλά και ομαλή συμμετοχή του Περιφερειακού-τοπικού επιπέδου διοίκησης, στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, χωρίς πάντοτε να παραβιάσουμε βασικές αρχές και δικαιώματα άλλων αρχών, να προωθήσουμε ταχύτερα και αποτελεσματικότερα το θεμελιώδη στόχο της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής»
.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.