«Κειμενα μπολιασμενα στη συλλογικοτητα της πολιτικης λειτουργιας»
Όταν οι πολιτικοί γράφουν αφιερώνοντας χρόνο στη σκέψη, στην κριτική αποτίμηση της πολιτικής κατάστασης και στη γόνιμη διαδικασία της γραφής, τότε κάποιος αποκομίζει την αίσθηση ότι όλα στην κοινωνία, αλλά και την πολιτική βαίνουν καλύτερα.
Αν κι αυτή την εικόνα του πολιτικού, που απομονώνεται και σκέφτεται, που αναλογίζεται και ασκεί πρώτιστα στον εαυτό του κριτική και, κυρίως, γράφει και σβήνει αγωνιώντας για την ολοκληρωμένη κατάθεση των απόψεών του στο χαρτί, πολύ λίγο την έχουμε συνηθίσει.
Η γραφή βέβαια δεν είναι διαδικασία μη σχετιζόμενη με το γένος των Παπανδρέου. Ο παππούς Γεώργιος, αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Μαργαρίτα Παπανδρέου ασχολήθηκαν και με την τέχνη της συγγραφής κειμένων πολιτικού προβληματισμού, ο δε Νίκος Παπανδρέου είναι ο λογοτέχνης της οικογένειας.
Οι Παπανδρέου ασχολούνται λοιπόν με τα γράμματα και εν ευρεία έννοια (Η Σοφία αγαπά λόγου χάριν το χορό).
Εντούτοις, η εικόνα του Υπουργού μας Εξωτερικών και η συνεχής κινητικότητά του πολύ λίγο μας επέτρεπαν να φανταστούμε ότι ο Υπουργός μας γράφει. Και γράφει. Απόδειξη η τελευταία συλλογή κειμένων πολιτικού προβληματισμού, που ήρθε στα χέρια μας, πριν κάποιους μήνες, αν και κυκλοφόρησε το 1996, σε μία μικρή και ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση των «Ελληνικών γραμμάτων», που η ανάγνωσή της αποτέλεσε έκπληξη.
Για την ποιότητα του στοχασμού κατ’ αρχήν, που δεν εξαντλείται στην απλή περιγραφή, αλλά διατυπώνει αιτήματα και προτάσεις για αναβάθμιση – πότε επιτέλους! – της πολιτικής μας ζωής, ως συνισταμένη κοινής ευθύνης. Όλων ανεξαιρέτως.
Από τη συλλογή κειμένων πολιτιστικού προβληματισμού με τίτλο «Το δέντρο και το δάσος», φιλοξενεί συνολικά ογδόντα οκτώ αριθμημένα κείμενα, επιλέξαμε και φιλοξενούμε σήμερα τα τρία πρώτα που εκφράζουν την πίστη ότι η πολιτική θα συνεχίσει να υφίσταται, αρκεί να επαγρυπνεί για τον αέναο επαναπροσδιορισμό της, αλλά και τον πρόλογο του βιβλίου, που εμμένει να διατείνεται ότι η πολιτική προαπαιτεί συλλογικότητα. Κορυφαία μηνύματα και τα δύο…
Γεώργιος Παπανδρέου όμως…
Το μέλλον της πολιτικής
1
Έχουμε δύο ανησυχητικά φαινόμενα που αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Η μία πλευρά του είναι η αδιαφορία, η παθητική στάση και ο κυνισμός μεγάλων ομάδων της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική ζωή. Πολλές από τις ομάδες αυτές είναι από τις πιο δυναμικές: η νεολαία, οι γυναίκες, οι νέοι επαγγελματίες και επιχειρηματίες, η διανόηση, δηλ. στρώματα που η συμμετοχή τους διασφαλίζει έναν δυναμισμό, απαραίτητο για την πρόοδο και τις τομές στην κοινωνία μας. Η ανυπαρξία της φωνής τους μειώνει κατά πολύ τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που έχει η Ελλάδα να αποτελέσει δυναμικό και καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων στην περιοχή.
Υπάρχουν όμως και άλλες ομάδες πληθυσμού, στο περιθώριο της κοινωνίας, οι άνεργοι, η τρίτη ηλικία, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μειονότητες, οι μετανάστες, αγροτικοί πληθυσμοί, οι πρόσφυγες, άτομα με AIDS, εξαρτημένα άτομα κ.λπ. Η αδυναμία να ακουσθεί η δικιά τους φωνή τους περιθωριοποιεί ακόμα περισσότερο. Η κατάληξη είναι να διαμορφώνεται μια κοινωνία χωρισμένη στα δύο. Αυτή είναι η πραγματικότητα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Νέα Ζηλανδία (για να μην μιλήσουμε για τρίτο κόσμο ή τις πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες) και αυτή διαγράφεται ως απειλή και στην Ευρώπη. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, την εσωστρέφεια της χώρας μας και την αδυναμία μας να στηριχτούμε σε δικές μας δυνάμεις μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούν απειλή στους δημοκρατικούς μας θεσμούς. Καλλιεργούν τη βία, το ρατσισμό και το νεο-φασισμό.
Η αδιαφορία και η περιθωριοποίηση είναι όμως αποτέλεσμα της αίσθησης που έχει ο πολίτης ότι «δεν τον υπολογίζει κανείς». Αυτή είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος. Δημιουργείται ένα πολιτικό κατεστημένο στα κόμματα, καθώς και ένα ευρύτερο μόρφωμα αδιαφανών και «διαπλεκόμενων» συμφερόντων στην πολιτική και οικονομική ζωή.
Πάντα θα δημιουργούνται νέα κέντρα εξουσίας στις κοινωνίες μας. Πάντα όμως θα πρέπει ένας σοσιαλιστής και δημοκράτης να παλεύει για τη διεύρυνση της λαϊκής συμμετοχής και την επιβολή κανόνων που θα διασφαλίζουν τη διαφάνεια των αποφάσεων, την εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων, την αξιοκρατία και την καταπολέμηση των ισχυρών γραφειοκρατιών που νέμονται εξουσία που ουδείς τους έδωσε, είτε οι γραφειοκρατίες αυτές βρίσκονται στο κράτος, στα κόμματα, στα συνδικάτα, είτε αλλού.
Η συγκέντρωση της εξουσίας σε αδιαφανή (και συνήθως αθηναϊκά) κέντρα επιτρέπει να απομονώνεται ο πολιτικός κόσμος και ιδιαίτερα ο εκλεγμένος εκπρόσωπος του λαού από τα πραγματικά προβλήματά του. Επηρεάζεται αναγκαστικά από το μόρφωμα αυτών των συμφερόντων που λίγη σχέση έχουν με τις ανάγκες του λαού και του έθνους. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η δε διεθνοποίηση της αγοράς, η επικυριαρχία των μέσων ενημέρωσης και η σύγχρονη τεχνολογία του Ιντερνέτ αποτελούν νέες προκλήσεις ή και ευκαιρίες για τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Στην Ελλάδα όμως έχουμε την ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης συναλλαγής, με το ρουσφέτι, τη μίζα, το καπέλο, την παραοικονομία, παραπαιδεία, παραϊατρική, την παρα- ή μικροπολιτική, μεταξύ του πολίτη με την εξουσία που εκμαυλίζει συνειδήσεις. Έχουμε λοιπόν ένα πραγματικό πρόβλημα: μια πρόκληση δημοκρατικής εκπροσώπησης και καταπολέμησης της διαφθοράς στη χώρα μας. Τα δύο αυτά στοιχεία δεν αποτελούν απλώς ένα πρόβλημα δημοκρατίας. Είναι εμπόδια στην ορθολογική ανάπτυξη της χώρας μας και της περιφέρειάς της, καθώς και στη σωστή αξιοποίηση του πλούσιου ανθρώπινου δυναμικού του ελληνισμού, εντός και εκτός Ελλάδος. Αποτελούν εμπόδιο στη σωστή χρήση και απορρόφηση των κονδυλίων της ΕΕ, στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, στην αποκέντρωση, στην προσαρμογή της εκπαίδευσης ή της κοινωνικής πρόνοιας στις πραγματικές ανάγκες του ελληνικού λαού, σε μια υγιή, αναπτυξιακή σχέση μεταξύ κράτους, τραπεζών και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αν τα κέντρα αυτά δεν σπάσουν, ούτε υγιά δημοκρατία θα έχουμε ούτε αναπτυξιακή πορεία θα δούμε. Με θύμα: τον απλό πολίτη και την Ελλάδα.
2
Ο πολίτης αναρωτιέται: Έχουν τα κόμματα σαν υπέρτατο στόχο την κατάκτηση της «εξουσίας» και μόνο; Βλέπουν τους πολίτες μόνο σαν πρόσκαιρο ψηφοφόρο, «δυναμικό» μεν, «αφισοκολλητή» δε, μεταφερόμενο στρατιώτη στις μάχες των πλατειών και των συνθημάτων, αλλά στις «μεγάλες αποφάσεις» απόντα, βουβό ή και ενοχλητικό;
Όταν προσφέρουν, προσφέρουν τι; Ένα όραμα, ένα πρόγραμμα, που στην πράξη όμως φθείρεται από το ρουσφέτι και τη συναλλαγή. Πότε τα κόμματα θα γίνουν αξιόπιστα; Πότε θα είναι ευαίσθητα στα μηνύματα της βάσης; Πότε ο λόγος τους θα είναι συνεπής με την πράξη;
Αν δεν είναι απόλυτα δικαιολογημένα τα ερωτηματικά αυτά, είναι πάντως υπαρκτά. Στα μάτια πολλών ανθρώπων τα σημερινά κόμματα φαντάζουν σκουριασμένα, βυζαντινά σε μια σύγχρονη εποχή.
Παρά τις δημοκρατικές κατακτήσεις των τελευταίων 13 ετών, παρά τους επαναστατικούς θεσμούς και νομοθεσίες που κατοχυρώνουν τη λαϊκή συμμετοχή, ο πολίτης στη χώρα μας εξακολουθεί να αισθάνεται ότι βρίσκεται στο περιθώριο της πολιτικής ζωής.
Όταν βλέπει το παρασκήνιο να εμφανίζεται ως ο επικρατέστερος στίβος της πολιτικής μας ζωής και στον πολιτικό λόγο να κυριαρχεί το «αστυνομικό δελτίο» και οι μύθοι για τις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις, πώς να μην αμφισβητεί ο πολίτης της χώρας μας;
Παρακολουθεί καθημερινά μέσα από τον Τύπο τις μονομαχίες των «προεστών», τις υπονομεύσεις των «ιντριγκαδόρων», προσπαθώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα και να καταλάβει τελικά ποιος είναι ο «ισχυρότερος», η κυβέρνηση ή το κόμμα, ο τάδε παράγοντας ή ο δείνα επίδοξος διάδοχος, τα μονοπώλια, ο δημόσιος τομέας, τα συγκροτήματα, το ιδιωτικό κεφάλαιο, ο «ξένος παράγοντας», οι κλαδικές, οι κομματάρχες.
Δεν κουραστήκαμε, άραγε, να παρακολουθούμε; Αν ναι, είναι η ώρα να φτιάξουμε το κόμμα που θα αναδείξει τον πολίτη κυρίαρχο στην πολιτική σκηνή της χώρας. Να ξανακάνουμε το ΠΑΣΟΚ κόμμα του.
Προϋπόθεση η συμμετοχή στις αποφάσεις, η διαφάνεια και ο έλεγχος της εξουσίας, η έκφραση μέσα από το λόγο και το διάλογο, η συνειδητοποίηση μέσα από τη γνώση και τη μόρφωση, η ανάδειξη μέσα από τη διαμόρφωση αξιών και την τήρηση κριτιρίων, ο εκσυγχρονισμός μέσα από την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας για το καλό της δημοκρατίας.
3
Τα πολιτικά κόμματα πρέπει να είναι μέσα πολιτικής επικοινωνίας, δηλαδή δημοκρατικοί δίαυλοι αλληλοενημέρωσης και μάθησης ανάμεσα στους κυβερνώντες και στους πολιτικούς.
Είναι σίγουρο πως κόμματα, περιχαρακωμένα στα στενά συμφέροντα των ατόμων που απαρτίζουν το μηχανισμό τους, όχι μόνο δεν επιτελούν το ρόλο τους στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας, αλλά δημιουργούν ισχυρότατους πολέμιους ενάντια στην πολιτική ζωή γενικότερα. Αποξενώνονται από την κοινωνία, ενώ δημιουργούν δυσλειτουργίες και αδιαφάνεια στο δημόσιο τομέα και στις σχέσεις κράτους -πολίτη. Εμπεδώνουν την αντίληψη ότι το προσωπικό συμφέρον καθορίζει τη δημόσια λειτουργία. Δημιουργούν αρνητικά πρότυπα και διαπαιδαγωγούν τις νέες γενιές στην απάθεια ή τον κυνισμό.
Έτσι τα κόμματα αποδυναμώνουν το ρόλο τους στην κοινωνία και δυναμιτίζουν το βασικό λόγο ύπαρξής τους.
Η κρίση πολιτικής και κομμάτων έγινε ακόμη πιο έντονη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, ή καλύτερα με την είσοδο στη δεκαετία του ΄90.
Έγινε πλέον καθαρή η ανάγκη επανατοποθέτησης των βασικών όρων της κοινωνικής ζωής (όρων όπως Δημοκρατία, Σοσιαλισμός, Κοινωνική Δικαιοσύνη, σχέση Κράτους-Κοινωνίας) μέσα σε ένα διαφορετικό διεθνές περιβάλλον: του διεθνούς ανταγωνισμού, του πολυπολιτισμού, των οικολογικών κρίσεων, της κοινωνίας της γνώσης, της πληροφορικής και των ΜΜΕ, της αποδυνάμωσης του ρόλου του «έθνους-κράτους» και της ενδυνάμωσης των περιφερειακών σχηματισμών.
Στα νέα χαρακτηριστικά ενός διεθνούς περιβάλλοντος προστίθενται πάντα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας και του κάθε λαού. Η πολιτική παράδοση της χώρας μας, που κουβαλά και συγκεντρωτικές δομές και πελατειακές σχέσεις, μεγεθύνει αντί να μειώνει την απόσταση μεταξύ του πολίτη και της πολιτικής.
Η διαδικασία επανατοποθέτησης των βασικών εννοιών σημαίνει πρακτικά μια περιγραφή εκ νέου της αντικειμενικής κατάστασης που επικρατεί στην κοινωνία, των νέων αναγκών, ενδεχόμενα, που έχουν δημιουργηθεί, την περιγραφή της αποτυχίας των παραδοσιακών θεσμών να ανταποκριθούν στους ήδη προσδιορισμένους ρόλους τους και τέλος τον καθορισμό νέων στόχων και μέσων για τους παραδοσιακούς θεσμούς ή ακόμη και τη δημιουργία νέων, που προκύπτουν σαν αναγκαιότητα από την περιγραφή της σημερινής αντικειμενικής κατάστασης.
Γιώργος Α. Παπανδρέου
Από τον πρόλογο του βιβλίου
«Το δέντρο και το δάσος» εκφράζει
τις συλλογικότητες μιας εποχής που φεύγει
«Η έκδοση του βιβλίου αυτού συμπίπτει με την ολοκλήρωση ενός κύκλου στην πολιτική ζωή της χώρας μας, του κύκλου της μεταπολίτευσης. «Το δένδρο και το δάσος» συγκεντρώνει, με τρόπο αναπόφευκτα ελλειπτικό, κείμενα και σκέψεις των τελευταίων χρόνων για την πολιτική, την παιδεία και τον πολιτισμό. Πολλά από τα κείμενα αυτά είναι προσωπικές σημειώσεις εργασίας, γυμνάσματα του νου απέναντι σε πολιτικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Ορισμένα προέρχονται από συνεντεύξεις ή ομιλίες. Άλλα, τέλος, από τις παρεμβάσεις και τις σκέψεις μου για το ΠΑΣΟΚ, με κρίσεις συχνά πικρές αλλά ποτέ, ελπίζω, αδιέξοδες.
Ο πολιτικός δεν είναι ο μοναχικός συγγραφέας του ρομαντισμού. Τα κείμενά του μπολιάζονται στη συλλογικότητα της πολιτικής λειτουργίας. Δοκιμάζονται στο στίβο της δράσης, του διαλόγου με την κοινωνία, της δημόσιας ζωής. Μ΄ αυτή την έννοια, «Το δένδρο και το δάσος» εκφράζει τις συλλογικότητες μιας εποχής που φεύγει. Ταυτόχρονα, καταγράφει τα ίχνη μιας προσωπικής προβληματικής, στην αναζήτηση των οριζόντων της εποχής που έρχεται».
Κείμενα – Επιμέλεια: Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
