Τα καυσοξυλα κερδιζουν διαρκως εδαφος στη Ροδοπη. Οι μαντρες πολλαπλασιαζονται, οι τιμες υποχωρουν, μα οι «παγιδες» καραδοκουν
Χρόνο με το χρόνο όλο και περισσότερα νοικοκυριά στρέφονται στη χρήση των καυσόξυλων, για να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές αλλά κοστοβόρες πλέον πηγές θέρμανσης. Όσο η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης παραμένει στα ύψη, εξαιτίας κυρίως της επιβάρυνσης με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, αυξάνονται τα καλοριφέρ που παραμένουν σε αχρησία, για να πάρουν τις θέσεις τους οι σόμπες, τα τζάκια και άλλα εναλλακτικά θερμαντικά μέσα. Η αυξημένη ζήτηση καυσόξυλων, που εμφανίστηκε στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, συνεχίζει να διαγράφει ως σήμερα μια διαρκώς ανοδική πορεία. Αυτό δε σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις, που εμπορεύονται το συγκεκριμένο προϊόν, κάνουν απαραίτητα «χρυσές δουλειές» και ενισχύουν τους τζίρους τους. Ο λόγος είναι ότι την τελευταία διετία, τουλάχιστον στο νομό Ροδόπης, ο αριθμός των επιχειρήσεων που ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα αυξήθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα η «πίτα» της αυξημένης ζήτησης να μοιράζεται σε περισσότερα κομμάτια.
Το θετικό της εξέλιξης είναι ότι δημιουργούνται συνθήκες ανταγωνισμού στην τοπική αγορά, από τις οποίες δεν μπορεί παρά να ευνοηθούν τα νοικοκυριά- καταναλωτές, που απολαμβάνουν χαμηλότερες και πιο προσιτές τιμές. Την ίδια στιγμή, όμως, στο βαθμό που η λειτουργία των επιχειρήσεων του κλάδου παραμένει ανεξέλεγκτη, δίχως να τηρούνται οι στοιχειώδεις κανόνες, όπως περιγράφονται στην κείμενη νομοθεσία, αφενός προκύπτουν προβλήματα για τους νόμιμους επαγγελματίες, αφετέρου καραδοκούν κίνδυνοι για τους καταναλωτές, που καταφεύγουν στη λύση των καυσόξυλων.
Το μόνο σίγουρο για τους καταναλωτές, που θέλουν να πετύχουν καλύτερες τιμές και καλύτερη ποιότητα, είναι ότι οφείλουν να μεριμνήσουν εγκαίρως για την έρευνα αγοράς και για τις προμήθειές τους. Τα προηγούμενα χρόνια η κίνηση στις μάντρες των καυσόξυλων εμφανιζόταν ζωηρή από τις αρχές του καλοκαιριού, φέτος όμως παρατηρείται μια σχετική υποτονικότητα, παρότι πλησιάζουμε στην εκπνοή του Ιουλίου.
Η κίνηση εκτιμάται ότι θα αναθαρρήσει μετά από το Ραμαζάνι, τη θρησκευτική εορτή των μουσουλμάνων συμπολιτών μας, και ιδιαίτερα μετά από τον 15Αύγουστο, την κορύφωση παραδοσιακά των καλοκαιρινών διακοπών.
Στα 50-60 ευρώ ανά κυβικό η φετινή τιμή των καυσόξυλων
Πάντως, οι επιχειρήσεις που εμπορεύονται καυσόξυλα βρίσκονται ήδη σε ετοιμότητα αυτήν την εποχή, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα ενδιαφερόμενα νοικοκυριά, παρέχοντας μάλιστα μειωμένα κοστολόγια σε σύγκριση με πέρυσι. Βρεθήκαμε στην επιχείρηση των κ.κ. Δημήτρη Μουστακίδη και Νίκου Φωτιάδη, που εμπορεύεται εγχώρια καυσόξυλα, καθώς επίσης κάρβουνα, pellet, μπριγκέτες και άλλα στερεά καύσιμα. Η προετοιμασία και η προμήθεια των απαραίτητων ποσοτήτων καυσόξυλων, για τη διάθεση στην τοπική αγορά ενόψει του χειμώνα, έχει ξεκινήσει από το τέλος της προηγούμενης σαιζόν. Η τιμή διάθεσης θα κινηθεί φέτος γύρω στα 50-60 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, σύμφωνα με τον κ. Φωτιάδη, κατά 5 ευρώ χαμηλότερα σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν δημιουργηθεί πολλές μάντρες, που ανταγωνίζονται για την προσέλκυση των καταναλωτών, ενώ την ίδια ώρα υπάρχουν επαρκείς ποσότητες καυσόξυλων για να καλύψουν τις ανάγκες του επικείμενου χειμώνα. Επίσης, οι περισσότερες μάντρες της περιοχής εμπορεύονται καυσόξυλα από τη γειτονική Βουλγαρία, η τιμή των είναι χαμηλότερη.
Όσο πιο έγκαιρα η προμήθεια καυσόξυλων, τόσο καλύτερα
Το βασικότερο που πρέπει να προσέχει ο καταναλωτής είναι τα καυσόξυλα, που εμπορεύεται να είναι ξερά, ώστε να του αποφέρουν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Εξ ου και κρίνεται σημαντικό οι αγορές να γίνονται από τους καλοκαιρινούς ή τους πρώτους φθινοπωρινούς μήνες, «Όσο πιο έγκαιρα, τόσο πιο καλά», τόνισε ο κ. Φωτιάδης, «για να μην υπάρχει υπόνοια ότι είναι βρεγμένα». «Για να μπορούν να τα αποθηκεύσουν σε δικούς τους χώρους οι καταναλωτές», προσέθεσε, «και να είναι στεγνά το χειμώνα».
Σε δεύτερο επίπεδο, οι καταναλωτές πρέπει να προσέχουν την ποιότητα των καυσόξυλων, πράγμα που είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με ξεκάθαρους όρους. Ο γενικός κανόνας, κατά τον κ. Φωτιάδη, είναι ότι τα εγχώρια καυσόξυλα υπόσχονται καλύτερη ποιότητα και καλύτερη ποσότητα, λόγω και των κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα μας. «Και η Βουλγαρία έχει καλά ξύλα», διευκρίνισε, «αλλά ένα ζήτημα είναι από ποιο μέρος προέρχονται». Η σίγουρη συνταγή, για να αποφύγει κανείς τις δυσάρεστες εκπλήξεις, είναι να απευθύνεται σε οργανωμένες μάντρες, σε επιχειρήσεις στις οποίες έχει εμπιστοσύνη και στις οποίες μπορεί να αναζητήσει υπεύθυνους, στο βαθμό που θα προκύψουν ενδεχόμενα προβλήματα.
Δυσπιστία του κόσμου απέναντι στη διάθεση με τον όγκο
Μια μεγάλη συζήτηση, που άνοιξε πριν από έναν χρόνο και θα παραμένει όπως φαίνεται ανοιχτή και το φετινό χειμώνα, αφορά στο τρόπο με τον οποίο γίνεται η διάθεση των καυσόξυλων. Μέχρι πρόπερσι το προϊόν διατίθετο με τον όγκο, αλλά με αγορανομική διάταξη που τέθηκε σε εφαρμογή το 2013, ο τόνος αντικαταστάθηκε από το κυβικό μέτρο και υπήρξε η σχετική αντιστοίχηση σε επίπεδο τιμής. Η δυσπιστία όμως των καταναλωτών σε συνδυασμό με την υποχωρητικότητα των περισσότερων επαγγελματιών έχει οδηγήσει σε πρακτική ακύρωση της επίμαχης αλλαγής. «Με το κυβικό εμείς πιστεύουμε ότι ο καταναλωτής ξέρει ότι θα πάρει τις ίδιες ποσότητες κάθε χρόνο», σημείωσε ο κ. Φωτιάδης, «αλλά το κατά πόσον αυτό τηρείται, είναι ένα άλλο ζήτημα». «Γιατί ο κόσμος επειδή ήταν συνηθισμένος να αγοράζει με το βάρος», επισήμανε, «αντιδρούσε στο κυβικό». «Υπήρχε δυσπιστία και υπόνοιες μήπως χάνει σε ποσότητα», εξήγησε, «και δυσκολεύεται να το δεχτεί. Οι πιο πολλοί ζητάνε με το βάρος, αν και αυτό είναι παράνομο. Επιπλέον, με τον τόνο αν είναι φρέσκο το ξύλο ή βρεγμένο έχει περισσότερο βάρος, οπότε ο καταναλωτής θα πάρει λιγότερα ξύλα. Με το ξερό συμβαίνει το αντίθετο. Εμείς προσπαθούμε να τους πείσουμε, αλλά όταν έρχεται σε εμένα και του λέω με κυβικό, δε δέχεται και φεύγει. Πάει σε κάποιον άλλον και εκείνος για να μην χάσει τον πελάτη, δέχεται να τα δώσει με τον τόνο».
«Ο καταναλωτής όταν βλέπει πολύ χαμηλή τιμή σε σχέση με την υπόλοιπη αγορά, θα πρέπει να υποψιάζεται»
Ο κ. Φωτιάδης, πέρα από το ρόλο των καταναλωτών στη μη εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου, διέκρινε ως κρίσιμο και τον ρόλο των ίδιων των επαγγελματιών. «Είναι κάποια μαγαζιά, πιο πολύ ευκαιριακά, που δε θέλουν να το τηρήσουν», παρατήρησε. «Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν ανοίξει πάρα πολλά μαγαζιά», συνέχισε, «τα οποία βλέποντας την κίνηση και την αύξηση της κατανάλωσης, αντί να κάνουν κάτι άλλο προτιμούν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Βέβαια, κάποιοι μπορεί να θέλουν να κρατήσουν αυτό το μαγαζί δύο-τρία χρόνια κι ύστερα να αλλάξουν δραστηριότητα. Με τη λογική αυτή θα πάρουν ό,τι «σαβούρα» υπάρχει στην αγορά, όσο γίνεται πιο φθηνά, και δε θα κρατήσουν μία ποιότητα. Το κακό είναι ότι δίνουν κάποιες δελεαστικές τιμές και ο καταναλωτής το σκέφτεται, γιατί αν θα πάρει μια ποσότητα 10 κυβικών, θα κερδίσει 50-100 ευρώ. Όταν βέβαια θα το κάψει και θα αρχίσουν τα προβλήματα, τότε θα διαπιστώσει ότι του βγαίνει πιο ακριβό, γιατί είτε θα γεμίζει η καμινάδα του, είτε δε θα έχει απόδοση και δε θα ζεσταίνεται, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αγοράσει κι άλλα. Άλλωστε μέχρι τώρα όλοι έκαιγαν πετρέλαιο και δεν ήξεραν από καυσόξυλα. Λογικό είναι λοιπόν όταν ένας άνθρωπος που δεν ξέρει και ακούει ότι είναι φθηνά, να πηγαίνει να πάρει εκεί». «Αλλά όταν βλέπει πολύ χαμηλή τιμή σε σχέση με την υπόλοιπη αγορά, θα πρέπει να υποψιάζεται», κατέληξε.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
