Ποπη Χρυσοχοιδου – Σειραδακη, Η αλανα που παιζαμε ηταν το ποταμι στο Μπουκλουτζα οταν δεν ειχε νερο
Τις θύμησες από την παλιά Κομοτηνή όπως την έζησε στο κέντρο, στο χώρο απέναντι από τη Λέσχη Κομοτηναίων, καταθέτει σήμερα η Πόπη Χρυσοχοϊδου – Σειραδάκη, η οποία δεν έκοψε ποτέ τους δεσμούς της από τη γενέθλια πόλη, και κάθε καλοκαίρι βρίσκεται εδώ και συγκεκριμένα στην Αλκυώνα όπου έχει σπίτι. Μνήμες μιας εποχής άγριας για άλλους, όμορφης για εκείνη με τα παιχνίδια στο ποτάμι του Μπουκλουτζά, όταν δεν είχε νερό, με τις χοροεσπερίδες της Λέσχης, τον κινηματογράφο αλλά και τη βόλτα.
Έρχομαι κάθε καλοκαίρι στην Κομοτηνή και γεμίζω τις μπαταρίες μου
ΠτΘ: κ. Χρυσοχοΐδου πώς σας φαίνεται η ιδέα της συνάντησης των αποδήμων Κομοτηναίων μια φορά το χρόνο σε καθορισμένο χρονικό διάστημα;
Π.Χ.: Ως κίνηση είναι θετική αλλά έχω ένα προβληματισμό. Πιστεύω πως στην αρχή θα υπάρξει ανταπόκριση, αλλά δεν ξέρω με την πάροδο του χρόνου κατά πόσο θα μπορεί ο καθένας να ανταποκρίνεται. Επειδή έρχομαι εδώ κάθε χρόνο, και ελπίζω και του χρόνου να μπορέσω να έρθω, θα είμαι εκεί, αλλά για τους υπόλοιπους δεν ξέρω αν θα επιθυμούν βρίσκονται.
ΠτΘ: Είστε της γνωστής οικογένειας Χρυσοχοΐδη;
Π.Χ.: Στην Κομοτηνή υπάρχουν δύο οικογένειες με αυτό το επώνυμο. Αυτός που έχει το ξενοδοχείο και ο πατέρας μου, Δημήτριος Χρυσοχοΐδης, ο οποίος είχε ζαχαρώδη προϊόντα στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το φαρμακείο του Σταμπουλίδη.
ΠτΘ: Είναι και πολύ όμορφο κτίσμα το συγκεκριμένο.
Π.Χ.: Ο πατέρας μου όταν σταμάτησε τη δουλειά το έφτιαξε και το νοίκιασε
ΠτΘ: Ο μπαμπάς σας τι καταγωγής ήταν;
Π.Χ.: Ήταν από το Σκεπαστό της Ανατολικής Θράκης. Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Κομοτηνή αλλά η γιαγιά ήταν από τη Μαρώνεια. Παντρεύτηκε 18 ετών και ήρθε στην Κομοτηνή. Το πατρικό σπίτι της γιαγιάς μου υπάρχει στη Μαρώνεια. Είμαι δεύτερη ξαδέλφη του Κούλη Ταξιλδάρη.
ΠτΘ: Πηγαίνετε στη Μαρώνεια;
Π.Χ.: Έχουμε εξοχικό στην Αλκυώνα, κατ’ επιλογήν και του άνδρα μου, ο οποίος έχει φύγει από τη ζωή και ο οποίος, είναι γνωστό, ότι είχε αγαπήσει πολύ την Κομοτηνή. Έρχομαι κάθε καλοκαίρι.
ΠτΘ: Και τον υπόλοιπο χρόνο πού μένετε;
Π.Χ.: Στην Αθήνα.
ΠτΘ: Την επιθυμείτε την Κομοτηνή; Σας λείπει;
Π.Χ.: Έρχομαι το καλοκαίρι και γεμίζω τις μπαταρίες μου.
ΠτΘ: Δηλαδή λειτουργεί η μνήμη του γενέθλιου χώρου και η νοσταλγία;
Π.Χ.: Σίγουρα. Παντρεύτηκα και έφυγα δεκαεννέα χρονών αλλά επειδή το επάγγελμα του ανδρός μου ήταν τέτοιο και υπηρέτησε κατ’ επανάληψη στην Κομοτηνή, αλλά και στους γύρω νομούς, Ξάνθη και Έβρο, δεν κόψαμε δεσμούς ποτέ.
Η αγάπη προς το γενέθλιο τόπο δεν διδάσκεται, βιώνεται
ΠτΘ: Το διδάξατε και στα παιδιά σας αυτό;
Π.Χ.: Αυτό δεν διδάσκεται, βιώνεται. Η κόρη μου έρχεται, αλλά έχει δουλειές και υποχρεώσεις. Βλέπω ανθρώπους που διαμένουν εδώ και τα παιδιά τους δεν έρχονται εύκολα
Ο φοιτητόκοσμος δίνει ζωή στην πόλη
ΠτΘ: Πώς σας φαίνεται η εξέλιξη της Κομοτηνής με το μάτι του ανθρώπου που έφυγε στα δεκαεννέα του χρόνια;
Π.Χ.: Άλλα πράγματα βελτιώθηκαν και άλλα καταστράφηκαν. Είναι μια πόλη που διατηρεί την ζωντάνια της, λόγω του φοιτητόκοσμου, έχει πολύ ξένο κόσμο, και αυτό την κάνει ζωντανή
Για δέκα μέρες στις πλημμύρες η πόλη ήταν γεμάτη λάσπη και πηλό
ΠτΘ: Σας λείπουν οι παλιές ωραίες εικόνες της Κομοτηνής με τον Μπουκλουτζά, τις γέφυρες
Π.Χ.: Έχω πολλές εικόνες από την παλιά Κομοτηνή και τον Μπουκλουτζά, λόγω του ότι μέναμε τότε Νέστορος Τσανακλή και Δημοκρίτου, και τον είχα μπροστά μου. Έζησα και την πλημμύρα του 1969. Το σπίτι μου τότε ήταν με τέσσερα σκαλάκια, το οποίο ακόμη υπάρχει στη Δημοκρίτου, στον πεζόδρομο, το οποίο κτιζόταν τότε, ήταν γιαπί όταν ήρθε το νερό, και διανυκτερεύσαμε στον επάνω όροφο.
ΠτΘ: Αισθανθήκατε καθόλου φόβο
Π.Χ.: Όχι θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι σαν παιδιά ήμασταν στη γέφυρα μπροστά στη Λέσχη και ακούσαμε ότι έρχεται τέσσερα μέτρα νερό. Γυρίσαμε στο σπίτι και θυμάμαι, παρόλο που ήμουν γύρω στα δεκαπέντε, ότι γεμίζαμε τσουβάλια με άμμο τα οποία τοποθετήσουμε στα παράθυρα του υπογείου για να μην μπει νερό. Εκείνο βέβαια έφτασε μέσα στο σπίτι. Μάλιστα μπροστά στο σπίτι μας ήταν ο Λευτέρης ο ψαράς ο οποίος έπαιζε χαρτιά στη Λέσχη και φεύγοντας έσβησε η μηχανή του μπροστά στο σπίτι μας, του ρίξαμε μια τάβλα και ανέβηκε επάνω. Αυτοστιγμής το νερό τού πήρε το αυτοκίνητο. Δέκα μέρες όλη η πόλη ήταν λάσπη και πηλός και εμείς φορούσαμε γαλότσες και γυρνούσαμε. Κοιμόμασταν σε μια θεία μου, το σπίτι της οποίας ήταν στο πάρκο.
Έχετε και Όπερα και αυτό είναι θετικό
ΠτΘ: Τώρα που είστε στην Αθήνα συναντιέστε με άλλους Θρακιώτες; Η Θράκη υπάρχει στη ζωή σας ακόμη;
Π.Χ.: Έχουμε μια ομάδα της ηλικίας μου και βρισκόμαστε για τσάι ή για ούζο, δυο ή τρεις φορές το χειμώνα τουλάχιστον. Υπάρχει και ο Σύλλογος, αλλά προσωπικά, επειδή είχα ένα οικογενειακό πρόβλημα, έχω απομακρυνθεί.
ΠτΘ: Μαθαίνετε και τα νέα της πόλης;
Π.Χ.: Έχω παιδικές φίλες από τα νήπια και είμαστε δεμένες, δεν είναι απλές γνωριμίες. Τηλεφωνιόμαστε και διατηρούμε τους δεσμούς μας.
ΠτΘ: Η πνευματική και κοινωνική εξέλιξη της Ροδόπης πώς σας φαίνεται; Είστε ικανοποιημένη;
Π.Χ.: Εξαρτάται από το ποιος και πώς θα σου μεταφέρει τι γίνεται. Έχω μάθει ότι έχετε και Όπερα και αυτό είναι θετικό, ότι η πόλη έχει εκδηλώσεις, ότι γίνονται πολλά, όμως μπορεί να γίνει και κάτι καλύτερο.
ΠτΘ: Τι θυμάσθε από την Κομοτηνή;
Π.Χ.: Ζήσαμε κάποιες εποχές που για άλλους ήταν άγρια χρόνια. Όταν είσαι παιδί κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα αντιληφθείς, εκ των υστέρων αξιολογεί κανείς τα πράγματα. Τότε βέβαια οι άνθρωποι ζούσαν τη γειτονία σε γειτονιές όπως η Ρέμβη, η Στρατώνα, το Αρμενιό, εμείς ήμασταν στο κέντρο.
Το ουζάκι των γονιών μας ήταν στη Λέσχη Κομοτηναίων
ΠτΘ: Θυμάσθε και τη Λέσχη με τις χοροεσπερίδες;
Π.Χ.: Βεβαίως, ήμασταν τα παιδιά της Λέσχης. Η αλάνα που παίζαμε ήταν το ποτάμι, ο Μπουκλουτζάς όταν δεν είχε νερό. Ήμασταν τα παιδιά της Λέσχης γιατί ξέραμε το Μιχάλη και το Γιάννη, που ήταν τα γκαρσόνια και μας ήξεραν καλά, τον Μιλάνο που κρατούσε την Λέσχη. Το ουζάκι των γονιών μας ήταν εκεί. Επίσης, οι χοροεσπερίδες τις θυμάμαι και τις ζήσαμε ως έφηβοι γιατί τότε απαγορευόταν εμείς, από το Γυμνάσιο, να πάμε στους χορούς. Θυμάμαι να έχουμε πάει σε δύο αποκριάτικους χορούς «σκαστά», και μετά μας απέβαλαν δύο μέρες εμένα και τη Βίλμα Φραντζή, με την οποία είμαστε φίλες από την πρώτη δημοτικού, αφού τα σπίτια των γιαγιάδων μας ήταν απέναντι.
ΠτΘ: Ραβόσασταν στην Κομοτηνή;
Π.Χ.: Η μητέρα μου, η Στέλλα Γερασίμου, στα νιάτα της ήταν μοδίστρα, ήταν από τις πολύ καλές μοδίστρες της εποχής, είχε δέκα μαθήτριες. Πριν να παντρευτεί είχε σταματήσει στο ράψιμο αλλά ποτέ δεν έπαψε να ράβει. Μου έραβε ρούχα ακόμη κι όταν ήμουν παντρεμένη.
Η Κομοτηνή είχε ωραίες και κομψές κοπέλες
ΠτΘ: Οι Κομοτηναίες εκείνης της εποχής ήταν πολύ κομψές;
Π.Χ.: Όλα τότε ήταν προσεγμένα και τα υφάσματα ήταν διαφορετικά και ο καθένας επέλεγε τι θα φορούσε με βάση το τι ήταν μόδα. Υπήρχαν τα φιγουρίνια, το περιοδικό «Γυναίκα». Εγώ το θυμάμαι, επειδή το έπαιρνε η μητέρα μου από το νούμερο ένα, το οποίο μέσα εκτός από την άλλη ύλη, που ήταν ποικίλη, είχε και μόδα για το τι κυκλοφορούσε και από εκεί «ξεσηκώναμε» ιδέες.
ΠτΘ: Η Κομοτηνή είχε άλλη καλαισθησία…
Π.Χ.: Είχε πολύ ωραίες και κομψές κοπέλες. Τότε η έννοια της κομψότητας στηρίζονταν σε μια τελείως διαφορετική αντίληψη εθεωρείτο κάτι απαραίτητο. Σήμερα είναι διαφορετικά, θα πρέπει όμως να πούμε ότι και ο τρόπος ζωής είναι διαφορετικός. Δεν μπορεί να γίνει σύγκριση. Σήμερα γυναίκες εργάζονται, δεν ράβονται ο χρόνος που αφιερώνουν στον εαυτό τους είναι λίγος. Ακόμη και τα ψώνια τους γίνονται στα γρήγορα.
Τουλάχιστον στη γλώσσα εμείς μαθαίναμε περισσότερα από τους νεότερους
ΠτΘ: Από τα σχολικά σας χρόνια ήσασταν ικανοποιημένοι από όσα ως μαθητές μαθαίνατε;
Π.Χ.: Υπήρξαν δάσκαλοι που έκαναν πολύ καλή δουλειά και μας μετέφεραν γνώσεις. Θυμάμαι είχαμε μια δασκάλα η οποία είχε πολλά παιδιά και επειδή στο σπίτι της ήταν απασχολημένη δεν μας μάθαινε τίποτα. Αρρώστησε και έλειψε και μας πήρε ο Δούβλης για δύο τάξεις, ο οποίος μας έμαθε πολλά. Από εκεί και πέρα στο γυμνάσιο υπήρχε διαφορετική νοοτροπία, βέβαια τώρα φθάσαμε στο άλλο άκρο, υπήρχαν απαγορεύσεις, όροι που ορισμένοι τουλάχιστον στο δικό μου χαρακτήρα δεν ταίριαζαν, σου σήκωναν πολύ το δάχτυλο και ο καθένας καθηγητής έδειχνε το χαρακτήρα του.
ΠτΘ: Πάντως μάθατε γράμματα.
Π.Χ.: Εγώ ομολογώ δεν ήμουν καλή μαθήτρια, αλλά βλέπω ότι ορισμένα πράγματα, τα μάθαμε πολύ καλύτερα από τους νεότερους, τουλάχιστον στη γλώσσα.
Κινηματογράφος και βόλτα τρόποι αναψυχής
ΠτΘ: Μέχρι τα 19 ζήσατε εδώ. Για αναψυχή πηγαίνατε στον κινηματογράφο, στη Λέσχη, στο πάρκο, κάνατε βόλτα;
Π.Χ.: Τον κινηματογράφο μάς τον απαγόρευαν από το σχολείο. Αυτό ήταν εγκληματικό. Γιατί δεν μας μάθαιναν να επιλέγουμε ταινίες, απλά μας απαγόρευαν. Πηγαίναμε σκαστοί, γιατί τότε το χειμώνα άρχιζε από τις τρεις. Το χειμερινό σινεμά ήταν το «Αττικό» και πηγαίναμε 3-5 που συνήθως δεν πήγαιναν οι καθηγητές για να ελέγξουν αν κάποιος μαθητής είναι μέσα. Το καλοκαίρι επίσης πηγαίναμε κινηματογράφο, γιατί το σινεμά τότε ήταν η διασκέδαση και ο κόσμος περίμενε σε ουρές. Βέβαια τα έργα έρχονταν με καθυστέρηση και ήταν όλα που σήμερα βλέπουμε καθισμένοι στην τηλεόραση. Επίσης κάναμε βόλτες. Το χειμώνα στην οδό Βενιζέλου πάνω κάτω, πάνω κάτω, βέβαια ως παιδιά δεν κάναμε το πάνω κάτω, αλλά παίζαμε κρυφτό μέσα στον κόσμο, και το καλοκαίρι η βόλτα γινόταν στην πλατεία.
ΠτΘ: Εφημερίδες διαβάζατε;
Π.Χ.: Ερχόταν η «Μακεδονία», η «Θεσσαλονίκη» και διαβάζαμε και την «Πρωία» της Νίτσας Αντωνιάδου.
*Οι φωτογραφίες που διανθίζουν τη συνέντευξη είναι από το βιβλίο του Σάββα Κουτλογεωργίου «Η Κομοτηνή του παρελθόντος. Φωτογραφικό οδοιπορικό (1920 έως σήμερα)
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
