Θυτης η θυμα ο Δημητρης Μανικας;

Απασχόλησε την κοινή γνώμη πριν από είκοσι ημέρες περίπου, με το απονενοημένο του διάβημα να εισέλθει οπλισμένος στο εργοστάσιο, όπου εργαζόταν μέχρι πριν από μερικούς μήνες, να πυροβολήσει και να τραυματίσει τον ιδιοκτήτη και έναν υπάλληλο και να παραμείνει εκεί για περισσότερες από έντεκα ώρες, κρατώντας ως όμηρους δυο πρώην συνάδελφούς του. Πρόκειται για τον 52χρονο Δημήτρη Μανίκα, που η ιστορία του μέσα σε λίγες μόλις έκανε το γύρο της Ελλάδας και απασχόλησε έντονα και τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία. Πολλοί τότε είδαν στο πρόσωπό του τον απεγνωσμένο Έλληνα εργαζόμενο, που παλεύει με τα δεινά της οικονομικής δυσπραγίας και καθημερινά δοκιμάζει τα όριά του. Παράλληλα όμως αναπτύχθηκε και μια παραφιλολογία, κατά την οποία ο συγκεκριμένος άνθρωπος οδηγήθηκε στη γνωστή πλέον πράξη του, εξαιτίας ψυχολογικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε. Απ’ την αρχή ωστόσο η συνήγορός του έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι «δεν είναι τρελός» ο πελάτης της, καίγοντας στην ουσία ένα «ισχυρό χαρτί» στη διεκδίκηση μιας ευνοϊκότερης μεταχείρισης από το δικαστήριο. Τι ήταν όμως εκείνο, που τον οδήγησε στην απόπειρα ανθρωποκτονίας, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, και στο σημείο να κρατάει όμηρους επί ώρες δυο πρώην συναδέλφους του; Το αποτέλεσμα μιας απόγνωσης από την οικονομική εξαθλίωση ή κάτι βαθύτερο; Ποια η αλήθεια για τις οφειλές της εταιρίας προς τον 52χρονο; Ποιο το ύψος τους, πώς αποδεικνύονται-αν αποδεικνύονται-και ποιος ο ρόλος τους για την εξέλιξη των πραγμάτων; Για τα παραπάνω και άλλα ζητήματα της υπόθεσης μίλησε στον «ΠτΘ» η συνήγορος υπεράσπισης του 52χρονου, κ. Σοφία Σαριπανίδου, που εισήγαγε επιπλέον το ερώτημα «θύτης ή θύμα ο κ. Μανίκας;».

ΠτΘ: κ. Σαριπανίδου, θα ήθελα να ξεκινήσουμε με το θέμα των οφειλών, το ύψος των οποίων δεν έχει αποσαφηνιστεί μέχρι σήμερα; Ανέρχονται πράγματι σε 31.000 ευρώ;
Σ.Σ.:
Οι οφειλές προς το παρόν, από αυτά που γνωρίζω-όχι εγγράφως-είναι 31.000 ευρώ από την απόλυση που είχε από τον κ. Αθανάσιο Ανδριανόπουλο. Έχει όμως κι αποζημίωση πριν από πολλά χρόνια από τον πεθερό του κ. Ανδριανόπουλου, που έφυγε χωρίς πάλι να πάρει την αποζημίωση που ήταν γύρω στα 20 εκατ. δραχμές τότε-εκ των οποίων πήρε μόνο τα 2 εκατομμύρια. Σε όλες αυτές τις διαδικασίες ο κ. Μανίκας υπέγραφε τα χαρτιά, ότι είχε εισπράξει τα χρήματα. Είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Άλλωστε όταν ένας άνθρωπος φτάνει στο σημείο να κάνει τατουάζ το λογότυπο του εργοστασίου, αυτό και μόνο δείχνει ότι όλη του η καρδιά, όλη του η ψυχή, όλη του η ζωή ήταν δοσμένη εκεί.

ΠτΘ: Αληθεύει κι ότι ο ίδιος συμμετείχε στην κατασκευή του εργοστασίου;
Σ.Σ.:
Είναι κάτι που το λένε όλοι. Το έχτισαν το εργοστάσιο αυτός κι άλλοι δυο. Είναι δηλαδή από τα θεμέλια ο άνθρωπος μέσα στο εργοστάσιο. Από εκεί και πέρα, θεωρεί ο ίδιος ότι κάποια υπάλληλος τον διέβαλε. Ο κ. Ανδριανόπουλος δεν ήταν καθημερινά εκεί, λόγω και των υποχρεώσεων που είχε και με άλλες δουλειές του. Δεν έκατσε όμως να ακούσει τον κ. Μανίκα. Τον απέλυσε και του υποσχέθηκε ότι θα τον τοποθετήσει αλλού, τον είχε γενικότερα στο «περίμενε», αλλά δεν έγινε τίποτα. Πήρε την καραμπίνα, για να τη δει ο κ. Ανδριανόπουλος και να καθίσει να συζητήσει μαζί του. Γιατί κάθε φορά που έλεγε ότι θα πάει δεν τον έβλεπε, δεν καθόταν να συζητήσει. Στα τηλέφωνα δεν τον έβρισκε, του μεταφερόταν ότι λείπει εδώ, λείπει εκεί… Όταν εξάλλου θες να αποφύγεις κάποιον, το κάνεις. Έτσι πήρε την καραμπίνα για να τον δει στα σοβαρά. Τα δίκια είναι όλα με το μέρος του. Απόδειξη, ότι όλοι οι εργαζόμενοι-ακόμα κι αυτοί, οι εντός εισαγωγικών κατ’ εμέ όμηροι, όλοι τον υποστηρίζουν. Αν ήθελε ο άνθρωπος θα σκότωνε. Δεν το ήθελε όμως. Πέρασε τόσες ώρες εκεί και δεν το έκανε. Είχε κάθε ευκαιρία. Στα δυο μέτρα είχε τον κ. Ανδριανόπουλο και όλους.
Δεν ήταν όμως σωστός ο τρόπος διαχείρισης του θέματος. Γι’ αυτό και φτάνουμε στο σημείο να λέμε συγγνώμη. Κι από τους ανθρώπους, που τον αγαπάνε ακόμα και τώρα και τον στηρίζουν και τον ίδιο και την οικογένειά του. Οι εργαζόμενοι ταλαιπωρήθηκαν κι αυτό δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Υπήρχαν τραυματισμοί. Πέρα από το αν στηρίζεται ή δεν στηρίζεται η κατηγορία, υπήρχαν τραυματισμοί. Κι αυτό είναι κάτι, που το συναισθάνθηκε ο κ. Μανίκας. Η ποινική του μεταχείριση βέβαια είναι αδιάφορη από αυτά, που λέμε τώρα. Αυτά θα τα πει στο δικαστήριο, σε κάθε στάδιο που έχει μπροστά του, αλλά τη συγγνώμη τη λέει και την εννοεί. Δεν είναι τρελός ο κ. Μανίκας. Είπαν ότι ίσως ισχυριστούμε ότι έχει μειωμένο καταλογισμό… Σε καμιά περίπτωση. Ο άνθρωπος είναι πάρα πολύ καλά. Τώρα, αν έπαιρνε ένα ζάναξ, η μισή Ελλάδα παίρνει, για όνομα του θεού. Η μισή Ελλάδα είναι σε κατάπτωση και σε βαριά μελαγχολία από την οικονομική κρίση.

ΠτΘ: Πάντως, και μόνο ότι έπαιρνε ένα φάρμακο ψυχογενούς χαρακτήρα, συνάδελφοί σας σε αντίστοιχες υποθέσεις θα το αξιοποιούσαν μέχρις εσχάτων για την υπεράσπιση…
Σ.Σ.:
Σημαία θα το έκαναν. Προσωπικά, όμως, όχι μόνο στην υπόθεση του κ. Μανίκα, αλλά και σε όλες μου τις υποθέσεις αν κάποιος είναι τοξικομανής, είναι, αν δεν είναι, δεν είναι. Αν κάποιος είναι άρρωστος ψυχικά ναι, αν δεν είναι δε θα δεχτώ να συμμετάσχω σε αυτά τα τερτίπια. Και πιστεύω ότι αυτό πάντα βοηθάει τις υποθέσεις μου, αλλά και τους ίδιους τους πελάτες μου. Η αλήθεια ποτέ δεν έβλαψε. Τώρα προφυλακίστηκε ο άνθρωπος, αλλά έχει κάθε δυνατότητα να αποδείξει και τη στάση του και την αλήθεια.

ΠτΘ: Εννοείτε ότι αυτό βοηθάει στο μέγεθος της ποινής, που θα του αποδώσει το δικαστήριο, ή και στο να αισθάνεται ο ίδιος καλά; Ήταν κάτι το οποίο σας το ζήτησε;
Σ.Σ.:
Ένας κατηγορούμενος, όχι μόνο ο κ. Μανίκας, αλλά και οποιοσδήποτε, όπως εμπιστεύεται ως ασθενής το γιατρό, έτσι εμπιστεύεται το δικηγόρο του. Ο δικηγόρος κατευθύνει πολλά βήματα και μπορεί έναν άνθρωπο να τον κατευθύνει και σε λάθος μονοπάτια. Εν πάση περιπτώσει, εγώ στην συγκεκριμένη υπόθεση του κ. Μανίκα τον είδα, μίλησα μαζί του και ούτε ο ίδιος βέβαια το ζήτησε. Δεν ξέρω ποια θα ήταν η στάση του, αν είχε κάποιον άλλο δικηγόρο και τον έπειθε για κάτι τέτοιο. Αλλά εγώ το μόνο που κατάλαβα είναι ότι βρισκόταν σε σύγχυση ο άνθρωπος αλλά όχι τρελός. Πήγε με το όπλο, πήγε να ακουστεί, αλλά δεν ακούστηκε, προκάλεσε τους δυο τραυματισμούς, έριξε άστοχους πυροβολισμούς… Είχε κάποιον βρασμό ψυχής, δεν ήταν βέβαια νηφάλιος, αλλά όχι τρελός, σε καμιά περίπτωση. Απλά είναι μια ψυχούλα. Μια ψυχούλα, που με προκάλεσε να κάνω τη δήλωση ότι είναι τιμή, που τον υπερασπίζομαι. Και το εννοώ αυτό. Είναι συγκροτημένο άτομο, δεν είναι περίεργος, είναι άνθρωπος που ακούει. Και του είπα ότι η αλήθεια θα τον βοηθήσει και ακολουθεί την αλήθεια.

ΠτΘ: Να επανέλθουμε στα αδιευκρίνιστα στοιχεία και στο αν μεσολάβησε κάποιος διάλογος με τον κ. Ανδριανόπουλο, κατά τη συνάντηση στο εργοστάσιο και πριν από τους πυροβολισμούς. Τελικά προηγήθηκε κάποια διένεξη;
Σ.Σ.:
Ο διάλογος ήταν «κάτσε να με ακούσεις», όπου καταρχήν γέλασε ο κ. Ανδριανόπουλος. Δεν τον πήρε σοβαρά, ούτε και με το όπλο. Ο εργαζόμενος βουλγαρικής καταγωγής κινήθηκε προς το μέρος του και ο κ. Μανίκας πυροβόλησε κάτω. Αυτά ήταν σκάγια διασποράς, που τον πήραν στα πόδια του. Την ώρα που γύριζε ο κ. Μανίκας, για να δει κάποιον που φώναξε στη θέα του όπλου, κινήθηκε προς το μέρος του ο κ. Ανδριανόπουλος, έπιασε το όπλο, το έπιασε κι αυτός και το όπλο εκπυρσοκρότησε. Αυτά, που είχε ο κ. Ανδριανόπουλος ήταν εγκαύματα, δεν ήταν τραύματα. Ο διάλογος που ακολούθησε ακούγεται αστείος, αν και είναι τραγικός. «Κάτσε να συζητήσουμε, κάτσε να συζητήσουμε», του έλεγε ο κ. Μανίκας- «όχι θα πάω στο νοσοκομείο», του έλεγε ο κ. Ανδριανόπουλος. Αυτός ήταν ο διάλογος και δεν το λέει ο ίδιος μόνο, το λένε όλοι. Η επιθυμία του μέχρι τέλους-που ο κ. Ανδριανόπουλος ανέβαινε στο αυτοκίνητο κι αυτός πήγαινε από πίσω- ήταν να τον ακούσει. Θα μπορούσε να τον ξαναπυροβολήσει. Όταν λέμε απόπειρα ανθρωποκτονίας σημαίνει ότι θέλω να σκοτώσω, από ένα τυχαίο γεγονός δεν σκοτώνω, αλλά μετά όταν έχω την ευκαιρία ολοκληρώνω τη σκέψη μου. Ο κ. Μανίκας όμως πήγαινε από πίσω του και έλεγε «θέλω να συζητήσουμε, να συζητήσουμε, να συζητήσουμε». Ο άλλος έλεγε «δεν μπορώ τώρα, να πάω στο νοσοκομείο και μετά»…

ΠτΘ: Αυτό το κατέθεσε και ο κ. Ανδριανόπουλος;
Σ.Σ.:
Στην πρώτη του κατάθεση ναι. Στην δεύτερη, όμως, ενώπιον της κυρίας ανακρίτριας, όχι. Δεν θυμάται είπε… Αλλά οι υπόλοιποι όλοι το επιβεβαίωσαν.

ΠτΘ: Βάσει αυτής της περιγραφής των γεγονότων πάντως αλλάζει άρδην το κατηγορητήριο, αφού αμφισβητείται βάσιμα η κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας…
Σ.Σ.:
Απόπειρα θεωρείται όταν έχω βάλει στο μυαλό μου, είτε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε εν βρασμώ ψυχής, τη σκέψη ότι ξυπνάω σήμερα, παίρνω το όπλο μου και πάω να σκοτώσω. Απόπειρα είναι αν δεν σκότωσα γιατί κάτι έγινε-απρόοπτο και πέρα από τη δική μου θέληση. Στην περίπτωση του κ. Μανίκα αυτό δεν ισχύει. Και δεν ισχύει, όχι μόνο γιατί το λέει ο άνθρωπος αυτός, που είναι κατηγορούμενος, αλλά γιατί το λένε κι οι υπόλοιποι. Ο άνθρωπος είχε κάθε δυνατότητα, αλλά κυνηγούσε από πίσω τον κ. Ανδριανόπουλο, για να τον πείσει να συζητήσει. Αν ήθελε να σκοτώσει, θα σκότωνε. Ποια συζήτηση; Δε συζητάς όταν θέλεις πραγματικά να σκοτώσεις. Η κατηγορία όμως είναι αυτή. Αλλά υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξει η κατηγορία βάσει βουλεύματος, αφού ολοκληρωθεί το έργο της ανακρίτριας και γίνει η καταγραφή όλων των στοιχείων. Κι αν δεν αλλάξει εκεί, υπάρχει η αισιοδοξία να αλλάξει στο δικαστήριο.

ΠτΘ: Τι ήταν αυτό, όμως, που τον έκανε στη συνέχεια να κρατήσει όμηρους τους πρώην συναδέλφους του;
Σ.Σ.:
Προσωπικά πιστεύω ότι περισσότερο ήταν η μοναξιά του. Έπήλθε μια εξέλιξη των πραγμάτων, την οποία δεν την είχε προβλέψει και δεν μπορούσε να τη διαχειριστεί. Αυτοί πήγαν για παρέα, αυτό είναι σίγουρο. Όμηρο δεν παίρνεις έτσι, με τον όμηρο δεν πίνεις ουίσκι, με τον όμηρο δεν συζητάς έτσι όπως συζητούσε αυτός, από αυτά που λένε οι μάρτυρες. Δεν κάνεις δώρο ένα μαχαίρι… Δηλαδή, θα ήταν πρωτάκουστη αυτή η ομηρία. Απλά πήρε την μορφή της ομηρίας από μια εξέλιξη των πραγμάτων, από το γεγονός ότι είχε περικυκλώσει το κτίριο η αστυνομία, ότι ήρθαν διαπραγματευτές… Χωρίς όμως να το θέλει. Χωρίς να το καταλάβει. Αυτός επέμενε στη συζήτηση, ακόμα κι όταν ήταν με τους «ομήρους». Αυτός ήθελε να συζήτησει και επέμενε «φωνάξτε τον Ανδριανόπουλο να συζητήσουμε, φωνάξτε τον Ανδριανόπουλο να συζητήσουμε». Το μεράκι του ήταν αυτό, να τον ακούσει ο κ. Ανδριανόπουλος, ότι αυτές οι κατηγορίες που τον οδήγησαν στην απόφαση να τον απολύσει δεν ήταν αλήθεια. Κι αυτό είναι κάτι το οποίο το επιβεβαιώνουν όλοι οι συνάδελφοι του, ότι ήταν υπόδειγμα εργαζομένου. Κι όταν η συγκεκριμένη συνάδελφός του κατέθεσε στην ανάκριση, παραδέχτηκε και αυτή ότι είπε κάποια πράγματα… Κι αυτή είπε ότι πράγματι τον διέβαλε. Δεν είναι ο κ. Μανίκας μόνος του, δίπλα του είναι όλο το εργοστάσιο.

ΠτΘ: Στα μέσα ενημέρωσης για ποιο λόγο ζήτησε να μιλήσει, ενώ εξελισσόταν το περιστατικό;
Σ.Σ.:
Ήταν που ήθελε να ακουστεί η άποψή του. Άρχιζε να βλέπει ότι στενεύουν τα περιθώρια. Και φοβήθηκε. Είναι αυτό που λέμε ότι πήγε για μαλλί και βγήκε, όχι κουρεμένος, αποκεφαλισμένος… Καταλάβαινε ότι η εξέλιξη των πραγμάτων δεν είναι αυτή, που ήθελε. Κατάλαβε ότι τα πράγματα εξελίσσονται αλλιώς. Τουλάχιστον να έλεγε μέσα από τα ΜΜΕ τη δική του αλήθεια. Και σε αυτό τον βοήθησαν κι οι άλλοι. Δηλαδή όταν έλεγε τα αιτήματά του, του έλεγαν ότι δεν είναι 31.000 ευρώ, βάλε και τα υπόλοιπα από την πρώτη αποζημίωση.

ΠτΘ: Οι οφειλές δηλαδή δεν ήταν μόνο 31.000 ευρώ, αλλά προστίθεται και η παλαιότερη αποζημίωση…
Σ.Σ.:
Βεβαίως. Και σε όλα υπογεγραμμένα μάλιστα. Κι ήταν και το σπίτι…

ΠτΘ: Λέτε επομένως ότι ήταν ο ίδιος «όμηρος» της εταιρίας….
Σ.Σ.:
Ακριβώς. Η ομηρία ήταν δική του, του εαυτού του προς το εργοστάσιο. Γιατί όλη τη ζωή του κατέθεσε εκεί. Επίσης ήταν και το σπίτι. Από τον κ. Μανίκα κρατούσε η εταιρία 500 ευρώ από το μισθό του. Ουσιαστικά ήταν δικό του, αλλά τυπικά πάλι, όπως και στο θέμα της απολύσεως, βρισκόταν στο όνομα της εταιρίας. Και έρχεται η εταιρία και λέει «είναι δικό μου το σπίτι και το υποθηκεύω». Τον απολύσανε λοιπόν αδίκως, το σπίτι μπήκε υποθήκη, ενώ σε δυο χρόνια θα περνούσε στο όνομα του… Δεν του έμεινε τίποτα. Ήθελε να συζητήσει ακριβώς για αυτά τα ζητήματα. Αν ήθελε να σκοτώσει ή να αυτοκτονήσει θα το έκανε, αλλά δεν είχε τέτοια πρόθεση.

ΠτΘ: Πόσον καιρό πριν είχαν χαλάσει οι σχέσεις μεταξύ του κ. Μανίκα και του κ. Ανδριανόπουλου;
Σ.Σ.:
Με κάθε επιφύλαξη, νομίζω από τις αρχές του 2011. Κι από τη στεναχώρια του έβγαλε και πολύποδες, εγχειρίστηκε αυτός ο άνθρωπος. Είχε πάει για δουλειά στην Κρήτη… Ήταν μια συμπεριφορά, την οποία δεν άξιζε, όχι μόνο ο κ. Μανίκας, αλλά οποιοσδήποτε εργαζόμενος. Και δεν είναι οποιοδήποτε εργαζόμενος, ήταν το δεξί του χέρι, ήταν αυτός που έκανε τατουάζ για εκείνον. Έκανε ένα της κόρης του κι ένα του εργοστασίου. Εγώ προσωπικά δεν το έχω ξαναδεί αυτό.

ΠτΘ: Η συγκεκριμένη υπάλληλος παραδέχτηκε όντως ότι τον διέβαλε;
Σ.Σ.:
Πράγματι παραδέχτηκε ότι είχε μιλήσει στον κ. Ανδριανόπουλο για τη συμπεριφορά του κ. Μανίκα στα συγκεκριμένα σημεία που δεν ήταν επιτρεπτή και ανάλογη ενός εργαζόμενου.

ΠτΘ: Όταν πήγε στο εργοστάσιο είχε σκοπό να βρει αυτήν την υπάλληλο;
Σ.Σ.:
Όχι, αυτός ήθελε να μιλήσει με τον κ. Ανδριανόπουλο. Και σε τελευταία ανάλυση, αν τους έφερνε αυτός αντιρρήσεις να φώναζε και την υπάλληλο μπροστά του να έλεγε αυτά… Αλλά το θέμα δεν ήταν η υπάλληλος, το θέμα ήταν ο κ. Ανδριανόπουλος με την κάθετη στάση του. Σαν στημένη λεμονόκουπα τον πέταξε… Δηλαδή όλη του η ζωή πετάχτηκε.

ΠτΘ: Πέρα από την απόγνωση δηλαδή, είναι ότι ένοιωσε και προδομένος;
Σ.Σ.:
Είναι η απόγνωση, είναι η οικονομική κρίση, αλλά για τον κ. Μανίκα, πιστέψτε με, δεν ήταν μόνο το οικονομικό, ήταν και η προδοσία. Ήταν και το ηθικό μέρος. Δεν ήταν ένας απλός εργαζόμενος, που σήμερα θα μπορούσε να δουλεύει εκεί, αύριο να πάει κάπου αλλού, δουλειά να υπάρχει…. Ήταν μια κατάθεση ζωής και ψυχής του κ. Μανίκα μέσα στο εργοστάσιο. Και δεν ξέρω ποιο είναι το θύμα σε αυτήν την περίπτωση. Προσωπικά θεωρώ ότι οικονομικά και ηθικά, πέρα από την κατηγορία που μας βαρύνει, το θύμα είναι ο κ. Μανίκας, όχι ο κ. Ανδριανόπουλος.

ΠτΘ: Τη στάση που κράτησε ο κ. Ανδριανόπουλος μέσω της δικηγόρου του, την προσπάθεια δηλαδή υποβάθμισης του θέματος με την αποζημίωση και αμφισβήτησης του ποσού, που έθετε ο κ. Μανίκας, πώς την κρίνετε; Τον ισχυρισμό ότι δε διεμήφθη τίποτα μεταξύ των δυο ανδρών πριν από το περιστατικό;
Σ.Σ.:
Την διέψευσαν όμως οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, όχι εγώ. Στην πρώτη του κατάθεση ο κ. Ανδριανόπουλος επιβεβαίωσε ότι του έλεγε ο κ. Μανίκας «κάτσε να συζητήσουμε, κάτσε να συζητήσουμε». Στη δεύτερη κατάθεση δεν το επιβεβαίωσε, είπε ότι δεν θυμάται. Δικαίωμά του όμως είναι αυτό. Το «ποίημα» είναι ότι πήγε να τον σκοτώσει… Το χέρι του Μανίκα όμως δεν το όπλισε ούτε η τρέλα, ούτε το ζάνεξ. Πήγε με το σκοπό να συζητήσει με τον κ. Ανδιανόπουλο, ήταν μια κίνηση που οφειλόταν καθαρά στη στάση του εργοδότη του. Τουλάχιστον να μάθουν οι εργοδότες, όχι μόνο ο κ. Ανδριανόπουλος, αλλά ο κάθε εργοδότης πώς να συμπεριφέρεται στον κάθε εργαζόμενο-είτε έχτισε τα θεμέλια είτε δεν τα έχτισε. Κοίταξέ τον στα μάτια, δες τον σαν άνθρωπο, πες του μια κουβέντα. Μην του στερείς και την κουβέντα. Δεν είναι οι εργαζόμενοι σκουπίδια. Οι εργαζόμενοι έχουν και την αξία τους, έχουν και την ηθική τους, έχουν και την αξιοπρέπεια. Και δε γεννήθηκε κανένας εργαζόμενος εγκληματίας. Ούτε και ο κ. Μανίκας, που έχει αυτές τις σοβαρές κατηγορίες και στερείται τώρα της προσωπικής του ελευθερίας. Εγκληματίας δεν είναι σίγουρα. Ότι έσφαλε και είναι κατηγορούμενος ορθώς. Τι κατηγορίες και πώς, θα τα κρίνουν αυτά οι δικαστές και οι εισαγγελείς. Αλλά σίγουρα δεν είναι το φταίξιμο του κ. Μανίκα. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εργοδότη είναι και η συμπεριφορά του κ. Μανίκα- κακώς βέβαια, το επαναλαμβάνω. Γιατί μπορούσε ο κ. Μανίκας, αν σκεφτόταν διαφορετικά… Όταν του το είπα όμως, γιατί δεν πήγε σε έναν δικηγόρο για να διεκδικήσει, μου αποκρίθηκε «δεν έχω λεφτά για δικηγόρο». Και το πιο απλό, ότι έχει υπογεγραμμένες όλες τις απολύσεις κι όλες τις αποζημιώσεις, που πήρε. Επιπλέον το σπίτι είναι γραμμένο στη HELESI. Και για να τα διεκδικήσει αυτά-γιατί θα μπορούσε να τα διεκδικήσει με κάποιο έγγραφο, που θα έβρισκε, ή με μάρτυρες- δεν είχε καν χρήματα για δικηγόρο.

ΠτΘ: Περιγράφετε τώρα μια τραγική κατάσταση, που εντάσσεται σε ένα άλλο σοβαρό ζήτημα, ένα ζήτημα που αφορά πολλούς εργαζόμενους που βρίσκονται εγκλωβισμένοι, έχοντας υπογράψει χαρτιά, παραιτούμενοι από αξιώσεις…
Σ.Σ.:
Μα υπάρχουν εργοστάσια κι εδώ στην Κομοτηνή, που έχουν 18 χρόνια τον υπάλληλο και του ανανεώνουν τη σύμβαση, για να μην έχει δικαιώματα. Τι λέμε τώρα; Αυτά τα ξέρουμε όλοι και όλοι τα ζούμε. Τώρα με την οικονομική κρίση τους έχουν σαν τις λεμονόκουπες, με 300 ευρώ, με 400, με 500… Αλλά τουλάχιστον μίλα, τουλάχιστον να τον σεβαστείς σαν άνθρωπο. Ασφαλώς, όσο άσχημα κι αν συμπεριφερθεί ο εργοδότης, δεν έχει κανένα δικαίωμα ο εργαζόμενος να πάρει το όπλο. Εγώ δε θα το έλεγα αυτό, λέω όμως ότι αναγκάστηκε να πάρει το όπλο, για να τον σεβαστεί ο κ. Ανδριανόπουλος. Σίγουρα ο συγκεκριμένος, ο κ. Μανίκας, δεν είχε εκ των πραγμάτων σκοπό για να σκοτώσει, γιατί θα το έκανε ανά πάσα στιγμή.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.