«Μια οικονομια ονειρικη»

«Μία οικονομία ονειρική» ονομάζεται το βιβλίο το οποίο θα σας παρουσιάσω σήμερα, συγγραφέας του οποίου είναι ο Καθηγητής της Οικονομίας του πανεπιστημίου PARIS 1, Rene Passet και ο οποίος ανήκει σε μία ομάδα οικονομολόγων που στις μέρες μας όλο και περισσότερο περιορίζεται, καθώς συμπιέζεται κάτω από το πνεύμα της εποχής και που δυστυχώς φαίνεται ότι λίγο μπορεί πλέον να επηρεάσει τις εξελίξεις. Ανήκει στο σταδιακά περιοριζόμενο χώρο των ανθρωπιστών και σήμερα ανορθόδοξων θεωρούμενων οικονομολόγων, που αντιλαμβάνονται και επιμένουν να κατανοούν την οικονομική επιστήμη σαν μία επιστήμη κοινωνική με έντονα ανθρώπινο προβληματισμό.
Το βιβλίο, αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει. Η ανάγνωση του πείθει για έναν συγγραφέα, βαθύ γνώστη της οικονομικής διαδικασίας και συμπεριφοράς, που έχει κατακτήσει τη δική του θεώρηση του κόσμου και της ζωής, γεγονός που άνετα αφήνεται να διαπιστωθεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αυτού. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο διδακτικό, ούτε για ένα σύγγραμμα οικονομικής επιστήμης, πρόκειται για ένα βιβλίο που αναδεικνύει τις έμφυτες ευαισθησίες και τον ρομαντισμό ενός συγγραφέα, ο οποίος θλίβεται από τον έντονα τεχνοκρατικό δρόμο που η επιστήμη της οικονομικής επέλεξε να καλλιεργήσει και που την θλίψη του αυτή επιχειρεί να την παρουσιάσει με ένα αντίθετο προς το περιεχόμενό της τρόπο.
Επέλεξε να παρουσιάσει τα αισθήματα ανησυχίας που τον διακατέχουν, με έναν τρόπο σκωπτικό.
Παρουσιάζοντας μια σειρά από μύθους, αλληγορικά παραμύθια, από μερικές ιστορίες – παραβολές στοχεύει στο να ευαισθητοποιήσει τον άνθρωπο της καθημερινότητας και να τον καταστήσει ικανό να αντιληφθεί και να συνειδητοποιήσει, την απαράδεκτη αντιστροφή που στην οικονομική πραγματικότητα έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Η αντιστροφή αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι στις αρχές αυτού του αιώνα, το οικονομικό σύστημα, που δεν είναι τίποτε άλλο από μία ανθρώπινη κατασκευή, έπαψε να υπηρετεί τον άνθρωπο, καθιστώντας εξαντιθέτου τον άνθρωπο υπηρέτη του. Ο συγγραφέας, εντυπωσιάζεται από το γεγονός του άκρατου ατομικισμού που η οικονομική επιστήμη κατάφερε τελικά να επιβάλλει στη σκέψη των επιστημόνων, των επιχειρηματιών και των καταναλωτών, υιοθετώντας την άποψη ότι επιστήμη σημαίνει, απλώς, μέτρηση και ποσοτικοποίηση των παραγόντων που παίζουν ρόλο στο παιχνίδι της οικονομικής δραστηριότητας και ζωής. Ολόκληρο το βιβλίο του, αναδεικνύει με έναν έξυπνο τρόπο τη δυστυχία του ανθρώπου που πίστεψε ότι η αύξηση του Α.Ε.Π., του νεκρού προϊόντος και του χρήματος, αποτελούν και τη βάση της ευτυχίας του. Έντεχνα διαμαρτύρεται γι’ αυτό και επιμένει στο ότι η ανθρώπινη ευτυχία δεν βρίσκει την τελείωσή της στο χρήμα. Υποστηρίζει ότι πέραν του νεκρού προϊόντος και του χρήματος, υπάρχει το βασίλειο του πολιτισμού, της ηθικής, των αξιών, της ελευθερίας αλλά και του αυτοπροσδιορισμού, στα πλαίσια των οποίων ο άνθρωπος ανακαλύπτει την τελείωση του. Οι παραπάνω σκέψεις, εύκολα θεμελιώνονται μέσα από την ανάλυση των παρατιθέμενων αλληγορικών μύθων και των συμπερασμάτων που από αυτούς μπορούν να εξαχθούν. Ο συγγραφέας επιχειρώντας να εκφράσει την άποψή του, για σοβαρά θέματα που απασχολούν σήμερα την οικονομική ζωή και την επιστήμη, τα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως η σχέση των ονομαστικών και των πραγματικών δεικτών της οικονομίας, οι σχέσεις της οικονομίας και του περιβάλλοντος αλλά και η αντίληψη περί του οικονομικού πλούτου και του τρόπου κατάκτησης αυτού. Οι έννοιες της αποτελεσματικότητας, της ανάπτυξης, της οικονομικής ευημερίας και η διάχυτη αντίληψη ενός οικονομικισμού και μιας υπερβολικής εμπορευματικοποίησης των πάντων, δέχονται την αριστοτεχνική κριτική του. Έτσι στην αρχή μας αφηγείται μια ωραία ιστορία. Την ονομάζει «Η μανιβέλα του βασιλιά». Θέλει να μάς δείξει με αυτή, πως στο βωμό της αύξησης της παραγωγής και της μείωσης του κόστους είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε στα άκρα, ενώ παράλληλα μάς γνωστοποιεί και τις συνέπειες των πράξεών μας. Μάς λέει για τον βασιλιά που για να μεγιστοποιήσει την παραγωγή της χώρας του και να συσσωρεύσει πλούτο, έφτασε στο σημείο να απολύσει από τις δουλειές τους όλους τους υπηκόους του και γυρνώντας, ο ίδιος, συνεχώς μια μανιβέλα, να παράγει με την βοήθεια των αυτόματων μηχανημάτων του, όλο το έργο της χώρας του. Αυτό βέβαια είχε ως αποτέλεσμα την αυτόματη αύξηση του ονομαστικού κατά κεφαλήν προϊόντος της χώρας του, που θεωρούμενο ακόμα και σήμερα ως ο κατεξοχήν δείκτης οικονομικής ευημερίας και ανάπτυξης, απείχε πολύ από μία πραγματικότητα, που ήταν αυτή των κατοίκων της χώρας του. Τα εισοδήματα αυτών είχαν εξαφανιστεί, καθώς πλήττονταν κατά τρόπο βάναυσο από την ανεργία. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας αναφέρεται και επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στη σχέση της οικονομικής ανάπτυξης και του περιβάλλοντος. Η ιστορία αυτή που έχει σαν τίτλο «Οι κρατήρες της Σελήνης» μάς δίνει μία διαφορετική εξήγησε για την καταγωγή των κρατήρων που κατατρυπούν την επιφάνεια του φεγγαριού. Στην κατοικημένη τότε Σελήνη, ένας από τους Σεληνίτες, ο πατήρ Δόξαμος, είχε στην ιδιοκτησία του ένα οικόπεδο, στη μέση του οποίου υπήρχε μία τεράστια τρύπα. Αυτή η τρύπα, που τότε ήταν και η μοναδική στη Σελήνη, χρησίμευε ως χωματερή και ο καθένας ανεξαρτήτως μπορούσε να πετά μέσα τα σκουπίδια του. Μια μέρα, λοιπόν, ο πατήρ Δόξαμος αποφάσισε να εκμεταλλευθεί οικονομικά αυτή την τρύπα. Όσοι λοιπόν ήθελαν να την χρησιμοποιούν έπρεπε να πληρώσουν ένα μικρό αντίτιμο. Ήρθε όμως η στιγμή, που η τρύπα του πατήρ Δοξάμου γέμισε και μπροστά στα όλο και αυξανόμενα απόβλητα που οι συνεχώς αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις δεν σταματούσαν να πετούν, ο πατήρ Δόξαμος αποφάσισε να ανοίξει και μια δεύτερη τρύπα. Τα κέρδη ήταν μεγάλα και η μία τρύπα έφερνε την άλλη. Οι επιχειρήσεις του πατήρ Δοξάμου εξαπλώθηκαν σε όλη τη Σελήνη και ο ίδιος έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Σελήνη. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι δεν υπήρχε πια χώρος στη σελήνη, ούτε για τις επιχειρήσεις αλλά ούτε και για τη Σεληνιακή ανθρωπότητα. Το τοπίο είχε γίνει πράγματι Σεληνιακό. Η παρουσίαση του συγγραφέα γίνεται ακόμα περισσότερο συναρπαστική με την παράθεση ενός ακόμα ενδιαφέροντος μύθου που σχετίζεται με την έντονη διάθεση για πλουτισμό και εμπορευματικοποίηση που οι σύγχρονες κοινωνίες διαθέτουν. Ο τίτλος αυτής της ιστορίας είναι «Ο θησαυρός του Ελάχιστου». Ο Ελάχιστος ήταν ένας φτωχός άστεγος ο οποίος ανακάλυψε ότι το άτομο του ήταν ένα κεφάλαιο που από τον ίδιο εξαρτιόταν αν θα καρποφορήσει ή όχι. Στην αρχή ξεκίνησε νοικιάζοντας τις υπηρεσίες του σε μια επιχείρηση μετάγγισης αίματος. Η θυσία ήταν μικρή και το κέρδος αδιαμφισβήτητο αλλά μικρό. Στο βωμό ενός υψηλότερου κέρδους, ο Ελάχιστος, αποφάσισε να δώσει το ένα του νεφρό. Όλα πήγαν καλά και αφού είδε ότι το κεφάλαιό του καρποφορούσε πραγματικά, συνέχισε να δίνει και άλλα ζωτικά του όργανα, έως ότου το σώμα του εξασθένισε και η αξία του κεφαλαίου του άρχισε να ελαττώνεται αδιάκοπα. Στο τέλος μιας σειράς από διαδοχικές λήψεις οργάνων, ο Ελάχιστος έσβησε. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ο Ελάχιστος εκμεταλλεύθηκε με οικονομική αποτελεσματικότητα μέχρι τέλους το υλικό του κεφάλαιο, πράγμα όμως που δε στάθηκε δυνατό να διατηρήσει την ύπαρξη και την προσωπική του ευτυχία. Υπήρξε θύμα τόσο της βουλιμίας του όσο και της κυρίαρχης αντίληψης περί ευημερίας.
Τέλος, αντιπαραθέτοντας στις άκρες των σελίδων του, σκέψεις και απόψεις γνωστών οικονομολόγων με εκείνες γνωστών ειδικών, άλλων επιστημών, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταδείξει την σχετικότητα της οικονομικής αλήθειας, έστω κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηριχτές της άποψης, που υποστηρίζει ότι η τελευταία δυσαρεστεί τους υποστηριχτές της άποψης, που υποστηρίζει ότι η τελευταία βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και των εξελίξεων.
Οπωσδήποτε, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ενδιαφέρουσα και έξυπνη κριτική για εκείνους που πιστεύουν σε κάποια δήθεν αδιαφιλονίκητη σημασία του οικονομικού στοιχείου για την ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή.
 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.