Ταξιδι στον ευρωπαικο χωρο και χρονο

Έκθεση φωτογραφίας και παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Παλούκη «Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά» (εκδόσεις Μαγικό Κουτί), στο πλαίσιο των Γιορτών Νεολαίας ΚομοτηΝΕΩΝ Πράξεις, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τρίτης, στο Πολυλειτουργικό Κέντρο του Δήμου Κομοτηνής. Η παρουσίαση συνοδευόταν από έκθεση φωτογραφιών που τράβηξε ο Σπύρος Παλούκης από ταξίδια του σε όλη την Ευρώπη, οι οποίες σχετίζονται και με τα ταξιδιωτικά δοκίμια που περιλαμβάνονται στην έκδοση. Πρόκειται για ένα φωτογραφικό ημερολόγιο που κινείται στο χώρο και το χρόνο – εξ’ ου και η αναφορά στον Καρλομάγνο -, κινείται στις συνήθειες και την κουλτούρα των ευρωπαίων, αποτυπώνοντας τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα από ταξίδια ή τη διαμονή του στις ευρωπαϊκές χώρες. Αν και γνώρισε και αγάπησε πολλούς τόπους η καρδιά, δε μπορεί παρά να μείνει σ’ έναν, στην Ελλάδα κι αυτό καταγράφεται μέσα από μια φωτογραφία, ύμνο στη φιλία, δυο μικρών κοριτσιών στη Σύρο, μια φωτογραφία που κέρδισε δεύτερο βραβείο σε ευρωπαϊκό διαγωνισμό κι από κάθε άποψη του έφερε καλή τύχη. Τύχη, βέβαια, χρειάζεται και η Ευρώπη στη σύγχρονη πορεία της προς την ενότητα και την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων, γι’ αυτό και ο Σ. Παλούκης κλείνει το βιβλίο του, όπως έκλεισε και την παρουσίασή του, με το ερώτημα «πού πάει η Ευρώπη τελικά;»

Αξίζει να πούμε ότι η συγκεκριμένη έκδοση έχει μια σχέση με την πόλη της Κομοτηνής, καθώς τα τέσσερα σκίτσα του πρώτου μέρους που σχετίζονται με την ιστορία της Ευρώπης φιλοτέχνησε ο Κομοτηναίος, Βαλάντης Καραμπατζάκης.

Εν αρχή … ο θρόνος

Ας δώσουμε, όμως, το λόγο στον συγγραφέα που αφέθηκε στις περιπλανήσεις του ανά την Ευρώπη, ξεκλειδώνοντας το κουτί με τις αναμνήσεις. «Καλντερίμια, καθεδρικοί ναοί, κλασική μουσική, βασιλικά πάρκα, γκέτο… για μένα αυτό σημαίνει ως εκείνη τη στιγμή Ευρώπη. Οπότε ανοίγοντας τα βιβλία, ψάχνοντας τα βιβλία, πέφτω πάνω στα λόγια ενός Γάλλου διανοούμενου, του Paul Valery, ο οποίος προσπαθεί να οριοθετήσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα δίνοντας ένα τριαδικό σχήμα και λέγοντας ότι ευρωπαίους θεωρεί όλους τους λαούς οι οποίοι έχουν υποστεί στη διαδρομή της ιστορίας τους τις παρακάτω επιδράσεις: έχουν εκχριστιανιστεί, έχουν εκρωμαϊστεί κι έχουν εξελληνιστεί. Οπότε, έχοντας αυτό ως κρατούμενο, αρχίζω και αναζητώ τι περικλείει η έννοια ‘Ευρώπη’ και διαβάζοντας συνεχίζω να ερευνώ βιβλιογραφικά και βρίσκω ένα παιχνίδι παιδικό: βλέπω την ιστορία της Ευρώπης σαν ένα παιχνίδι παιδικό, το παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες που όλοι παίζαμε όταν ήμασταν μικροί: πολλές καρέκλες, περισσότεροι μαχητές και γυρνάνε γύρω – γύρω για να καταλήξουν στη μία καρέκλα. Αυτή η καρέκλα είναι ο θρόνος της Ευρώπης και γύρω – γύρω πάντοτε παίζανε οι αυτοκράτορες της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να σφαγιάζονται, να γίνονται εμφύλιοι πόλεμοι, με την ψευδαίσθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Κάπου εδώ έρχεται ο Καρλομάγνος – που αναφέρεται και στον τίτλο – που είναι ο πρώτος ευρωπαίος αυτοκράτορας που προσπάθησε να ενοποιήσει την Ευρώπη στρατιωτικά. Αυτό γίνεται το 800 μ.Χ. και το καταφέρνει υπό τους κόλπους της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στην Ε.Ε. τον δοξάζουν, γιατί είναι η πρώτη απόπειρα που έγινε, ώστε να υπάρχει ένα αντίστοιχο οικοδόμημα με το σημερινό. Έχοντας στο νου μου όλα αυτά, δηλαδή το τριαδικό σχήμα που προσδιορίζει τον ευρωπαίο, το παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες και την κάμερα με τα μυστικά, που είναι η φωτογραφική μου μηχανή, ξεκινάω ένα ταξίδι στην Ευρώπη και περιφέρομαι, πηγαίνω σε 11 χώρες και φέρνω μαζί μου 16 ιστορίες και 16 φωτογραφίες, που αυτά συνενώνονται, συνδυάζονται».


Ο Σ. Παλούκης παρουσίασε τέσσερις από αυτές τις ιστορίες, δύο από το Νότο της Ευρώπης και δύο από το Βορρά της Ευρώπης, τις οποίες χώρισε σε ιστορίες τόλμης και ατολμίας.

Αλήθεια ή θάρρος; Βρυξέλλες

«Η πρώτη ιστορία στο δεύτερο μισό του βιβλίου, το ταξίδι στην ευρωπαϊκή γη. Αυτή η φωτογραφία συμπυκνώνει τρία χρόνια ζωής στις Βρυξέλλες, περισσότερο συμπυκνώνει συναίσθημα παρά κάτι χειροπιαστό. Είναι όλη μου η διάθεση σ’ αυτή την εικόνα. Τύχαινε στις Βρυξέλες να σπουδάζω ή να δουλεύω, αλλά πάντοτε αισθανόμουν κάπως ενοχικά, με την έννοια ότι παριστάνω τον μποέμ πολυτελείας, ότι τα πάντα είναι εύκολα, έχω το χρόνο για τα βιβλία μου, τις βόλτες μου και κάθε φορά που «χανόμουν στην πόλη», έπεφτα πάνω σ’ αυτό το κοριτσάκι (το κοριτσάκι που ζητιανεύει στο δρόμο) που ήταν πάντα στη στάση Παναγίτσας και πάντοτε με κοίταζε μ’ αυτό το βλέμμα. Κάθε φορά την προσπερνούσα, ποτέ δεν κάθισα να της μιλήσω ή να δώσω χρήματα…

Αυτό το βλέμμα δεν το αντίκριζα και το ξεχνούσα, αλλά με ακολουθούσε για τις επόμενες μέρες και ώρες κι όταν έφτανα στο σπίτι μου, αισθανόμουν λυπημένος και κατηγορούσα τον εαυτό μου που δεν της μίλησα κι αυτό πήγαινε σε προέκταση και με άλλους ανθρώπους. Απλά, το συγκεκριμένο βλέμμα είναι σαν ο Μεγάλος Αδερφός, σαν η συνείδηση μου να με κοιτάει και να λέει «δες τη ζωή που κάνεις και δες τη ζωή κάνει κάποιος κοντά στην ηλικία σου». Και φυσικά δεν τόλμησα να της μιλήσω ποτέ».

Στοκχόλμη

Η δεύτερη ιστορία διαδραματίζεται στα βόρεια και είναι επίσης ιστορία ατολμίας. «Είναι καλοκαίρι, στη Στοκχόλμη, και έχω πάει διακοπές, όπου βρίσκομαι εγώ με μερικές χιλιάδες Σουηδούς που έχουν πάει για να ακούσουν τους Metallica εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, οπότε ψάχνω κατάλυμα, δεν βρίσκω πουθενά και το μοναδικό που καταφέρνω να βρω είναι σε μια πανσιόν, στο σπίτι κάποιου που νοίκιαζε τα δωμάτια. Οπότε πηγαίνω, ανοίγω μια καγκελόπορτα και μια ακόμη, ανοίγω το ασανσέρ, στον 6ο όροφο ήταν το σπίτι, το ασανσέρ με πηγαίνει στον 5ο, πάω να χρησιμοποιήσω τη σκάλα, βλέπω έναν τοίχο χτισμένο μεταξύ του 6ου και 5ου. Έρχεται ο κύριος και μου λέει ότι «μόνο μ’ αυτή την κάρτα μπορείς να χρησιμοποιείς το ασανσέρ, μόνο μ’ αυτήν την κάρτα ανάβουν τα φώτα, στο μπάνιο, στην κουζίνα… Στους κοινόχρηστους χώρους παντού υπήρχαν κάμερες, μπαίνω και στο δωμάτιο μου και είχε καγκελόπορτα με παράθυρα. Έχω θορυβηθεί προκαταβολικά και σκέφτομαι ότι αν συμβεί κάτι, θα είναι μη αναστρέψιμη η κατάσταση. Ίσως φταίνε και τα πολλά θρίλερ που έχω δει και λέω μπορεί να συμβεί κάτι άσχημο. Βγαίνω να κάνω τουρισμό, ενώ είχα διαβάσει διάφορα για εκείνη την επίσκεψη, οπότε αισθανόμουν σε κάθε μέρος που πήγαιναν ότι υπήρχε μια κουλτούρα αίματος. Έπινα τον καφέ μου κάπου και πριν μερικούς αιώνες δίπλα είχαν κυλήσει ποτάμια αίματος, είχαν σκοτωθεί, είχαν προδοθεί, σφαγιαστεί άτομα, δηλαδή η ζωή καταστρέφεται στο όνομα μιας Αυτοκρατορίας. Και συνδέω αυτή τη φωτογραφία. Φεύγοντας από το ιστορικό κτίριο, υπάρχει αυτός ο κύριος που κάθεται στη βάση ενός αγάλματος και είναι πιο ακίνητος από το άγαλμα κι έχοντας διαβάσει ότι οι Σουηδοί είναι πρώτοι στις αυτοκτονίες στην Ευρώπη, φαντάζομαι ότι μπορεί να παζαρεύει και το ενδεχόμενο μίας πετυχημένης αυτοκτονίας, οπότε θορυβούμαι περισσότερο μ’ αυτό. Κατά συνέπεια, βάζουμε το σπίτι που έμενα, τη γνώση που είχα για το ποτάμι του αίματος και τον κύριο που θέλει να αυτοκτονήσει – στη φαντασία μου – και αποφασίζω να επιστρέψω σπίτι. Πηγαίνοντας στο σπίτι, βλέπω το φως στο διπλανό δωμάτιο να είναι ανοιχτό και λέω «θα περιμένω να κοιμηθεί αυτός ο κατάσκοπος που με περιμένει και θα ανέβω μετά». Οι νύχτες στη Σουηδία, το καλοκαίρι, είναι γεμάτες, δεν είναι σκοτεινές υπάρχει ένα αρρωστημένο πορτοκαλί στον ουρανό, μια παρωδία νύχτας και κάθομαι σ’ ένα παγκάκι και περιμένω να νυχτώσει.

Από πίσω μου ακούω παρέες Σουηδών, γέλια, χαχανητά, ίσως να ερωτοτροπούσαν, οπότε ήμουν μεταξύ δύο προκλήσεων ν’ ανέβω σπίτι ή να πάω προς τα πίσω να δω τι γίνεται. Κάποια στιγμή, ας πούμε ότι ξημερώνει, και αποφασίζω να τολμήσω να μιλήσω στις δυο κοπέλες πίσω μου, να πιω λίγο από το ποτό τους και μετά θα πάω να μαζέψω τα πράγματά μου για να αδειάσω το δωμάτιο και να πάω να μείνω κάπου αλλού». Εκεί αρχίζει η τόλμη για να συνεχιστεί σε κάποια άλλη πόλη της Ευρώπης και σε μια στιγμή μαγική για τον ελληνικό αθλητισμό.

Λισαβόνα

2004 στη Λισσαβόνα. «Η ιστορία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, Παρασκευή, βράδυ όπου η Ελλάδα κερδίζει την Τσεχία και εγώ αποφασίζω να αγοράσω μια εμπειρία πηγαίνοντας στον τελικό της Λισσαβόνας. Παίρνω τους δρόμους, πηγαίνω στα πρακτορεία, όλοι μ’ αντιμετωπίζουν σαν φτηνιάρη πελάτη «δώσε 1050 ευρώ για μια βραδιά», παίρνω δάνειο από τη μητέρα μου και τα δίνω. Οπότε πηγαίνω στην πολυκατοικία και παίρνω όλες τις πόρτες μια – μία για να ζητήσω μια σημαία για να ξεκινήσω το ταξίδι μου και φτάνει το βράδυ της αναχώρησης. 20.000 Έλληνες πηγαίνουν στη Λισσαβόνα. Από το αεροδρόμιο υπάρχουν ψίθυροι ότι τα εισιτήρια είναι λιγότερα, γιατί έχουν ζητήσει πολλά οι επίσημοι και δεν θα μας τα δώσουνε. Εμείς δεν κρατούσαμε εισιτήρια, μόνο λεφτά είχαμε δώσει. Φτάνουμε στη Λισσαβόνα, μια ωραία γιορτή με τύμπανα, μπλε, άσπρο, κόκκινο, πορτοκαλί και φτάνει 3.00 το μεσημέρι, η ώρα για να μας δώσουν τα εισιτήρια και να πάμε στο γήπεδο και μας λέει ο ξεναγός ότι τα εισιτήρια δεν επαρκούν, θα μείνουν 150 άτομα έξω. Λέει ότι θα τα δώσουν με κλήρωση. Αρχίζουν κάποιοι «ξυλοκόποι και εργάτες» να λένε ότι θα τον σκοτώσουν, ένας κύριος τον δωροδοκεί με 150 ευρώ μπροστά μου για να πάρει τα εισιτήρια που ήδη είχε πληρώσει. Εγώ, πάντα ευγενικός απλά παρατηρούσα, είχα αποδεχτεί τη μοίρα μου.

Σκεφτόμαστε, όμως, αυτοί που μείναμε απ’ έξω να πάμε στο γήπεδο μήπως βρούμε εισιτήρια, τα οποία κόστιζαν 900 ευρώ στην μαύρη αγορά, αλλά τίποτα δεν έγινε.

Και λέω ας δοκιμάσω την τύχη μου. Σκέφτηκα απλά να ακολουθήσω το πλήθος που έμπαινε στο γήπεδο. Υπήρχε ένας έλεγχος σε κάποια χωράφια που απλά έδειχνες το εισιτήριο κι εγώ έδειξα ένα χαρτάκι και παρασύρθηκα από το πλήθος για να συνεχίσω σε δεύτερο έλεγχο όπου χρειαζόταν να δώσουμε το μπουκαλάκι με το νερό ή τη μπύρα και να σου αδειάσουν την τσάντα από επικίνδυνα αντικείμενα. Εκείνη τη στιγμή ένα πάρτυ γινόταν στον εγκέφαλο μου, πλησιάζοντας στο γήπεδο έλεγα, εντάξει, τα έχω καταφέρει.

Έλα, όμως, που δεν τα είχα καταφέρει, γιατί φτάνω στην είσοδο του γηπέδου, όπου για να μπεις μέσα έπρεπε να περάσεις από μία πόρτα με μία μπάρα μεταλλική, να δείξεις το εισιτήριο στη σχισμή, να γυρίσει η μπάρα και να έχεις και δυο Security μπροστά σου. Οπότε προσπαθώ με δυο έλληνες «σάντουιτς» να με βάλουν ανάμεσά τους όμως όχι. Αρχίζω να τους παρακαλάω τους security, όμως … Περιμένω το ημίχρονο, όπου στην Ελλάδα μπαίνει το μπούγιο. Τέλος πάντων ακούω φασαρία, αρχιμάνατζερ, διαιτητές, ήταν κάτι έλληνες «έξυπνοι» που ο ένας είχε χτυπήσει το εισιτήριό του και το έδωσε στον από πίσω του και φώναζαν «μας αδικείτε»,
οπότε λέω να δω και εγώ τι γίνεται και μπαίνω με τη ροή που έμπαινε εκείνο το πλήθος. Ξέρω ότι ο Θεός έχει κλείσει τα μάτια του ή ο δαίμονας τα έχει ανοίξει ..» Τελικά, θεού και δαιμόνων επιτρέποντος μπήκε στο γήπεδο και η Εθνική κέρδισε.

Η τελευταία ιστορία του Σπύρου Παλούκη διαδραματίζεται στη Σύρο και είναι η «τυχερή» του που θα την θυμάται για πάντα.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.