Αναβιωση της Ποντιακης «χαρας»
Την Κυριακή στις 7 το απόγευμα στην πλατεία Θρυλορίου θα πραγματοποιηθεί αναβίωση του παραδοσιακού ποντιακού γάμου, Της «χαράς» όπως λέγεται, από το Τμήμα Νεολαίας του Συλλόγου. Ο γάμος στους Έλληνες του Πόντου, που είναι πιο διαδεδομένος με τον όρο «χαρά», υπογράμμιζε ένα χαρμόσυνο γεγονός των ανθρώπων. Η ιεροτελεστία του ποντιακού γάμου, η ιερότητα του συζυγικού δεσμού, η λαϊκή αντίληψη και πίστη στο ηθικό και κοινωνικό του περιεχόμενο εναρμονίζονται πλήρως με το ουσιαστικό περιεχόμενο της χαράς. Στο πρόγραμμα που εξέδωσε ο Σύλλογος γίνεται μία εκτενής αναφορά στο γάμο «ως διαβατήρια τελετουργία στον Μικρασιατικό Πόντο» από τον Μανόλη Σέργη, Επίκουρο Καθηγητή Λαογραφίας στο Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών του Δ. Π. Θράκης.
Από το κείμενο του κ. Σέργη επιλέξαμε και σας παραθέτουμε το παρακάτω απόσπασμα:
Επιμέλεια: Α.Π.
«Ο γάμος ήταν συμβολικά μια «πολεμική εκδήλωση», με καλυμμένη εχθρότητα ή φανερό ανταγωνισμό μεταξύ των δύο οικογενειών, ήταν η ιδεολογική αναπαράσταση της κοινωνικής απόστασης ανάμεσα στις δύο οικογένειες, που εκδηλωνόταν με τελετουργική εχθρότητα, «απαγωγή», συναγωνισμό, αντιπαράθεση, κ.λπ. και τα οποία επέτειναν την αντίθεση ανάμεσα στο «εμείς» της μιας οικογένειας και το «εσείς» της άλλης. Η ίδια η τελετουργία βέβαια απέβλεπε – συν τοις άλλοις – και στην οριστική, τελική άρση όλων των παραπάνω «δυσλειτουργιών», αμέσως μετά τη στέψη, όπως προείπα.
Το νυφέπαρμαν ξεκινούσε περί τις τρεις το απόγευμα, αλλού μετά τη Θεία Λειτουργία. Κατά την έξοδο του γαμπρού για το νυφέπαρμαν ο αφέντης του ή η μάνα του ή ο κοτάγιαγιας ή άλλος χισίμης ετίναζε επάνω του ένα βουρέα μεταλλίκια, τα οποία τα παιδιά διαγωνίζονταν να πρωτοπάρουν, συνήθης μαγική κίνηση στον ελληνικό κόσμο.
Η δομή της ποντιακής οικογένειας βασιζόταν στην (ανδρο)πατροτοπικότητα (viri-patrilocality), σύμφωνα με τον οποίο οι νύφες εγκαθίστανται στο σπίτι του γαμπρού, αυτός ήταν σ’ όλον τον Πόντο ο τύπος της μεταγαμήλιας εγκατάστασης (εκτός των σώγαμπρων). Υπάρχει λοιπόν ανάμεσα στα δύο σπίτια η φυσική απόσταση που πρέπει να διανυθεί, και στην εδώ περίπτωση την απόσταση αυτή θα καλύψει ο άντρας που θα μεταβεί να παραλάβει τη νύφη. Η γαμήλια πομπή λοιπόν που θα μετέβαινε να παραλάβει τη νύφη, ο γαμόστολον (νυφοστόλιν, γαμοφόριν, οψίκ’) έχει ήδη συγκροτηθεί (δεν μας απασχολεί εδώ, λόγω χώρου, η διάταξή της καίτοι έχει ιδιαίτερη σημασία). Παλαιότερα στην Κερασούντα προπορευόταν μια λαμπαδοκρατούσα γριά. Πιθανώς πρόκειται για μια επιβίωση αρχαιοτάτου τελετουργικού, στοιχείο μητριαρχικής καταγωγής του εθίμου, αφού αυτή θα πρέπει να παρίστανε την εκπρόσωπο του μητρικού γένους ή είναι η πρώτη μορφή της κουμπάρας, μορφή που επινοείται αργότερα. Επίσης, στην Αμισό παλαιότερα τον γαμπρό στον γαμόστολο τον συνόδευαν έφιππες γυναίκες και παρθένες, οι παρανυφ’σσάδες.
Οι εμπρολαλέτ’ τραγουδούσαν και χόρευαν πίνοντας ρακί και κρασί. Επειδή το νυφόπαρμαν γινόταν (σε μερικές περιπτώσεις) μετά τη δύση του ήλιου, την όλη πορεία φώτιζαν οι προπορευόμενοι νέοι με δαδιά ή με φανούς. Καθ’ οδόν, εάν το έδαφος ήταν ομαλό, οι έφιπποι έκαναν αγώνες δρόμου και διαγωνίζονταν σε παραδοσιακά αθλητικά αγωνίσματα, όπως αυτά του ευρύτερου Ελληνισμού που συνδέονται με τον κύκλο της ζωής, αλλά και με τον ετήσιο εορτολογικό κύκλο, ως ενέργειες που απέβλεπαν σε επίδειξη δύναμης και δεξιότητας, αλλά κυρίως σε μαγικοθρησκευτικούς σκοπούς, για να ενισχύσουν τη γονιμότητα της γης και των ανθρώπων. Πολλοί ήταν αρματωμένοι με πολεμικά όπλα της εποχής (αρχές 20ού αι.) και πυροβολούσαν καθ’ όλη τη διαδρομή, άλλη μια μαρτυρία ότι ο γάμος είχε το χαρακτήρα της «στρατιωτικής επιχείρησης» που προαναφέραμε. Οι πυροβολισμοί συνδέονται με την λησμονημένη μιμητική αρπαγή της νύφης, ο γάμος ήταν μια τέτοια μιμητική αρπαγή.
Ο γαμπρός ίππευε σε κόκκινο ή λευκό άλογο (ας προσέξουμε τα χρώματα), στολισμένο με άσπρα χρυσοκέντητα μαντίλια δεμένα στη χαίτη του. Το άλογο – ως γνωστόν – ανήκει κι αυτό στα «διαβατήρια» ζώα, στα ζώα που οδηγούν τους νεκρούς στον Κάτω Κόσμο ή στην εκκλησία τους νεόνυμφους. Ο νεοελληνικός Χάρος, π.χ., καβαλικεύει σε μαύρο άλογο είτε επί γης, για να συλλέξει τα υποψήφια θύματά του, είτε στον Άδη («ο Χάρος μαυροφόρεσε, μαύρα καβαλικέβγει»). Καθ’ οδόν, όταν η πομπή περνούσε από συγγενικά ή φιλικά σπίτια, οι σπιτονοικοκύρηδες ένοιγαν σινίν.
Σε λίγο άρχιζε η «πολιορκία του κάστρου» και η σταδιακή «κατάκτησή» του. Σε πολλά μέρη ο νέγαμον έφιππος με ξίφος στο χέρι χτυπούσε τρεις φορές τ’ απανωθύρ’ και το έριχνε να περάσει επάνω από τη στέγη και να πέσει στο πίσω μέρος της οικίας, σε ένδειξη παλληκαριάς. Αλλού, σταυροειδώς, κτυπούσε με ραβδί (αντικατέστησε το ξίφος) τη στέγη και μετά το έριχνε δυνατά στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η τυχόν αποτυχία ’ς σο πιδέβασμαν ήταν κακός οιωνός, η επιτυχής απόπειρα έδειχνε ότι η κατάκτηση είχε ολοκληρωθεί. Συνήθως ακολουθούσε θεατρικό τάξιμο ότι θα έχουν καλά κεράσματα για τους οικείους της νύφης, τους συμπεθέρους, και υποχωρούσε κάθε αντίσταση.
Πάμπολλα ήταν τα θεατρικά δρώμενα τη στιγμή που συναντιόνταν οι δύο «αντίπαλες» ομάδες. Οι καλετέν’ δεν επέτρεπαν στους φίλους της νύφης να πλησιάσουν, αν δεν έπαιρναν ως δώρα κότες ή πάπιες ψημένες, τα σύμβολα της νύφης. Τραγουδούσαν τότε: την κοσσάραν θέλω κάινανα, την κοσσάρα φέρτε κάινανα, δηλαδή τη νύφη, σύμφωνα μ’ αυτά που είπα πιο πάνω. Συνήθως όμως ζητούσαν ζωντανές κότες, τις έσφαζαν επί τόπου, και με το αίμα τους άλειφαν τα παπούτσια του γαμπρού, ενέργεια με προφανή συμβολικό στόχο. Παλιότερα, κατά τη λεηλασία των ορνιθώνων ή των άλλων κλοπών από το σπίτι της νύφης (έκλεβαν κουτάλια, ρακοπότηρα, πιάτα) γίνονταν πραγματικοί ή συμβολικοί αγώνες – καυγάδες, με τραυματισμούς και τα υπόλοιπα συμπαρομαρτούντα.
Μερικά ακόμη «θεατρικά εμπόδια» σχετικά με την «κατάκτηση» του σπιτιού: Στην Αργυρούπολη, την Νικόπολη κ.ά. μπροστά στην είσοδο της οικίας ένας συγγενής της νύφης άρπαζε το τραπέζι (στόλ’) και την επ’ αυτού βραστή κότα ή το μελοβούτορον και εμπόδιζε την είσοδο του γαμπρού. Ο παράνυφος (alter ego του γαμπρού) δίνοντας ένα ζωνάρι και 25-50 γρόσια αγόραζε τα εδέσματα και μοίραζε το «ιερό πουλί» στους άλλους μετά την είσοδό του στο σπίτι. Στο Καρακούρτ, στην πόρτα της πατρικής οικίας στέκονταν για να προϋπαντήσει τη γαμπρική πομπή ο αδερφός της νύφης ή ο πρωτοξάδερφός της, που ζητούσε χρήματα για την παράδοση της νύφης. Μερικές φορές, όταν το ποσόν εθεωρείτο υπερβολικό, δημιουργούνταν παρεξηγήσεις και δυσαρέσκειες. Όταν προσπερνούσαν αυτό το «εμπόδιο», η θεία της νύφης έβγαζε το σινίν με το φούστουρον και μια άλλη γυναίκα την ψητή κοσσάραν. Ο κουμπάρος έδινε φιλοδώρημα, δοκίμαζαν τα φαγώσιμα και έμπαιναν στην οικία. Τότε ο νέγαμον έδιδε στη θεία τα ποστάλ και στη νύφη τα νυφικά της, σε σινίν επάνω, για να την ντύσουν οι κοπέλες αν δεν τα είχε στείλει (όπως αλλού) από την προηγούμενη μέρα. Στο Καπίκιοϊ την πομπή υποδέχονταν στην αυλόπορτα ένας κεραστής, και μετά η μάνα της νύφης, η οποία έδενε μαντίλι στο βραχίονα του γαμπρού και έβαζε στις τσέπες του καρύδια και φουντούκια. Οι συγγενείς της νύφης τους εμπόδιζαν την είσοδο: Εμπαίνομε – ’Κ’ εμπαίνετετεν. Εμπορούμε – ’Κ’ επορείτεν.
Ακολουθούσε εικονική φιλονικία και ο έφιππος γαμπρός εισερχόταν στο σπίτι νικητής και τροπαιούχος. Αλλού παρουσιαζότανε η σπιτονοικοκυρά, η οποία φιλούσε τον γαμπρό και του πρόσφερε αβγά, μήλα, πορτοκάλια, φουντούκια, καρύδια. Ο γαμπρός φιλούσε το χέρι της και της ανταπέδιδε φρούτα. Έμπαιναν μέσα, ο γαμπρός με τον κουμπάρο, κατευθύνονταν προς το νυφείον, όπου ο γαμπρός έπαιρνε τη νύφη από το χέρι και έβγαιναν έξω. Στα Κοτύωρα, την ώρα της παραδόσεώς της έσφαζαν στο κατώφλι όρνιθα, με εμφανή σημειολογία: συμβολικός θάνατος της κόρης ως ανύπαντρης.
Όλες οι παραπάνω παραλλαγές του εθίμου ήταν μια απαραίτητη για την ολοκλήρωση του γάμου διαδικασία, μια ενέργεια που μάλλον ως συμβολικός «φόρος διοδίων» μπορεί να θεωρηθεί εμμέσως, ως μια ακόμη μορφή εξαγοράς της νύφης, αυτό που στον υπόλοιπο Ελληνισμό ονομαζόταν «πορταρίκια» (ο χώρος δεν επαρκεί για μια – έστω και μικρή – αναφορά στο θέμα της «εξαγοράς της νύφης»).
Εν όσω διάστημα ανέμεναν να ετοιμάσουν τη νύφη (όπου δεν ήταν έτοιμη από το πρωί) ο ζουρνατζής στα μέρη της Νικόπολης έπαιζε τον ανάλογο στην περίπτωση σκοπό, αχπαστικόν, ενώ ακουγόταν τότε δεκάδες επαινετικά δίστιχα. Στη Ματσούκα τότε παρέδιδε ο γαμπρός τη νυφική στολή (νυφαδιακά) και η δεξαμένε με τις άλλες γυναίκες έντυναν τη νύφη, άρχιζαν δηλαδή τα νυφοκεπάσματα. Ο κουμπάρος φιλοδωρούσε τις συγγένισσες για το ντύσιμό της (κεπαστιάτ’κα), και ο γαμπρός διακριτικά την έβγαζε από τον θάλαμο, νικώντας την αντίσταση που εθιμικά ήταν υποχρεωμένη να προβάλει. Οι παρανυφάδες της μάλιστα ενίσχυαν αυτήν την αντίσταση, τραβώντας την από πίσω.
Κατά την έξοδο της νύφης από την πατρική εστία ο γαμπρός έδινε νόμισμα ασημένιο, τα βυζαστιάτ’κα (σιτ-παρασίν στα τουρκικά) την αμοιβή της μητέρας για το γάλα που θήλασε την κόρη της, θέμα σχετικό με την «εξαγορά της νύφης».
Οι σκηνές ήταν συγκινητικές. Νύφη και γονείς έκλαιγαν για τον αποχωρισμό, ο πατέρας τής έδινε συμβουλές, αδέλφια και συγγενείς την ασπάζονταν. «Γάμος άκλαυτος και λείψανο αγέλαστο δεν γίνεται» όμως, δεν υπάρχει απόλυτη χαρά ή απόλυτη λύπη. Η πομπή ήταν ολοκληρωμένη πια, με την προσθήκη της νύφης και της συνοδείας της, που έπαιρνε θέση μετά την γαμπρική ομάδα. Οι γονείς της νύφης δεν ακολουθούσαν τον γαμόστολον. Η κόρη τους πρέπει να φύγει για την «ξενιτιά» μόνη…
Το ξεκίνημα από το νυφικό σπίτι για την εκκλησία ήταν επιβλητικό, εορταστικό, θριαμβικό, σκορπούσε αισθήματα χαράς και λύπης. Μουσική, επευφημίες, πυροβολισμοί, συμβολικές ενέργειες «δοκιμασίας» της νύφης, ρουκέτες (τα φυέκια), τραγούδια των καλετένων που εξακολουθούσαν να κομπάζουν για την «κατάκτηση» του όμορφου κάστρου:
«Επήραμε την πέρδικαν
την πενταπλουμισμένην
αφήνομε τη γειτονιά
έρημη σκοτισμένη …»
Ή πολλαχού το κατ’ εξοχήν συμβουλευτικό τραγούδι, που διαιώνιζε την απαρασάλευτη τάξη των ενδοοικογενειακών πραγμάτων. Κατ’ εξαίρεση το παρουσιάζουμε ολόκληρο, επειδή συνοψίζει στα λόγια του την έννοια της «τελετουργίας»:
«Σήμερον άλλο ’μέρα εν’ κι άλλο ήλιος λάμπει,
σήμερον και το κόραον δύο καρδίας βάλλει,
τ’ έναν αφήνει ’ς σου κυρού
και τ’ άλλο παιρ’ και πάει.
Άφ’ σον, κόρη, τη μάννα σου
και ποίσον άλλεν μάνναν,
αφ’σον, κόρη, τον κύρι σου και ποίσον άλλον κύριν,
άφ’σον, κόρη, τ’αδέλφ σου και ποίσον άλλ’ αδέλφ.
Τίμα, κόρη, την πεθερά σ’, να είσαι τιμεμέντσα,
τίμα, κόρη, τον πεθερό σ’, να εισ’ αγαμεμέντσα.
Μάθα, κόρη, την αγρυπνν και την κακοπειρίαν,
αύρι θα πας ’ς σου πεθερού σ’, να είσαι μαθεμέντσα.
Μακρύν κοινίν μη δίτ’ τεν,
’ς σα ξύλα μ’ πολύτ’ τεν,
η κορ’ εντροπρία εν’, φορτούτ’ όλον τ’ ορμάνιν.
Τρανόν λαήν’ μη διτ’ τεν,
’ς σο νερόν μ’ απολύτ’ τεν,
η κορ’ εντροπρία εν’, τσουρώνει το πεγάδιν.
Σήμερον τ’ ηλκόραον δύο καρδίας έxει,
τ’ έναν αφήνει ’ς σου κυρού
και τ’ άλλο παιρ’ και πάει.
Σήμερον άλλος ήλος λάμπ’, σήμερον άλλ’ ημέρα.
Κόρη, ντο είxες κ’ έργευες, ντ’ είxες κ’ εργοπόρειες;
– Είχα τον κύρι μ’ τον καλόν και χωρισίαν ’ κ’ είχα.
Κόρη, ντο είxες κ’ έργευες, ντ’ είxες κ’ εργοπόρειες;
– Είχα τη μάννα μ’ την γλυκήν και χωρισίαν ’κ’ είχα.
Κόρη, ντο είxες κ’ έργευες, ντ’ είxες κ’ εργοπόρειες;
– Είχα τ’ αδέλφ μ’ τα καλά και χωρισίαν ’κ’ είχα»
Στο Καπίκιοϊ η τελετή της στέψης (στεφάνωμαν) γινόταν στο σπίτι της νύφης, μετά τη θριαμβική είσοδο του γαμπρού. Στα χωριά του Ντορούλ μέχρι το ναό οι παρανύφισσες και οι γυναίκες του χωριού χόρευαν το χορό των μαντηλιών ή στην Αμισό οι γυναίκες χόρευαν υψώνοντας μαντήλια σε ένδειξη χαράς (μαντιλίαμαν στο Καρακούρτ) καθ’ όλη τη διαδρομή.
Η εκκλησία αναλάμβανε το δικό της τελετουργικό ρόλο: να ευλογήσει την ένωση και να εκφράσει με τις δικές της ευχές (με το δικό της δηλαδή «τελετουργικό λόγο») για μακροημέρευση, ευγονία, αγροτική ευκαρπία. Ο «χορός του Ησαΐα», ένας ακόμη κύκλιος μαγικο-θρησκευτικός χορός, από το ιερό τυπικό, περιελάμβανε συμβολικά ραντίσματα ευκαρπίας, «καρποβολισμούς» (με καρπούς-σύμβολα, π.χ. σιτάρι), συμβολικά κτυπήματα του γαμπρού, κ.ά.
Από την όλη τελετή ας σημειώσουμε εδώ ότι ο ιερέας» προσέφερε στους νεόνυμφους ένα ποτήρι κρασί (μελίγαλαν) και ότι ο κουμπάρος είχε την τιμητική του: δυο – τρεις χειροδύναμοι παλικαράδες τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους, και δεν τον άφηναν κάτω, αν δεν έταζε έναν μουχαπέτ’. Αν με βεβαιότητα υποθέσουμε ότι ο κουμπάρος αντικαθιστά σε πολλά δρώμενα του γάμου τον γαμπρό, να ήταν άραγε κι αυτή η ενέργεια μια ακόμη αναπαράσταση της ανάρρησης του βυζαντινού βασιλιά στο θρόνο του με σήκωμα στα χέρια;
Κατά τη στέψη είχαμε λοιπόν μια πρώτη ένωση των δύο μελών, ως μια μορφή των διαδοχικών ενσωματώσεων που ακολουθούν. Ο Gennep διακρίνει ότι σ’ αυτές (τελετές ενσωμάτωσης) υπάρχουν τελετές που στοχεύουν στην ατομική ένωση των νεονύμφων (τα χαρακτηρίζει «έθιμα ένωσης», όπως π.χ. η πόση από κοινό ποτήρι), και τελετουργίες ενσωμάτωσης που είναι συλλογικές, αφού ενώνουν τα δύο άτομα με τις διάφορες ομάδες πλέον (με ανταλλαγές δώρων, χορούς και συμπόσια, επισκέψεις μετά το γάμο και ανταποδόσεις επισκέψεων, κ.λπ., όπως τα παρουσιάζω εν συντομία παρακάτω).
Προτού η πομπή φτάσει στον προορισμό της, τα παιδιά της γειτονιάς έφταναν δρομαία στο σπίτι του γαμπρού (στιχαρέτ’) για να πουν το κλασικό φως στ’ ομμάτ και να πάρουν τα στυχαράτ’κα (συχαρίκια), ένα μαντίλι ή χρήματα ή ζευγάρι κάλτσες, ως αντιχάρισμα για την ευχάριστη είδηση.
Κατά την πορεία του γαμόστολου προς τη νέα κατοικία του ζευγαριού ο γαμπρός από καιρού εις καιρόν του εκσφενδόνιζε μήλα (γνωστή η συμβολική τους, ερωτική, σημασία), οι συγγενείς και οι φίλοι έραιναν τους νεόνυμφους, τους εύχονταν, ένοιγαν σινίν και πάλι, κ.λπ. Τη χρονοτριβή επιμήκυναν τα σοκροχώματα, τα οδοφράγματα που έστηναν οι του γαμόστολου με σχοινί ή άλλο μέσο, προκειμένου να σταματήσει ο νυμφίος και να τους δώσει φιλοδώρημα. Στα χωριά της Νικοπόλεως ομάδα νέων ζητούσε από τον γαμπρό δώρα ή ρακί, άλλοτε έβρισκαν έναν παλαιστή και ζητούσαν από τον κουμπάρο ή το γαμπρό να ορίσει αντίπαλό του για να παλέψουν ή να καταβάλουν χρηματικό ποσό αντί πάλης. Πάλεμα πρότεινε επίσης ο γαμοκύρτς στους ακόλουθους του γαμπρού, κατά την προσπάθεια της «κατάκτησης» του φρουρίου του (κόρης του), που μερικές φορές οδηγούσε σε πραγματικές συμπλοκές και διενέξεις, ιδίως όταν ο γαμοκύρτς ήταν «δύσκολος» χαρακτήρας.
Τέτοιου είδους εμπόδια έβρισκε μπροστά του ο γαμπρός και κατά τη μετάβασή του στην εκκλησία, τα οποία φυσικά υπερέβαινε με την καταβολή χρηματικού ποσού από τον κουμπάρο. Όλες ήταν συμβολικές πράξεις και αγωνίσματα, που δήλωναν και προοικονομούσαν τη νίκη του γαμπρού επί των επίβουλων κακών δυνάμεων. Αίρονταν μόνον όταν ο γαμπρός εκπλήρωνε το έθιμο, και φυσικά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Η εκκλησία στην οποία γίνεται η στέψη (προς την οποία μεταβαίνει) και η κατοικία του γαμπρού (προς την οποία θα μεταβεί σε λίγο το νέο ζευγάρι) είναι σαν δύο «ιερά κέντρα» (μια σμικρογραφία τους), σαν τα «κέντρα της γης» που διαθέτουν όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί, π.χ. τα ιερά όρη (Θαβώρ, Γολγοθάς, Όλυμπος), ή το μαντείο των Δελφών, κ.ά. Ο γνωστός, πολύπλοκος, «συμβολισμός του κέντρου». Κάθε διαδρομή που οδηγεί προς τα ιερά κέντρα είναι ένας δύσκολος δρόμος, γεμάτος κινδύνους, αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για διαδικασία μετάβασης από το ανίερο στο ιερό, από το εφήμερο και το απατηλό σε μια άλλη πραγματικότητα. Η προσέγγιση του κέντρου (εκκλησία και νέα κατοικία εδώ) ισοδυναμεί με μύηση, με μια νέα ζωή, θέλει αγώνα η προσέγγισή του.
Η πόρτα, το κατώφλι του σπιτιού, ήταν ο χώρος όπου διαδραματιζόταν και στον Πόντο πάμπολλες ενέργειες μαγικού χαρακτήρα, αφού αποτελούσαν κατ’ εξοχήν διαβατήριο χώρο. Εκεί θα γινόταν η επίσημη συνάντηση της νύφης με την πεθερά της, αλλά κυρίως από εκείνη τη στιγμή και μετά θα άνοιγε η νέα περίοδος της ζωής της, σχετισμένη με τη δημιουργία οικογένειας, και μ’ όλα όσα αυτή συνεπαγόταν, που έδιναν αξία και νόημα στη ζωή της παραδοσιακής γυναίκας. Δρασκελίζοντας το κατώφλι πέρασε από ένα κόσμο σ’ έναν άλλο, από μια εστία σε μιαν άλλη.
Όταν πλέον έμπαιναν στο σπίτι (το τελετουργικό της εισόδου δεν έχουμε χώρο να το παρουσιάσουμε), η νύφη έμπαινε στο νυφείον συνεχίζοντας την περιθωριοποίησή της, με μόνη συντροφιά την παράνυμφη. Δεν συμμετείχε ακόμη στο συμποσιασμό που έχει αρχίσει, σ’ αυτόν τον πρώτο λόγο είχε ο οικοδεσπότης άντρας της».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
