Ρατσισμος και ξενοφοβια στον 21ο αιωνα
Η Άννα Τριανταφυλλίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης με ειδίκευση στην κοινωνιολογία της μετανάστευσης και τη μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μίλησε προχθές το βράδυ σε εκδήλωση της ΧΕΝ Κομοτηνής σε εκδήλωση με θέμα «ρατσισμός και ξενοφοβία στον 21ο αιώνα». Η ανταπόκριση των μελών της ομάδας βιβλίου αλλά επίσης μελών και φίλων της ΧΕΝ ήταν ιδιαίτερα θερμή παρά το ότι η εκδήλωση συνέπεσε με την υποδοχή του Πανθρακικού και οι φίλες που έλαβαν μέρος είχαν την τύχη, όπως σε κάθε παρόμοια εκδήλωση της ΧΕΝ, να προβληματιστούν γύρω από ένα σημαντικό θέμα αλλά και να πάρουν για δώρο ένα βιβλίο λογοτεχνίας.
Αφορμή το «Νησί»
Η Χρύσα Λύκου, μέλος της Ομάδας Βιβλίου και αντιπρόεδρος της ΧΕΝ μετέφερε στον ΠτΘ ότι τη φετινή χρονιά η ομάδα βιβλίου ασχολήθηκε με το «Νησί» της Βικτόρια Χίσλοπ. «Το βιβλίο διαπραγματεύεται τη ζωή των λεπρών στο εγκαταλειμμένο νησί της Σπιναλόγκας. Λόγω του ότι ασχοληθήκαμε με το ρατσισμό που εκδηλωνόταν απέναντι στους λεπρούς είχαμε την ιδέα να καλέσουμε την κ. Άννα Τριανταφυλλίδου να μας μιλήσει για το ρατσισμό απέναντι στις ευπαθείς κοινωνικά ομάδες». Η κ. Λύκου ανέφερε ότι διοργανώνουν επί 12 χρόνια αυτή την εκδήλωση ως ομάδα βιβλίου και κάθε φορά επιλέγουν ένα από τα θέματα που προσεγγίζουν κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Επιπλέον, στη διάρκεια της εκδήλωσης προσφέρουν βιβλία στις καλεσμένες. «Η γιορτή γίνεται με αφορμή την παγκόσμια μέρα του βιβλίου που ήταν στις 2 Απριλίου» εξήγησε.
Α. Τριανταφυλλίδου
«Οι έλληνες πιστεύουν ότι οι ξένοι θέτουν σε κίνδυνο την ταυτότητα και παρουσιάζουν προκαταλήψεις»
Στο περιθώριο της εκδήλωσης ο ΠτΘ συνομίλησε με την κ. Τριανταφυλλίδου για το θέμα της μετανάστευσης και της στάσης των ελλήνων απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες, το ρόλο που καλείται να παίξει η ελληνική πολιτεία για την προσαρμογή τους και τις ιδιαιτερότητες της Θράκης.
ΠτΘ: Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του αντικειμένου της μετανάστευσης και τη μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχετε διακρίνει τη στάση των ελλήνων είτε μέσα από την εθνική νομοθεσία, είτε μέσα από την κοινωνική τους συμπεριφορά απέναντι στον Άλλον, που είναι διαφορετικός και σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Α.Τ.: Οι αλλαγές που έγιναν το 1989 στην Ευρώπη επηρέασαν κατά πολύ τη μετανάστευση προς την Ελλάδα, με την έννοια ότι αφενός άνοιξαν τα σύνορα και κάποιοι πληθυσμοί που δεν είχαν τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης άρχισαν να την έχουν, αφετέρου κατέρρευσαν τα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού κι αυτό επηρέασε την Ελλάδα, καθώς ήταν η μόνη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Βαλκανική, μια χώρα σταθερή πολιτικά και κοινωνικά.
Αυτό που συνέβαινε στην Ελλάδα ήταν ότι ήμασταν ξενόφιλοι κι οτιδήποτε ήταν ξένο ήταν της μόδας, πλην όμως δεν είχαμε επαφή στη χώρα με ξένους, με εξαίρεση τους τουρίστες. Επίσης, ήμασταν απόδημοι και η εμπειρία της μετανάστευσης ήταν της αποδημίας. Ξαφνικά, υπήρξε μια μαζική και σε περιορισμένο χρονικό διάστημα έλευση μεταναστών κι αντίστοιχα αναπτύχθηκαν πολύ γρήγορα οι ξενοφοβικές αντιλήψεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Ευρωβαρόμετρο, που είναι ένα εργαλείο μέτρησης της κοινής γνώμης στις χώρες της Ε.Ε., το 1994, 1995 και 1996, η Ελλάδα έχει τις πιο έντονες ξενοφοβικές αντιλήψεις. Οι έλληνες πιστεύουν ότι υπάρχουν πολύ ξένοι στη χώρα, ότι οι ξένοι θέτουν σε κίνδυνο την ταυτότητα και παρουσιάζουν προκαταλήψεις.
ΠτΘ: Θεωρείτε ότι υπάρχει ευθύνη της πολιτείας και άλλων φορέων που δεν προσπάθησαν να συμβάλλουν στην εξοικείωση των ντόπιων με την ιδέα του οικονομικού μετανάστη που έρχεται να εργαστεί και να διεκδικήσει ίσες ευκαιρίες εργασίας και ζωής;
Α.Τ.: Αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται σε όλες τις χώρες της Νότιας Ευρώπης αλλά ίσως στην Ελλάδα είχαμε πιο έντονα αυτή την ξενοφοβική αντίληψη. Δεν υπήρξε και δεν υπάρχει μια πολιτική διαχείρισης. Οι άνθρωποι ήρθαν μαζικά, οι περισσότεροι χωρίς χαρτιά αλλά χρειάστηκαν περίπου 10 χρόνια για να κάνουμε την πρώτη νομιμοποίηση. Η πρώτη έγινε το 1998 όταν η Ιταλία και η Ισπανία είχαν κάνει ήδη τρεις. Από την άλλη, παρόλο που μάθαμε ότι δεν συμφέρει κανέναν να είναι παράτυπη η μετανάστευση, ακόμη και τώρα δεν υπάρχουν ουσιαστικές πολιτικές διαχείρισης, δηλαδή είναι σχεδόν αδύνατο να έρθει κάποιος νόμιμα. Έχουμε το μοντέλο του να έρχεται κάποιος παράνομα και να περιμένει να νομιμοποιηθεί.
Αυτό προβληματίζει γύρω από το θέμα της ένταξης, γιατί αυτοί που βρίσκονται εδώ χρόνια, χρειάζεται ν’ ανανεώνουν τα χαρτιά τους ανά ένα – δύο χρόνια κι ενδέχεται το άτομο να βρίσκεται εδώ 8 χρόνια και να μη μπορεί να πάρει άδεια απεριόριστης διάρκειας. Υπάρχουν επίσης διάφορα γραφειοκρατικά προβλήματα, με την έννοια ότι αντί για άδεια έχει στα χέρια του ένα χαρτί που δείχνει ότι έχει υποβάλλει την αίτηση, άρα δε μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του, να ενταχθεί στην κοινωνία και να αισθανθεί ότι ανήκει εδώ. Πολλές φορές κάποιοι καθηγητές στα σχολεία διαπιστώνουν ότι τα παιδιά δεν αισθάνονται σίγουρα ότι θα μείνουν στην Ελλάδα γιατί δεν είναι και οι γονείς, οι οποίοι δεν έχουν καμία βεβαίωση μακρόχρονης προοπτικής. Πώς, επομένως, θα μπορέσει το παιδί να ενταχθεί στο σχολείο το οποίο είναι μια αμφίδρομη διαδικασία γιατί δεν αφορά μόνο στην ένταξη των ξένων αλλά και των γηγενών;
Ίσως η ξενοφοβία έχει μειωθεί, αλλά ίσως να έχει αυξηθεί ο ρατσισμός, δηλαδή μια προκατάληψη ότι οι μετανάστες είναι κατώτεροι γιατί τα πολιτισμικά τους πρότυπα είναι κατώτερα από τα δικά μας. Όταν δεν προστατεύεις τον έλληνα και τον ξένο εργαζόμενο από την εκμετάλλευση οι καταστάσεις παράτυπης εργασίας, που αφορούν και έλληνες, δημιουργούν μια νομιμοποίηση της ανισότητας κι ένα στερεότυπο που επαναλαμβάνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι έτσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση σήμερα οι γυναίκες – παρότι οι άντρες πραγματοποιούν μια ανοδική κοινωνικοοικονομική κινητικότητα – μένουν εγκλωβισμένες στους τομείς καθαριότητας ή φροντίδας ηλικιωμένων και παιδιών και είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις που βγαίνουν και σε άλλα επαγγέλματα με συμβόλαιο και ασφάλιση. Γι’ αυτό το λόγο παρατηρείται στους αλβανούς, που είναι η πολυπληθέστερη ομάδα, ότι αυτές που είναι νέες κι έχουν μικρά παιδιά επιστρέφουν στο σπίτι εάν το επιτρέπουν τα οικονομικά της οικογένειας. Αυτό έχει να κάνει και με τα οικογενειακά πρότυπα των αλβανών που είναι παρόμοια μ’ αυτά των ελλήνων, όπως και το ότι ή πλένεις σκάλες ή τίποτε. Συμβαίνει να έρθει ένας νέος άντρας από την Αλβανία στην Ελλάδα, να είναι σε καλή επαγγελματική θέση, να γνωρίσει μια γυναίκα εδώ ή στην Αλβανία, η οποία μπορεί να έχει τελειώσει λύκειο ή πανεπιστήμιο και προφανώς είναι λιγότερο πρόθυμη να πάει στην ανασφάλιστη εργασία του οικιακού καθαρισμού και του μεροκάματου.
Είναι δύσκολο στην Ελλάδα να γίνει μια δημόσια συζήτηση στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και την πολιτική γύρω από το ότι δεν αλλάζουν μόνοι οι μετανάστες αλλά και η ελληνική κοινωνία.
Η Θράκη είναι ίσως ένα εργαστήρι λόγω της μειονότητας, της γηγενούς μειονότητας και των παλιννοστούντων και των οικονομικών μεταναστών. Έχει υπάρξει ένας πλουραλισμός εκ των πραγμάτων και ίσως διαφορετικές σχέσεις ισχύος μεταξύ γηγενών, μειονοτικών – πλειοψηφικών, και παλιννοστούντων, που είναι ξένοι μεν, το κράτος όμως τους έχει δώσει κάποια πλεονεκτήματα. Ταράζει τα νερά και σπάει το διχοτομιστικό εμείς και οι άλλοι.
Οι καταστάσεις αστάθειας στα Βαλκάνια και η ένταση με την Τουρκία δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερες εντάσεις στην Ελλάδα οι οποίες αντικατοπτρίζονται και στο μεταναστευτικό, με απόψεις όπως «αν δεν τους αρέσει να φύγουν», «τι θα κάνουμε εάν κάνουν εθνοτικά κόμματα», οι οποίες είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα ενώ στο τέλος αυτό είναι το στοίχημα για την Ελλάδα. Όταν θα βγουν στην κοινωνία τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα μικρότερα από έξι ετών και πήγαν εδώ στο σχολείο και βιώσουν ένα καθεστώς προκαταλήψεων σε μεγάλο βαθμό θα υπάρξει πρόβλημα. Η γενιά που μετανάστευσε ήταν η γενιά που θυσιάστηκε σε όλες τις περιπτώσεις.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
