Στα μονοπατια του συγγραφεα

Με τον Κώστα Κρεμμύδα, τον εκδότη – διευθυντή του τετραμηνιαίου περιοδικού για την τέχνη και τη ζωή: «Μανδραγόρας» συζητάμε σήμερα στο «Εμείς η Πόλις» με αφορμή το νέο βιβλίο, μυθιστόρημα, «Tο πλιάτσικο», που αναδεικνύει, στη μετασοσιαλιστική Βουλγαρία, μια σειρά οδυνηρά κοινωνικά προβλήματα, που εξακολουθούν να σέρνονται από το προηγούμενο καθεστώς, καθώς δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί μια σύγχρονη νέα πρόταση. Ένα έργο μεταφρασμένο από τον «δικό μας», συντοπίτη, συγγραφέα κ. Χρήστο Χαρτοματσίδη. Παράλληλα, καταγράφουμε τους «χτύπους» στον εκδοτικό κόσμο, τις συνήθειες των αναγνωστών και την μαγεία της λογοτεχνίας που ανθίσταται στην εποχή της τηλεδημοκρατίας…

Παράλληλα, μπαίνουμε στα «συγγραφικά μονοπάτια», στο δρόμο της έμπνευσης και της δημιουργίας. Ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Γιώργος Σκαμπαρδώνης μιλά για την λογοτεχνία που διαρκεί. Μιλά για τη συγγραφή, για τη μαγεία της γραφής, σχολιάζει το σήμερα, αποκαλύπτει την πλοκή του νέου του βιβλίου και σημειώνει την ανάγκη: «Να μην είμαστε τόσο φανατικοί, τόσο καθηλωμένοι, να προσπαθούμε λίγο να ακούσουμε και τι λέει και ο άλλος».

Κώστας Κρεμμύδας, εκδότης – διευθυντής του περιοδικού «Μανδραγόρας»:

«Η λογοτεχνία είναι τολμηρή από τη φύση της»

Αν δεχθώ αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή η ζωή ενός λογοτεχνικού βιβλίου έχει μικρύνει και ότι η λογοτεχνία βρίσκεται σε έκπτωση, θα ήθελα να μου πείτε γιατί επιμένετε να εκδίδετε βιβλία;

Είναι αλήθεια ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική εποχή, με τη ραγδαία εξέλιξη της πληροφορικής να καθιστά το μέλλον μας αβέβαιο και ενδεχόμενο. Πέντε το πρωί προσπαθώ να απαντήσω στις ερωτήσεις με το δικαιολογημένο φόβο των επαναλήψεων, καθώς πολλά έχουν ήδη λεχθεί. Στο ραδιόφωνο η Χαρούλα Αλεξίου τραγουδάει Νικόλα Άσιμο. Πόσα χρόνια πέρασαν αλήθεια από την αυτοκτονία του, (τον γνώρισα, μαθητής ακόμα στο Γυμνάσιο, το 1973 κι αργότερα με τις «παράνομες» κασέτες του στα Εξάρχεια να τραγουδάει: Παράτησέ τα όλα να ζήσουμε καλά. Οι άλλοι όπως βαδίζουν κι εμείς ανάποδα). Τι είναι αυτό που κάνει τα τραγούδια του να υπάρχουν, να συγκινούν και να σημαίνουν, και μάλιστα σε μια εποχή που οι νέοι γίνονται όλο και συμβατικότεροι, όλο και περισσότερο κατεστημένοι και «θεσμικοί»; Ο Άσιμος, (και δε λέω οι Beatles), αντέχει στο χρόνο. Μήπως μπορεί να συμβεί το ίδιο και με τα βιβλία;

Έχει αλλάξει κάτι τα τελευταία χρόνια στις εκδόσεις;

Η ευκολία παραγωγής έχει αναμφισβήτητα επιτρέψει την είσοδο στον εκδοτικό χώρο ανθρώπων με μηδενική ευαισθησία και αισθητική. Τα κακά (και δεν αναφέρομαι μόνο στο περιεχόμενο) βιβλία, πληθαίνουν. Εξηγείται, επομένως, και μια τάση, τουλάχιστον σε μια μερίδα ανθρώπων που διακρίνονται για τις γνώσεις και την ευαισθησία τους, να θεωρούν τη μονοτυπία, και γενικά την παλαιά μορφή τυπογραφίας, ως αξεπέραστη και μοναδική. Θεωρώ ότι και με τις σύγχρονες μεθόδους μπορούν να δημιουργηθούν σπουδαία εκδοτικά έργα, έργα τυπογραφικής τέχνης, αρκεί ο εκδότης να σέβεται όχι απλώς τον αναγνώστη, αλλά και τον εαυτό του. Ας μην ξεχνάμε ότι και το σώμα του βιβλίου αποτελεί προέκταση και συνέχεια του περιεχομένου του. Αφήστε που τις περισσότερες φορές συμβαίνει ένα κακό αισθητικά βιβλίο να συνοδεύεται (και να συνοδεύει) ανάλογο κακό περιεχόμενο.

Ως προς την ουσία του βιβλίου που εκδίδεται, (και να προσθέσουμε εδώ την καλή μετάφραση, την επιμέλεια, τις διορθώσεις – όχι πάντοτε αυτονόητες παράμετροι σε μία έκδοση), πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τον αναγνώστη. Όσο περισσότερο (παθητικός) θεατής είναι, τόσο λιγότερο καλά βιβλία του προσφέρονται. Όσο μικρότερες οι απαιτήσεις μας, όσο τηλεοπτικότερες, τόσο «Η ερωμένη του Αλή Πασά», και «Ο βούρκος» της Ρούλας Κοντέα θα κατακλύζουν τις (ανύπαρκτες πλέον) βιβλιοθήκες μας.

Ποια είναι η γνώμη σας για την βιβλιοπαραγωγή στην Ελλάδα;

Οι 7.000-7.5000 τίτλοι είναι αναμφισβήτητα πολλοί για τη χώρα μας, με δεδομένο όχι μόνο το μικρό εύρος της ελληνικής γλώσσας στον παγκόσμιο χάρτη, αλλά και τη μηδενική σχέση της πλειοψηφίας των Ελλήνων με το διάβασμα. Είναι αλήθεια πως βρισκόμαστε σε κάμψη – παρά τα πολλά Πανεπιστήμια ανά την Ελλάδα. Μια υποχώρηση έντονη στα πολιτιστικά μας πράγματα (και δε χρειαζόταν να πηδήξει από τον τέταρτο όροφο ένας γενικός γραμματέας Πολιτισμού για να το καταλάβουμε. Και βέβαια ο κ. Ζαχόπουλος δεν πήδηξε από απόγνωση για το παραγόμενο πολιτιστικό προϊόν στο Υπουργείο του, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Εκ των πραγμάτων η παραγωγή απευθύνεται σε ελάχιστους. Αν μάλιστα σκεφτούμε πως η πλειονότητα των νέων απασχολείται πλέον στο internet, σερφάροντας για ώρες (πολλές φορές αναίτια, πληκτικά και αδιάφορα, γιατί, βλέπετε, μας λείπει ή μας χρειάζεται μια νέα παιδεία, αυτή του διαδικτύου), τότε καταλαβαίνουμε πως έχει ήδη χαθεί ένα δυναμικό κομμάτι απαιτητικού αναγνωστικού κοινού. Με τα δεδομένα αυτά θεωρώ ικανοποιητική την παραγωγή στην Ελλάδα, μολονότι υπερτιμάται η πεζογραφία και παραγνωρίζεται η ποίηση. Και γράφεται πολύ καλή ποίηση στις μέρες μας, σας βεβαιώνω. Υπάρχει μια εξέλιξη στα δοκίμια, χωρίς ωστόσο να κατατίθενται κάποια νέα συνταρακτικά πράγματα, μάλλον κι εδώ ακολουθούμε την πεπατημένη της συλλογικής αμηχανίας μας.

Τέλος, θεωρώ – και είναι περίεργο καθώς λογικά και η γλωσσομάθειά μας βελτιώνεται και πολλές πανεπιστημιακές σχολές, προπτυχιακές και μεταπτυχιακές, στον τομέα της μετάφρασης υπάρχουν – πως το επίπεδο των μεταφράσεων δεν είναι καλύτερο στις μέρες. Ας μην ξεχνάμε πως στο παρελθόν σημαντικοί λογοτέχνες (Στρατής Τσίρκας, Άρης Αλεξάνδρου, Γιάννης Ρίτσος, Τίτος Πατρίκιος, Γ. Σεφέρης, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος κ.ά.) μετέφραζαν συστηματικά, οι περισσότεροι για βιοπορισμό, οι λιγότεροι για προσωπική άσκηση και ευχαρίστηση. Σήμερα τα κριτήρια του καπιταλισμού: το μεγαλύτερο όφελος με το μικρότερο κόστος έχει μετατρέψει τους εκδοτικούς οίκους σε εμπορικές επιχειρήσεις με μεγάλη πολιτική δύναμη, που μπορούν να διοικούν μέγαρα, να διευθύνουν τηλεοπτικούς σταθμούς, να διαχειρίζονται κοινοτικά προγράμματα και να εξασφαλίζουν διανομές βιβλίων σε Πανεπιστήμια.

Το γεγονός ότι είναι δυσανάλογα μεγάλη για το αναγνωστικό της κοινό πώς το σχολιάζετε;

Το κοινό ευρίσκεται εν πλήρει συγχύσει, αθώο και μάλλον αδιάφορο. Τα βιβλία δεν αποτελούν κομμάτι της ζωής μας ούτε καν το καλοκαίρι. Αν προσέξετε στις παραλίες με τους χιλιάδες λουόμενους, τα κινητά και τα SMS δίνουν και παίρνουν. Πού καιρός για διάβασμα; Χάνεται έτσι η μαγεία της ζωής, μια από τις σημαντικότερες αιτίες, κατά τη γνώμη μου, της ύπαρξής μας. Πολλές φορές έχω αισθανθεί τυχερός που ζω και μπόρεσα να απολαύσω ένα βιβλίο. Και, βέβαια, δεν είναι βαρύ το να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να μετέχεις στη φαντασία, τις κατακτημένες γνώσεις και την εμπειρία του άλλου, που στα προσφέρει αφειδώς, αρκεί να έχεις την ικανότητα να τα εισπράξεις και να τα αξιοποιήσεις. Αυτή άλλωστε δεν είναι και η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου;

Η μεγάλη παραγωγή αυξάνει απλώς το βάρος όσων (ελάχιστων, όπως και στο παρελθόν ενδεχομένως), προσπαθούν να ενημερωθούν και να αξιολογήσουν. Τα υπόλοιπα παίρνουν τη θέση τους για πολτοποίηση.

Εσείς σε ποιους Έλληνες και ξένους συγγραφείς εξακολουθείτε να ανατρέχετε; Ποιους θεωρείτε αξεπέραστους;

Σε δίσεκτα χρόνια υπάρχει ανάγκη να επιστρέφουμε σε κλασικούς, για να παίρνουμε κουράγιο και δύναμη. Ίσως γι’ αυτό το μυαλό μου τρέχει στον Μαγιακόφσκι (τον αγνοεί ακόμα και ο διορθωτής του υπολογιστή), στον Τολστόι, τον Σοπενάουερ… Στον μεγάλο θεωρητικό του υπερρεαλισμού σημαντικό ποιητή Νικόλαο Κάλα (για τα 100χρονα του οποίου έγινε συνέδριο στην Κομοτηνή, χάρη στην πρωτοβουλία του τότε δημάρχου της πόλης, και δυστυχώς οι πολίτες – καθηγητές, νέοι, φοιτητές – έλαμψαν δια της απουσίας των). Στον Μανόλη Αναγνωστάκη (ο σημαντικότερος ποιητής, με την ουσία του όρου συμπυκνωμένη στο έργο και τη ζωή του. Στον Στρατή Τσίρκα, στον Μιχάλη Κατσαρό…

Υπάρχουν θέματα τολμηρά για τη λογοτεχνία;

Η ίδια η λογοτεχνία είναι τολμηρή, από τη φύση της, καθώς προϋποθέτει σκέψη, συμμετοχή, κριτική στάση και διάθεση αμφισβήτησης. Όταν δείτε να ανεβαίνουν (πραγματικά) οι δείκτες πωλήσεων και καμαρώνετε τους συμπατριώτες μας σκυμμένους πάνω σε ένα βιβλίο, τότε να περιμένετε κοινωνικές αναταράξεις και ανακατατάξεις. Μήπως άλλωστε το Κεφάλαιο του Μαρξ, που για μένα παραμένει ένα σημαντικό λογοτεχνικό(!) έργο, δεν είναι τολμηρό; Γι’ αυτό κατακρίθηκε και ρίχτηκε στην πυρά και μάλιστα κυνηγήθηκαν σκληρά, έως πρόσφατα, ακόμα και οι αναγνώστες του!

Ένα περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή, όπως ο Μανδραγόρας, έχει αναγνωστικό κοινό στην εποχή της τηλεδημοκρατίας;

Πρόκειται για άλλα μεγέθη: ασφαλώς δεν θα έχουμε ποτέ την τύχη παροχών και τηλεθέασης, όπως απόλαυσε η Τάμτα, για παράδειγμα, και μάλιστα με την υπερήφανη συνδρομή της κρατικής τηλεόρασης, ή τις χαρισματικές εκπομπές με μάγους και εξορκιστές τής κ. Μενεγάκη, ή τις κοινωνικές αναζητήσεις του κ. Ανδρέα Μικρούτσικου που η κάθε επιλογή του χρήζει μεγαλύτερης ψυχανάλυσης από την προηγούμενη. Απλώς οι φιλοδοξίες κυκλοφορίας ενός περιοδικού για την τέχνη και τη ζωή, αλληλένδετα τα δυο τους, όσο κι αν αυτό συχνά το ξεχνάμε, παραμένουν περιορισμένες. Άλλωστε τα περιοδικά είναι συνήθως ζωντανά κύτταρα που παρεισφρέουν κατά καιρούς (και ανάλογα με τις αντοχές των δημιουργών τους στο χώρο και το χρόνο), προκειμένου να καταθέσουν την άποψή τους, με όσο πιο δυναμικό και επώδυνο τρόπο. Στόχος τους είναι ή θα πρέπει να είναι η ολοένα και εντονότερη ρήξη με ό,τι μας προσβάλλει, μας θλίβει και μας πονά, και από την άλλη η ανάδειξη όλων αυτών των συστατικών που δικαιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και ξέρετε, μπορούμε ως άνθρωποι, και γιατί όχι και ως κάτοικοι μιας μικρής, αφιλόξενης και εχθρικής προς τον πολιτισμό χώρας (μη ξεχνάμε πως για 40 σχεδόν χρόνια, 1936-1974, οι εξουσίες δίκαζαν, φυλάκιζαν, εξόριζαν και κάποτε εκτελούσαν, για ιδέες), να είμαστε υπερήφανοι για το πλούσιο έργο που ήδη υπάρχει και που με επάρκεια συνεχίζεται. Αυτό λοιπόν το υπαρκτό δυναμικό στηρίζει από το 1993 μέχρι σήμερα τον Μανδραγόρα, χωρίς καμιά κρατική ή άλλη διαφήμιση, χωρίς ενίσχυση και χωρίς δεσμεύσεις έναντι ουδενός. Πάντως το ότι ζούμε από το 1993 μέχρι σήμερα, οφείλεται αποκλειστικά στην ύπαρξη αναγνωστικού κοινού.

Κλείνοντας θα ήθελα να μου μιλήσετε για το βιβλίο «Το πλιάτσικο» του μετέφρασε ένας δικός μας, ο αγαπημένος Χρήστος Χαρτοματσίδης.

Ο Χρήστος Χαρτμαστίδης, συγγραφέας ο ίδιος σημαντικός, γεννημένος, μεγαλωμένος και σπουδασμένος στη Σόφια, είναι από τους ισχυρότερους συνδετικούς κρίκους μας με τη γειτονική Βουλγαρία. Οι προτάσεις του πάντοτε είναι μεστές και πολύτιμες. Ήδη είχαμε εκδόσει το 2004 μια επιλογή του από ποιήματα του σημαντικότερου εν ζωή Βούλγαρου ποιητή Λιουμπομίρ Λέβτσεβ, με τίτλο «Στιχοράματα». Το νέο βιβλίο, μυθιστόρημα τη φορά αυτή, «Tο πλιάτισκο», αναδεικνύει, στη μετασοσιαλιστική Βουλγαρία, μια σειρά οδυνηρά κοινωνικά προβλήματα, που εξακολουθούν να σέρνονται από το προηγούμενο καθεστώς, καθώς δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί μια σύγχρονη νέα πρόταση. Aυτή την εποχή περιγράφει ο Γκρόζντεβ με την τόσο εύστοχη, και τόσο βαλκάνια λέξη «πλιάτσικο». Aνάμεσα σε ολοζώντανες σκηνές κυνηγιού αγριόχηνας, κάπρου, λύκου, αρκούδας, αλεπούς οι άνθρωποι εναλλάσσονται στους ρόλους κυνηγού και θηράματος, ποιος είναι πλιάτσικο τίνος…

Έχουμε κοινά με τους γείτονες Βούλγαρους στη λογοτεχνία;

Με αφορμή και πάλι τον Χρήστο Χαρτοματσίδη συμμετείχαμε προσκεκλημένοι του Λιουμπομίρ Λέβτσεβ και του Υπουργείου Πολιτισμού της γειτονικής χώρας, στη Σόφια. Γνωρίσαμε και γνωριστήκαμε με πολλούς νέους ποιητές, με εκδότες περιοδικών και εφημερίδων, με ανήσυχους δημιουργούς. Πολλούς, με συντονιστή των μεταφράσεων τον Χρήστο, παρουσιάσαμε σε 2-3 τεύχη στον Μανδραγόρα, όπως και Έλληνες ποιητές από το περιοδικό φιλοξενήθηκαν σε έντυπα στη Σόφια. Έχω μάλιστα την εντύπωση πως στη Βουλγαρία εξακολουθεί ένας απόηχος ηθών του παρελθόντος, που παρά τα πολλά αρνητικά μιας άκαμπτης γραφειοκρατίας, ήθελε έστω και υπό έλεγχο το κράτος να στηρίζει και να καλλιεργεί τον πολιτισμό, στα όρια που τον αντιλαμβάνονταν, αλλά πάντως τον στήριζε. Δεν υπήρχε αυτή η σκοταδιστική ισοπεδωτική αντίληψη του πελατειακού κράτους, ή το σύγχρονο μόρφωμα, του «τι θέλει ο κόσμος». Είναι άραγε ασφαλές κριτήριο αξιολόγησης, μόνο η ζήτηση και η προτίμηση του κόσμου;

Είναι δηλαδή πολιτιστικό γεγονός η συναυλία στο φρούριο της Κέρκυρας του Σάκη Ρουβά,

(με επιλογή μάλιστα του τότε Υπουργού Πολιτισμού κ. Γιώργου Βουλγαράκη, και παρά τις αντίθετες συστάσεις του ΚΑΣ), και μάλιστα λόγω κοσμοσυρροής σημαντικότερο, από τον Νικόλαο Κάλα, που άφησε παγερά αδιάφορη την Κομοτηνή; Ποια τύχη θα είχαν στο κάστρο η «Φανταστική» του Berlioz ή ο Don Giovanni του Mozart; Κάνει τέχνη η Αννίτα Πάνια; Είναι σοβαρή εφημερίδα το «Πρώτο θέμα» και αξιολογότερη αφού πουλάει 300 χιλιάδες φύλλα περισσότερα από την «Καθημερινή»; Ποιες σταθερές οραματιζόμαστε για την κοινωνία του μέλλοντος; Έχουμε δικαίωμα και υποχρέωση να πάρουμε θέση όλοι.

«Είμαι συγγραφέας, η «αρρώστια», το πάθος μου είναι η λογοτεχνία, αλλά αγαπάω εξίσου και τη δημοσιογραφία», δηλώνει ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Γιώργος Σκαμπαρδώνης και σημειώνει: «η λογοτεχνία διαρκεί, ενώ η δημοσιογραφία είναι εφήμερη».

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, συγγραφέας:

«Ανανέωση δεν μπορεί να επιτευχθεί γιατί δεν υπάρχουν τα μεγάλα πνεύματα»

Είναι επίπονη διαδικασία η διαδικασία της συγγραφής;

Είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Είναι μια διαδικασία εξαιρετικά περίπλοκη, δεν ξεκινάει μόνο από την έμπνευση, αλλά από την συγκρότηση ενός συγγραφέα, από την όραση που έχει ο ίδιος σμιλέψει μέσά του και όραση σημαίνει όλη η αντίληψη της ύπαρξής του, αυτά που διάβασε, αυτά που βίωσε, αυτά που εσωτερίκευσε, αυτά που σκέφτηκε. Όλα αυτά συγκροτούν έναν κόσμο και μια όραση, αυτή η όραση μπορεί να επιλέξει από τον περίγυρο αποσπασματικά ένα θέμα το οποίο φαίνεται να είναι έμπνευση, αλλά κατά ουσία είναι μια βαθύτερη επιλογή του μυαλού του. Από θέματα που περιβάλλουν ένα συγγραφέα, επιλέγει κάτι που προσιδιάζει στη δική του συχνότητα. Μ΄ αυτή την έννοια εμπνέεται σε κάθε χρονική στιγμή που γράφει ένα άλλο βιβλίο, από κάθε θέμα που ταιριάζει στον ψυχισμό του σε κείνη τη φάση. Πέρα από την αρχική έμπνευση, υπάρχει η διαδικασία της ανίχνευσης του υλικού, των ντοκουμέντων, για να μπορέσεις να κάνεις ένα κόσμο ο οποίος θα έχει ιστορική πειθώ και αλήθεια και εκεί μέσα να τοποθετήσεις τη δράση. Είναι μια μακρά και επώδυνη διαδικασία προετοιμασίας. Στη συνέχεια ακολουθεί η χειρονακτική της γραφής, το παλίμψηστο, το οποίο είναι πολλαπλό και φτάνεις σιγά – σιγά πορευόμενος μέσα από το γράψιμο σε κάτι που είναι δύσκολο και περίπλοκο να περιγραφεί.

Άρα, τίποτα στη συγγραφή δεν είναι τυχαίο…

Τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα έχουν σχέση με τη μοναδικότητα του συγγραφέα, με την κοσμοθέαση που έχει, με τον τρόπο που ορά τον κόσμο και με την φάση την οποία βρίσκεται εκείνη την στιγμή. Ένα βιβλίο που το γράφεις σε ένα άλφα χρόνο, δεν μπορείς να το γράψεις σε έναν άλλο χρόνο, πρέπει να τύχει μια εσωτερική συγκυρία ψυχική, πρέπει να είσαι σε καλή υγεία σωματική, σε κέφια και να αισθάνεσαι σθεναρός εσωτερικά για να μπορέσεις να ξεκινήσεις ένα βιβλίο, όλα αυτά βέβαια πρέπει επενδυθούν από τη γνώση, από την διαπάλη με τα μέσα, δηλαδή με τη γλώσσα, από το σμίλευμα της λέξης, από τη φράση, από το ρυθμό, την κίνηση, τον τόνο, όλα αυτά είναι σημαντικά.

Ο αρχικός σας στόχος ήταν να γίνετε συγγραφέας;

Το να είσαι συγγραφέας δεν είναι στόχος, αλλά μια ροπή, η οποία είναι δυσερμήνευτη. Δηλαδή, παίζουν ρόλο περιοχές της ψυχής και του μυαλού οι οποίες δεν είναι φωτεινές, δεν είναι ευκολοκατανοητές, όλα αυτά κατάγονται από χώρους οι οποίοι είναι βυθισμένοι σε μια μούργα, δεν μπορείς ποτέ να πεις ότι για αυτό το λόγο γράφω ή για εκείνο γράφω. Αυτά δεν τα αποφασίζει η νόηση, τα αποφασίζει το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο και το υποσυνείδητο, μέσα στο συνδυασμό τους και μέσα στο χρόνο. Είναι μια διαδικασία πολύ περίπλοκη. Αυτό πρέπει να εννοηθεί μέσα στο άνυσμα των ημερών, η ύπαρξη και η οντότητα δεν είναι σταθερή, είναι ρέουσα. Είναι μια διασταύρωση πραγμάτων και από εκεί προκύπτει ο θερισμός που δημιουργεί την απαρχή του έργου.

Τι σας ενδιαφέρει: να φτάσετε σε ένα έργο που θα αρέσει σε σας, θα αρέσει στους άλλους ή που θα κερδίσει τη μάχη με το χρόνο;

Αν δεν αρέσει σε μένα δεν μπορώ να το γράψω. Είναι προφανές ότι εγώ το γράφω με τρόπο που κατά μέγιστο ποσοστό να μ΄ αρέσει, να φτάσω σε μια τελική μορφή για την οποία θα αισθάνομαι ότι έχω φτάσει σε μια επάρκεια, από εκεί και πέρα, νομίζω ότι από τη στιγμή που εσύ, με αυστηρά κριτήρια, δουλεύοντας το με κρύο μάτι μετά από λίγο καιρό, αντιλαμβάνεσθε ότι όντως έχει πετύχει τη στοχεύσή του, σταματάς πια να δουλεύεις, έχεις τελειώσει.

Έχετε εντοπίσει λάθη σε παλιά σας έργα;

Ναι, βέβαια. Σε παλιά μου έργα, σε ορισμένα σημεία βλέπω ότι τώρα θα χρησιμοποιούσα αλλιώς το ρυθμό ή θα έκοβα κάποιες φράσεις. Αλλά αυτό μπορεί να είναι ιδέά μου τωρινή, γιατί αυτά όλα μέσα στο χρόνο αλλάζουν, δεν μπορείς να είσαι ποτέ σταθερός απολύτως, γιατί και το γούστο του ανθρώπου αλλάζει και ο ίδιος ο συγγραφέας.

Και οι τρόποι γραφής;

Το στυλ υπάρχει κατά βάση, δηλαδή η μοναδικότητα της γραφής, η ιδιαιτερότητα της γραφής υφίσταται, αλλά και αυτή μετεξελίσσεται, μεταλλάσσεται στο χρόνο, είτε οξύνεται, είτε λουφάζει και εκπίπτει. Εκείνο που χρειάζεται είναι ένας διαρκής αγώνας. Πέρα από την καθημερινή προπόνηση, πρέπει συνέχεια και να γράφεις, δηλαδή και να σκέφτεσαι και να συλλογιέσαι και να αναγιγνώσκεις και να ακούς μουσική και να μιλάς με τους φίλούς σου και να βιώνεις την οδύνη των πραγμάτων και όλα αυτά ενώ γερνάς…

Ενώ γερνάς επιτυχώς, για να δανειστώ τον τίτλο ενός βιβλίου σας…

Ναι, γερνάς επιτυχώς, αλλάζει το μάτι, μεταλλάσσεσαι. Γίνεσαι πιο συγκαταβατικός, άλλοι γίνονται πιο επαναστατικοί, άλλοι γίνονται μνησίκακοι, γενναιόδωροι κ.ά.

Εσείς;

Εγώ νομίζω ότι όσο μεγαλώνω γίνομαι πιο συγκαταβατικός.

Ανέχεστε πράγματα και συμβιβάζεστε;

Όχι, με την έννοια του συμβιβασμού τόσο, όσο με την έννοια της κατανόησης. Δηλαδή, δεν συμβιβάζομαι, απλώς τα αποδέχομαι και σιωπώ, ενώ παλιότερα μπορεί και να ούρλιαζα ή να αντιδρούσα. Τώρα, επειδή το έχω δοκιμάσει και είναι λίγο μάταιο γι αυτό είμαι πιο συγκαταβατικός και κάνω και οικονομία δυνάμεων.

Βάζετε και λίγο νερό στο κρασί σας;

Ναι, μερικές φορές βάζω νερό στο κρασί.

Η διαδικασία της συγγραφής θα ήταν διαφορετική, αν δεν ζούσατε στη Θεσσαλονίκη και ζούσατε στην Αθήνα;

Εκεί, ίσως, να άλλαζαν κάποιες παράμετροι, αλλά κατ’ ουσία ένας άνθρωπος είναι ίδιος, όπου κι αν είναι, δεν αλλάζει. Πιθανότατα θα είχα άλλες εμπειρίες, θα αντλούσα από διαφορετικό υλικό, αλλά εκείνο που έχει σημασία, όπως είπα και πριν, είναι ο πυρήνας του συγγραφέα, ο ιστορικός του πυρήνας, ο οποίος πάλι δρα επιλεκτικά από τον περίγυρο και από εκεί θα επιλέξει πάλι εκείνα που του ταιριάζουν.

Τα ιστορικά μυθιστορήματα τα τελευταία χρόνια αυξάνονται, είναι και λίγο συγγραφική μόδα;

Δεν ξέρω. Ουσιαστικά πάντα γράφανε οι άνθρωποι μυθιστορήματα και όλα τα μυθιστορήματα ιστορικά είναι. Αν γράψω ένα μυθιστόρημα για το τώρα, θέλω πέντε χρόνια. Μέχρι να το τελειώσω, πάλι ιστορικό μυθιστόρημα είναι. Σε πέντε χρόνια πάλι ιστορικό είναι. Δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα η οποία να είναι ισοϋψής. Δηλαδή, αν περιγράψω μια πραγματικότητα ενός χωριού της Λακωνίας, τώρα, είναι μια πραγματικότητα του ‘80. Είναι άλλη η πραγματικότητα της Αθήνας σήμερα και άλλη η πραγματικότητα της Κομοτηνής. Δεν υπάρχει μια ενιαία πραγματικότητα. Ο χρόνος και ο τόπος δεν παίζει κανένα ρόλο, εκείνο που παίζει τεράστιο ρόλο είναι οι αξίες οι οποίες εκλύονται μέσα από ένα έργο. Δεν έχει σημασία αν το τοποθετείς στην Αλεξανδρούπολη, τόσο πολύ ή αν το τοποθετείς στην Κομοτηνή ή στην Ξάνθη.

Ο συγγραφέας θα πρέπει να «μαρτυρά» τον τόπο του;

Ναι, γιατί όχι; Εξάλλου ο τόπος δεν έχει καμία σχέση με τα πραγματολογικά καθ΄ αυτά. Εξαρτάται πόσο πειστικός είναι μέσα στην αφήγηση.

Πνευματικός άνθρωπος είναι ο συγγραφέας;

Έχουν κάποια μικρά κοινά, γιατί ο συγγραφέας ανιχνεύει την πραγματικότητα, την συνθέτει, καταθέτει ένα έργο το οποίο είναι αυθύπαρκτο, δεν την αναλύει.

Αποδέχεστε τον όρο «διανοούμενος»;

Θα μπορούσαμε να το πούμε συμβολικά για να συνεννοούμαστε. Όχι, ότι σημαίνει και κάτι κατ΄ ουσία. Όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, άλλος σκέφτεται παραπάνω, μπορεί να σκέφτεται και λάθος, μπορεί να σκέφτεται και στρεβλά. Δεν είναι αξιακός όρος. Υπάρχουν και καλά βιβλία και κακά βιβλία και καλοί διανοούμενοι και κακοί διανοούμενοι. Βγαίνουν εκατό βιβλία και από αυτά αξίζουν τα δέκα.

Υπάρχει αυτή την περίοδο κάτι που σας θυμώνει; Αυτή την ιστορία της «35χρονης» πώς την ζείτε;

Είναι μια εξοργιστική, ενοχλητική ιστορία, πικρή ιστορία και κατ’ ουσίαν ασήμαντη.

Γιατί διογκώθηκε τόσο;

Διογκώθηκε γιατί δεν είχε προκύψει ακόμη το Κόσοβο ή το Σκοπιανό. Όταν προέκυψαν αυτά αμέσως πέρασε σε τρίτη μοίρα. Μπορεί να υπάρχει ένα θέμα για να έχει τηλεθέαση ο κ. «Λιάτσος», όλοι οι δημοσιογράφοι, περισσότερο ή λιγότερο. Φαίνεται συχνά ότι ασχολούμαστε με κάτι που είναι τρίτης κατηγορίας, ενώ είναι άλλα τα σοβαρά.

Υποκρύπτει αυτό προσπάθεια να περάσουν κάποια άλλα ζητήματα απαρατήρητα;

Πολλά μπορεί να υποκρύψει κάθε φορά, από αποπροσανατολισμό, από αμηχανία, από διόγκωση θέματος για τηλεθέαση, είναι πολλά στη μέση…

Η δημοσιογραφία για σας τι είναι;

Η δημοσιογραφία είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Έχει ένα ρόλο αντανάκλασης της πραγματικότητας με την έννοια της είδησης, αλλά έχει και ένα ρόλο παρεμβατικό. Νομίζω ότι ο ρόλός της πρέπει να είναι η διάθεση να προσεγγίσεις την αλήθεια, κάτι που είναι απροσπέλαστο κατ΄ ουσία, αλλά στο βαθμό που μπορεί να το πράξει αφ΄ ενός και αφετέρου με γνώμονα κάποια αξιακή ιεραρχία, να δρα παρεμβατικά στον τόπό της και στον κόσμο και να μπορεί να «διορθώνει» κάποια κακώς κείμενα ή κάποια κακώς γενόμενα στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, αυτός είναι ο ρόλος της δημοσιογραφίας, δεν είναι ο ρόλός της να στρεβλώνει και να στηρίζει προκαταλήψεις ή το ένα ή το άλλο, πρέπει να προσπαθεί στο βαθμό που μπορεί να είναι πιο μετριοπαθής. Να μην είμαστε τόσο φανατικοί, τόσο καθηλωμένοι, να προσπαθούμε λίγο να ακούσουμε και τι λέει και ο άλλος.

Αν σας ζητούσαν να επιλέξετε ανάμεσα στη συγγραφή και στη δημοσιογραφία;

Πρέπει να πω ότι είμαι συγγραφέας, η «αρρώστια», το πάθος είναι η λογοτεχνία, αλλά αγαπάω εξίσου και τη δημοσιογραφία. Αν μπω σ’ αυτό το τραγικό δίλημμα δεν ξέρω τι θα κάνω, προφανώς θα προτιμούσα τη λογοτεχνία με την έννοια ότι η λογοτεχνία διαρκεί, ενώ η δημοσιογραφία είναι εφήμερη.

«Το πολιτικό σύστημα κλυδωνίζεται» γράφεται συχνά. Τι τελικά συμβαίνει;

Τίποτα δεν θα συμβεί. Στο πλαίσιο της Ε.Ε. δεν μπορεί να συμβεί τίποτα, ούτε πραξικόπημα ούτε επανάσταση συνεχώς θα αποσυντίθεται, όπως το βλέπετε, και θα ανακυκλώνεται η ιστορία με τη διάβρωση, με τη διαφθορά και με την ανικανότητα και πολλές φορές και με τις εξαιρέσεις λίγων λαμπρών ανθρώπων.

Και στην αριστερά, ο ρόλος που της δίνεται είναι φαινόμενο της στιγμής, αναφέρομαι στην εκλογή Τσίπρα;

Είναι ένα φαινόμενο από κάθε άποψη ενθαρρυντικό, με την έννοια ότι θα δημιουργήσει μια ταραχή στα κόμματα και θα πασκίσουν και αυτά κάπως να ανανεωθούν, να ξεφύγουν. Αν και πιστεύω ότι η ουσία της ανανέωσης βρίσκεται στους νέους διανοούμενος. Η νεότητα και η φρεσκάδα προκύπτει από την νέα όραση που δημιουργούν οι μεγάλοι νέοι διανοούμενοι, όπως έγινε με τον Γκράμσι και τον ευρωκομμουνισμό, δεν έγινε επειδή πήραν έναν νεαρό γραμματέα στην Ιταλία, αλλά επειδή προϋπήρχε ο Γκράμσι με τα κείμενά του που δημιούργησε τη νέα αντίληψη. Εάν δεν υπάρχει μια νέα αντίληψη και στον ΣΥΝ, για παράδειγμα, πώς θα αντιμετωπίσει το οικονομικό θέμα; Τι θα κάνει; Κολχόζ ή καπιταλισμό; Υπάρχει ένας άλλος δρόμος; Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι που θα μας πουν ότι αυτό μπορεί να συμβεί; Υπάρχει μια ανανέωση των προσώπων, αλλά το βαθύτερο της ανανέωσης δεν μπορεί να επιτευχθεί πουθενά γιατί δεν υπάρχουν τα μεγάλα πνεύματα να δημιουργήσουν μια νέα αριστερά προσαρμοσμένη στα μελλοφανή και όχι στα τωρινά, να οσφρανθεί τι μέλει γενέσθαι; Τι επέρχεται; Δεν μπορεί ακόμη να επικαλούνται τα εργαλεία του Μαρξ, κάποια μπορεί να ισχύουν, αλλά εδώ αλλάζουν όλα ιλιγγιωδώς. Ποιοι θα διατυπώσουν τη νέα αντίληψη; Όταν την διατυπώσουν, τότε θα προκύψει μια νέα φρεσκάδα και μια βαθιά ανανέωση και στην αριστερά.

Το καινούργιο βιβλίο σας βρίσκεται στη φάση της ανίχνευσης;

Ναι, είναι πολύ νωρίς. Αναφέρεται στο τώρα, στον υπόκοσμο, στην πολιτική και κοινωνική διαφθορά της Μακεδονίας και της Θράκης, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Γράφω για τη μαφία, την πορνεία, το λαθρεμπόριο, τα ναρκωτικά, την πολιτική διαπλοκή. Θα είναι ένας καθρέφτης του εαυτού μας.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.