Ο φιλελευθερος και δημοκρατικος χαρακτηρας των Συνταγματων της Εθνικης Παλιγγενεσιας

Την ομιλία του καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κατά τη διάρκεια της 6ης εκδήλωσης της σειράς «Μορφωτικές συναντήσεις 2007-2008» που οργάνωσε την προηγούμενη εβδομάδα ο Μορφωτικός Όμιλος Κομοτηνής φιλοξενεί σήμερα ο Παρατηρητής της Θράκης. Στην ομιλία του ο κ. Μηναϊδης κατέδειξε τον φιλελεύθερο και δημοκρατικό χαρακτήρα των συνταγμάτων, που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, κάνοντας αναφορά στην ιστορία ψήφισής τους καθώς και στο σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στην κατοχύρωση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών την εποχή εκείνη.

«1. Ο Ελληνισμός, ως οντότητα, ιδέα και πραγματικότητα κατόρθωσε, με πρωτοστάτες την πολιτιστική του παράδοση, τις δημοκρατικές του αρχές, τη θρησκεία και την αντιστασιακή του ιδεολογία, να ανακτήσει την εθνική αυτοσυνειδησία και ενότητά του, παρά τις πολύπτυχες ανασχέσεις στην ιστορική-εξελικτική του πορεία, ιδίως κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής.

Ειδικότερα, το ιδανικό της ελευθερίας, υπήρξε συστατικό στοιχείο όλων των θεωρητικών εκδοχών και των πρακτικών μεθοδεύσεων για την κυριάρχηση της νεοελληνικής επαναστατικής ιδεολογίας. Συγκεκριμένα, συναντάται τόσο ως ένοπλη αντιστασιακή νοοτροπία στις κοινωνίες των ορεσίβιων κλεφτών και αρματωλών, όσο και ως παιδαγωγική λειτουργία του νεοελληνικού Διαφωτισμού, που εκδηλώνεται με αποκλειστική επιδίωξη την πνευματική καλλιέργεια και την εθνική αφύπνιση των υποδούλων. Στόχος της ελευθερίας υπήρξε, αρχικά, η αμφισβήτηση και βαθμιαία η αποσύνθεση της κυρίαρχης συντηρητικής ιδεολογίας του οθωμανικού κράτους, μέσω της πνευματικής, πολιτικής, εθνικής και ηθικοπλαστικής γαλούχησης των υποτελών καθώς και η πρόταση της θεσμικής υλοποίησης μιας φιλελεύθερης και δημοκρατικής ιδεολογίας. Περαιτέρω, και σε δεύτερο στάδιο, επιδιώχθηκε η καθολική (μέχρις εσχάτων) ένοπλη αντίσταση απέναντι στην πολιτική και κοινωνική οργάνωση του επικυρίαρχου με σκοπό την εγκαθίδρυση μιας αυτοπροσδιοριζόμενης ελληνικής πολιτείας, θεμελιωμένης στις δημοκρατικές αρχές.

Η υλοποίηση όμως των στόχων αυτών, που διερχόταν μέσα από δυσεπίλυτα προβλήματα, φάνταζε, εκ πρώτης όψεως, μακροπρόθεσμη και δυσχερής. Η μακρόχρονη τουρκική κατοχή, οι ανασχέσεις του Διευθυντηρίου των κυρίαρχων ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι σε κάθε εθνική (ή κοινωνική) επαναστατική πρωτοβουλία, οι έντονες αντιπαραθέσεις των ελλήνων πολιτικών με τους στρατιωτικούς, η δεινή οικονομική κατάσταση του ελληνικού λαού και η έλλειψη σαφούς και κοινά αποδεκτού προσανατολισμού ως προς τη μορφή του νέου πολιτεύματος υπονόμευαν την ομαλή εξέλιξη του Αγώνα και την ομοψυχία των συντελεστών του.

Παρά τους αιματηρούς αγώνες για την πολυπόθητη εθνική ελευθερία και τη συμπάθεια της διεθνούς κοινής γνώμης στους αγωνιζομένους, ωστόσο η μορφή και οι δομές του νέου πολιτειακού μορφώματος παρέμειναν το απώτατο ζητούμενο. Η στασιμότητα, όμως, του ζητήματος αυτού, πέρα από την αρνητική συμβολή του στην πραγμάτωση του πρωταρχικού στόχου, που ήταν η εθνική ανεξαρτησία, παρείχε το έναυσμα μιας νέας εξωτερικής επέμβασης, αυτή τη φορά από τα κυρίαρχα Ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία προτάσσοντας ως αιτιολογικό των πρωτοβουλιών τους την απειρία και την αδυναμία των νεοελλήνων να αυτοκυβερνηθούν, επαρκώς, επιδίωκαν να εντάξουν το υπό σύσταση κράτος στη σφαίρα επιρροής τους.

2. Το Σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα υπήρξε ο πρώτος θεσμικός οραματισμός μιας ενιαίας ελληνικής Πολιτείας θεμελιωμένης στο επαναστατικό τρίπτυχο «ελευθερία – ισοτιμία – αδελφοσύνη», καθώς και στη θεμελιώδη αρχή της λαϊκής κυριαρχίας την οποία θα εξέφραζαν όλοι οι υπόδουλοι λαοί της οθωμανικής κυριαρχίας, ασχέτως γλωσσικών, θρησκευτικών, κοινωνικών ή πολιτιστικών διαφοροποιήσεων. Η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου θα είχε, αποκλειστικά, παιδαγωγικό χαρακτήρα, συνιστάμενο στη διδαχή των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών και αξιών, που διατυπώθηκαν από τους αρχαίους έλληνες πολιτικούς φιλοσόφους και τους εκπροσώπους του γαλλικού διαφωτισμού και ενσωματώθηκαν στο Αμερικανικό Σύνταγμα καθώς και στα πρώτα Γαλλικά Συντάγματα.

Δυστυχώς, τα Τοπικά Πολιτεύματα («Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας», «Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», «Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος»), που επακολούθησαν, δεν πρόβαλλαν ως ιδανικό τους την ενιαία Ελληνική Πολιτεία. Το τοπικιστικό πνεύμα και οι έντονες κοινωνικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των υποτελών Ελλήνων κατέληγαν συνειδητά ή ασυνείδητα στην επιλογή διαφόρων –διαμετρικά αντίθετων- μορφών πολιτειακής οργάνωσης. Η παγίωση κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων, τις οποίες ανεχόταν το οθωμανικό διοικητικό σύστημα, με τη μορφή της κοινοτικής αυτονομίας, συνετέλεσε βαθμιαία στην ανάδειξη φιλόδοξων τοπικών ηγεσιών (λ.χ. κοτσαμπάσηδων, προυχόντων κ.ά.), οι οποίες κατέχοντας την οικονομική και κοινωνική υπεροχή, διεκδικούσαν και την πρωτοκαθεδρία στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας κάθε περιοχής, ΄Ηταν επόμενο, λοιπόν, οι ομάδες αυτές να προσανατολίζονται στην ίδρυση αυτόνομων ή τουλάχιστον ημιαυτόνομων, πάντως, διάσπαρτων ελληνικών κρατιδίων με έντονο πολυαρχικό χαρακτήρα ή σε μια ομοσπονδιακή μορφή ενιαίου κράτους με χαλαρούς συνεκτικούς δεσμούς.

3. Με τη λήξη του 1821, ήταν κοινή, πλέον, η πεποίθηση και επιτακτική η ανάγκη για άμεση σύγκληση ενιαίας Εθνικής Συνέλευσης.

Προϊόν των σχετικών προσπαθειών -στις οποίες πρωτοστατούσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος λόγω των ηγετικών του ικανοτήτων αλλά και της αποδοχής του από τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών της Συνέλευσης-, υπήρξε η ψήφιση δύο Συνταγμάτων: της Επιδαύρου (1822) και του ΄Αστρους της Κυνουρίας (1823).

Τα χαρακτηριστικά των εν λόγω Συνταγμάτων υπήρξαν, ιδίως, τα εξής:

α) Η θεμελιώδης διαρθρωτική αρχή της διάκρισης των κρατικών εξουσιών.

β) Το αντιπροσωπευτικό σύστημα, θεμελιωμένο στην ύπαρξη της μιας Βουλής.

γ) Η συλλογική μορφή του επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας κρατικού οργάνου.

δ) το ενιαύσιο της θητείας του Βουλευτικού και Εκτελεστικού Σώματος.

ε) Η καθιέρωση της θεμελιώδους αρχής της ισότητας.

στ) Η κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων, όπως η ζωή, η τιμή, η ασφάλεια, η θρησκευτική ελευθερία, η ιδιοκτησία, η απαγόρευση των βασανιστηρίων και της δήμευσης περιουσιών.


Σημαντικό έργο των παραπάνω Εθνοσυνελεύσεων υπήρξε και η, βαθμιαία, άμβλυνση της πολιτικής ισχύος των τοπικών Διοικήσεων και Οργανισμών, των οποίων η ύπαρξη θα προκαλούσε ενδεχόμενη σύγχυση σχετικά με την κυρίαρχη πηγή και τον πραγματικό φορέα των κρατικών εξουσιών και θα παρακώλυε το έργο της ενιαίας Κυβέρνησης. Η σχετική προσπάθεια αναδείχθηκε στην πράξη η πιο δύσκολη παράμετρος για τη δημιουργία ενός αρραγούς εθνικού μετώπου, γιατί οι τοπικοί Πολιτειακοί Οργανισμοί συντηρούσαν πεισματικά το πνεύμα του απειθάρχητου τοπικισμού, απέναντι στην ενιαία κρατική εξουσία.

Σημειωτέον, ότι στα Συντάγματα προτάσσεται ο παραπειστικός χαρακτηρισμός «προσωρινόν», ο οποίος αποσκοπούσε στην άμβλυνση των τυχόν δυσμενών εντυπώσεων που θα προκαλούσε η δημοκρατική προοπτική της υπό ίδρυση Ελληνικής Πολιτείας στην μοναρχοκρατούμενη Ευρώπη.

Πάντως, από το σύστημα των διατάξεών τους, πρόδηλο καθίσταται ότι τα Συντάγματα της Επιδαύρου και του ΄Αστρους, απέφευγαν επιμελώς, να αναφερθούν, έστω και υπαινικτικά, σε μελλοντική εγκαθίδρυση μοναρχικού πολιτεύματος ακόμη και με τη μορφή της συνταγματικής μοναρχίας ή της βασιλευομένης δημοκρατίας. Η διακριτική εμπέδωση του αβασίλευτου χαρακτήρα του πολιτεύματος -και μάλιστα ενός λαού, όπως ο ελληνικός, με μακραίωνη ιστορική και πολιτιστική παράδοση στις αρχές της ελευθερίας και της δημοκρατίας-, υπήρξε ένα πρόσθετο δυσχερές εγχείρημα της κεντρικής Κυβέρνησης στην προσπάθεια διεθνούς αναγνώρισης της νεοσύστατης κρατικής οντότητας.

Τα αρνητικά στοιχεία του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος επικεντρώνονται, ιδίως:

α) Στην ισοδυναμία Βουλευτικού και Εκτελεστικού, που είχε ως συνέπεια την υπολειτουργία της νομοθετικής εξουσίας στις περιπτώσεις ασυμφωνίας των δύο Σωμάτων.

β) στον πολυμελή χαρακτήρα του Εκτελεστικού Σώματος, του οποίου οι αποφάσεις προϋπέθεταν τη διαμόρφωση διαλεκτικών ισορροπιών και

γ) στον ενιαύσιο χαρακτήρα των ανωτέρω Σωμάτων, που δεν παρείχε περιθώρια ικανού χρόνου για την άσκηση μεσοπρόθεσμης, έστω, πολιτικής.

Ανεξάρτητα, όμως από τις επικρίσεις επιφανών δημοσιολόγων, αναφορικά με τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα των πρώτων Συνταγματικών κειμένων καθώς και την ανταπόκρισή τους στις προσδοκίες και τις ανάγκες του αγωνιζόμενου Ελληνικού λαού, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι η ψήφιση ενιαίου πολιτεύματος –λίγους μόλις μήνες μετά τον ένοπλο εθνικό ξεσηκωμό και κάτω από αντίξοες συνθήκες- σφράγισε τη πορεία της διαμόρφωσης του πρώτου κυρίαρχου ελληνικού κράτους.

4. Παρά την ισχυροποίηση, όμως, των πολιτικής ηγεσίας, που εγκαθίδρυσε πολίτευμα ενιαίας κεντρικής εξουσίας, δεν εξέλιπαν οι θύλακες των τοπικών ολιγαρχιών, που διεκδικούσαν την επανασύσταση ή τη βιωσιμότητα διάσπαρτων ολιγαρχικών πολιτευμάτων, προβάλλοντας ως αιτιολογικό την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των πολεμικών αναγκών υπό την ηγεσία και την οικονομική ενίσχυση των οικείων προυχόντων.

Απόρροια της νέας αμφισβήτησης της κεντρικής εξουσίας υπήρξε η ψήφιση του Συντάγματος του ΄Αστρους της Κυνουρίας (1823). Το αναθεωρημένο Σύνταγμα διέφερε από το αντίστοιχο της Επιδαύρου στα εξής σημεία:

α) Αποδυνάμωνε το Εκτελεστικό Σώμα, μετουσιώνοντας το δικαίωμα της απόλυτης αρνησικυρίας του στα νομοσχέδιο που ψήφιζε το Βουλευτικό σε αναβλητικής αρνησικυρίας. Επίσης, με ειδικό ψήφισμα του αφαιρούσε την αποκλειστική δυνατότητα διορισμού και παύσης των Επάρχων.

β) Καταργούσε, παντελώς, τις τοπικές δυνάμεις, πλήττοντας καίρια και οριστικά το πνεύμα του τοπικισμού προς όφελος της κρατικής ενότητας του έθνους.

γ) Απαγόρευε ρητά τον θεσμό της δουλείας, ενώ καθιέρωνε την ελευθερία του τύπου, το δικαίωμα του αναφέρεσθαι στις αρχές, το δικαίωμα του νόμιμου δικαστή και την προσωπική ελευθερία και ασφάλεια απέναντι στις αυθαίρετες συλλήψεις.

δ) διεύρυνε την προστασία της τιμής, της ασφάλειας και της ιδιοκτησίας και υπέρ των διαμενόντων στην Ελλάδα αλλοδαπών και

ε) καθιέρωνε τη δημοσιότητα των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων.


Ωστόσο, παρά τη θέσπιση πρότυπων Συνταγμάτων, όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα ευρωπαϊκά πολιτικά δεδομένα, η υποβόσκουσα διαμάχη Βουλευτικού-Εκτελεστικού για τη νομή της εξουσίας και η οξύτατη αντιπαράθεση της πρόσκαιρης συμμαχίας προκρίτων και πολιτικών απέναντι

στους στρατιωτικούς οδήγησε μοιραία στη διάσπαση του Αγώνα, την άμβλυνση της αγωνιστικότητας του λαού και την ενθάρρυνση του τούρκων να επανακάμψουν στις απωλεσθείσες γι’ αυτούς περιοχές. ΄Ετσι, στις αρχές του 1824, η υπόδουλη Ελλάδα βρέθηκε στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου με δύο, ουσιαστικά, πόλους εξουσίας. Η τελική σύγκρουση απετράπη το καλοκαίρι του ίδιου έτους.

5. Το διασπαστικό πνεύμα, όμως, που κυριαρχούσε μεταξύ των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με συνήθεις μεθοδεύσεις την υπονόμευση και αποδυνάμωση του αντιπάλου και αποκορύφωμα τους το ασίγαστο και παλίνδρομο πάθος της εμφύλιας σύρραξης, είχε δυσμενή επίπτωση τόσο στην αρραγή δόμηση της εθνικής ομοψυχίας όσο και στην ανάγκη των Ελλήνων να πεισθούν αλλά και να πείσουν, για την ανάγκη και τις δυνατότητές τους να αυτοπροσδιορισθούν πολιτικά.

Ο λαός, εθισμένος στην άγνοια των τεκταινομένων αλλά και στην αδυναμία του –λόγω ανεπαρκούς πολιτικής παιδείας- να αξιολογήσει τις παραταξιακές επιλογές παρέμεινε, συνήθως, περιθωριοποιημένος, περιοριζόμενος στην υποβολή παραπόνων στις αρχές, στην αποστασιοποίησή του από τα κοινά ή στην έντονη δυσπιστία του απέναντι στους πρωτοστάτες ανάλογων μεθοδεύσεων.

Η κλιμάκωση, όμως, των πολιτικών αντιπαραθέσεων δεν είχε δυσμενή επίπτωση μόνο στο επίπεδο της ενημέρωσης και της συμμετοχικής αξίωσης του ελληνικού λαού, αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Ιδίως, σε μια περίοδο που ο ελληνικός λαός χρειαζόταν τη διεθνή αναγνώριση της κρατικής του υπόστασης ως καταλυτικό στοιχείο για την εξασφάλιση της εθνικής του αυθυπαρξίας αλλά και για την αποτροπή μιας νέας τουρκική επιβουλής.

Χαρακτηριστική, αναφορικά με την εκτίμηση των παραπάνω γεγονότων από τους ευρωπαίους ηγέτες, είναι η επισήμανση του Γκεόργκ Λούντβιχ Μάουρερ (= συμπράττοντος στην τριμελή Επιτροπή Αντιβασιλείας του ΄Οθωνα). Συγκεκριμένα, στο έργο του, με τίτλο «Ο Ελληνικός Λαός», ο Μάουρερ παρατηρεί μεταξύ άλλων: «΄Οσο οι οπλαρχηγοί και οι κοτσαμπάσηδες ήταν μονιασμένοι, ο τόπος είχε ησυχία. Μόλις διαφωνούσαν η Ελλάδα γινόταν ανάστατη, έμπαιναν μπρος οι εθνοσυνελεύσεις για να δικαιολογηθούν οι ταραχές ή για να καταλάβει την εξουσία το ισχυρότερο κόμμα».


Το ανωτέρω παράθεμα καταδεικνύει, ότι –για τους ευρωπαίους ηγέτες- η σύγκληση Εθνικών Συνελεύσεων από τους παραστάτες του Ελληνικού λαού δεν αποσκοπούσε στην πολιτική και κοινωμική του του αυτοοργάνωση, αλλά απέβλεπε είτε στον αποπροσανατολισμό του Εκλογικού Σώματος από τα ουσιαστικά και επείγοντα προβλήματά του ή σε μια έντεχνη μεθόδευση, με επίφαση δημοκρατικής νομιμότητας, για την κατίσχυση του εκάστοτε ισχυροτέρου.

Συνεπώς, και η δημοκρατική μορφή των πολιτευμάτων που επέλεξε ο ελληνικός λαός, στα Συντάγματα της Επιδαύρου και του ΄Αστρους, κατά τον Μάουρερ, είτε δεν ήταν απόρροια της πολιτικής του βούλησης αλλά προϊόν μαζικής υποβολής του εκ μέρους των πολιτικών, είτε δεν προσιδίαζε σ’ αυτόν, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της πολιτειακής του οργάνωσης. ΄Αρα, ανέκυπτε, ευσχήμως, ως καίριο το εξής ερώτημα: μήπως για τη βιωσιμότητα του νέου και αδύναμου Ελληνικού κρατιδίου χρειαζόταν η σωστική παρείσφρυση των «προστάτιδων» (και όχι, απλώς, «μεγάλων») Δυνάμεων, ουσιαστικά ο ετεροπροσδιορισμός της πολιτειακής του βούλησης;

Αρκετά πειστική και εξίσου ρεαλιστική κρίνεται και η απεικόνιση του πολιτικού χάρτη των φατριών της Επανάστασης από τους παρατηρητές του Μέτερνιχ. Ειδικότερα, οι ανωτέρω εκτιμούσαν ότι οι διαφωνίες των πολιτικών παρατάξεων επικεντρώνονταν, ιδίως στη δομή και στους φορείς της πολιτειακής οργάνωσης καθώς και στη νομή της πολιτικής εξουσίας. Οι αρχές, που διέκριναν το προσδιοριζόμενο ως «Δημοκρατικό» κόμμα –που είχε και τη μεγαλύτερη απήχηση στο Εκλογικό Σώμα- ήσαν, ιδίως, η (κατά τα πρότυπα του Αμερικανικού και των Γαλλικών Συνταγμάτων) ισότητα των πολιτών στα θεμελιώδη δικαιώματά τους, η κατίσχυση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, η θέσπιση αυστηρών Συνταγμάτων, η ανάδειξη των βουλευτών μέσα από δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες και η κατοχύρωση της ελευθερίας του τύπου. Ενώ, το «Ολιγαρχικό» κόμμα, που εκπροσωπούσε τους παραδοσιακούς κοτζαμπάσηδες και προύχοντες είχε ταχθεί, εξαρχής, κατά της ενιαίας κεντρικής εξουσίας και υπέρ της θέσπισης κανόνων δικαίου εδραιωμένων στα ήθη και έθιμα του ελληνικού λαού και στο κοινοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης, που αναπτύχθηκε επί τουρκοκρατίας.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, η συστηματική παρέμβαση των ευρωπαϊκών κρατών γίνεται αισθητή με τη δημιουργία των, αντίστοιχων προς τις «προστάτιδες» δυνάμεις, κομμάτων «φιλοαγγλικού», «φιλογαλλικού» και «φιλορωσικού» προσανατολισμού.

6. Η τελευταία «περίοδος χάριτος» για την αυτοκυβέρνηση των Ελλήνων αναγνωρίστηκε, ουσιαστικά, με την ψήφιση του Συντάγματος της Τροιζήνας, το 1827.

Το σημαντικότερο ζήτημα που αναδείχθηκε στη νέα Συντακτική Συνέλευση υπήρξε ο μονοπρόσωπος ή συλλογικός χαρακτήρας του αρχηγού του Κράτους, αλλά και ο καθορισμός του πρώτου φορέα του εν λόγω πολιτειακού αξιώματος. Η δυσμενής εμπειρία από τη λειτουργία του συλλογικού Εκτελεστικού οργάνου –στα Συντάγματα της Επιδαύρου και του ΄Αστρους-, που αδυνατούσε να διαμορφώσει γρήγορες και ουσιαστικές αποφάσεις για σημαντικά πολιτικά ζητήματα, οδήγησε τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης στην ομόφωνη επιλογή του μονοπρόσωπου χαρακτήρα του οργάνου. Ενώ, ως πρώτος φορέας του, με τον τίτλο «Κυβερνήτης της Ελλάδος», εξελέγη ο έμπειρος διπλωμάτης και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας Ιωάννης Καποδίστριας.

Οι σημαντικότερες διατάξεις του νέου Συντάγματος, οι οποίες προσαρμόστηκαν στην αναπτυχθείσα προκριματική επιλογή, ήσαν οι εξής:

α) Καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η δημοκρατική αρχή, ως αρχή της «εθνικής κυριαρχίας». Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, η οποιαδήποτε εξουσία (συντακτική ή συντεταγμένη) δεν αρκούσε να πηγάζει από το έθνος (ταυτιζόμενο με τον λαό) αλλά όφειλε και να ασκείται υπέρ αυτού.

β) η νομοθετική εξουσία ανήκε, αποκλειστικά, στο Σώμα της Εθνικής Αντιπροσωπείας, με την επωνυμία Βουλή, η οποία θα εκλεγόταν για τρία χρόνια.

γ) η εκτελεστική εξουσία ανατέθηκε αποκλειστικά στον Κυβερνήτη, ο οποίος θα εκλεγόταν για επτά χρόνια.

δ) η δικαστική εξουσία, ασκούμενη από τα δικαστήρια «εν ονόματι του έθνους», καθοριζόταν ως ανεξάρτητη από τις πολιτικές εξουσίες.

ε) η ελληνική επικράτεια αναγνωριζόταν ως μία και αδιαίρετη, αποκλείοντας έτσι την οποιαδήποτε τάση για ομοσπονδιακή δομή του νεοσύστατου κράτους.

στ) ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος επιβεβαιωνόταν και μέσα από τις ειδικότερες διατάξεις του που καθιέρωναν, ρητώς, την ισότητα ενώπιον του νόμου, το προσιτό των δημόσιων λειτουργημάτων σε όλους τους έλληνες, την απαγόρευση της απονομής και αναγνώρισης τίτλων ευγενείας και διάκρισης σε έλληνες πολίτες.

ζ) ενώ, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του Συντάγματος προέκυπτε μέσα από την πληρέστερη προστασία διευρυμένου αριθμού ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων.

η) αξιοσημείωτη, τέλος, κρίνεται η πρόβλεψη ειδικής διάταξης που αναγνωρίζει, ρητώς, την αυξημένη τυπική ισχύ των συνταγματικών κανόνων και τους τοποθετεί στην υπέρτατη βαθμίδα του δικαιϊκού συστήματος.

7. Η επιλογή του Κυβερνήτη, αντί του ηγεμόνα-βασιλιά, στην ανώτατη βαθμίδα της πολιτειακής αρχής, υπήρξε κυριολεκτικά πρωτοποριακή και επιβεβαιώνει τη δημοκρατική ιδεολογία με την οποία είχε διαποτισθεί ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821. Παράλληλα, καταδείκνυε την πρόθεση του Ελληνικού λαού να αυτοκυβερνηθεί με ηγέτη μια προσωπικότητα του Ελληνισμού της διασποράς, η οποία συμπαραστάθηκε ενεργά το αγωνιζόμενο έθνος.

Χαρακτηριστική των πηγαίων αισθημάτων εκτίμησης και θαυμασμού του Ελληνικού λαού στο πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια είναι η παρατιθέμενη αποσπασματική ρήση του Θ. Κολοκοτρώνη, μέλους της Συντακτικής Συνέλευσης του 1827: «΄Ενας πρέπει να είναι ο Κυβερνήτης μας, ο των Νόμων εκτελεστής, και ούτος ανήρ ειδήμων της πολιτικής του φωτισμένου Κόσμου. ΄Ανδρα τοιούτον κατ’ ευχήν, και άνδρα μάλιστα ΄Ελληνα, έμπειρον κατά καλήν τύχην της υψηλής αυτής επιστήμης έχομεν, τον περίφημον Ιωάννην Καποδίστριαν, του οποίου τας ειρημένας υπεροχικάς αρετάς κανείς δεν ηγνόει. Δυνάμεθα λοιπόν επίσης να τον μεταχειρισθώμεν επί τούτω (…)».


Την ανάγκη, εξάλλου, της εθνικής ομοψυχίας για την ευόδωση του έργου των νέων αρχών επεσήμανε ο Πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης:

«΄Ελληνες (…). Το νέον Πολίτευμά Σας ωνομάσθη Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος. Δι’ αυτού ιδρύονται και καθιερούνται τα δίκαιά σας. Τρεις δ’ εξουσίαι, η Βουλή, ο Κυβερνήτης και το Δικανικόν, εμπιστεύονται και ενεργούσι την Κυριαρχία Σας (…). Αλλά ούτε οι καλοί νόμοι, ούτε το είδος της Κυβερνήσεως, ούτε των Κριτηρίων η σύστασις, ούτε ο Διοργανισμός του Ναυτικού και του Στρατιωτικού, ούτε η συνδρομή των διαληφθέντων ανδρών αρκούσιν εις το να μας απαλλάξουν από τον επικείμενον κίνδυνον. Απαιτείται προ πάντων η προς αλλήλους αγάπη, η θέλησις απάντων και η αμοιβαία συνδρομή, διά να φθάσωμεν εις τον οποίον προτιθέμεθα σκοπόν. Ελληνες, η εξέλιξις των πραγμάτων μας απέδειξαν ότι, όταν το θελήσωμεν, διακαώς, δυνάμεθα να νικήσωμεν (…)».

8. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας, υπήρξε προϊόν ισόρροπων συσχετισμών μεταξύ των αντιμαχομένων, που διαμορφώθηκαν από την πολιτική εμπειρία, η οποία αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων, της Επιδαύρου και του ΄Αστρους.

Ειδικότερα, το σύστημα των διατάξεών του κατόρθωνε να συγκεράσει, κατά τρόπο θαυμαστό, αφενός την ανάγκη της οργάνωσης και λειτουργίας μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, -και μάλιστα σε μια περίοδο ιδιαίτερα δυσχερή για την έκβαση του εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα- και αφετέρου τη λειτουργικότητα φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών.

Ωστόσο, οι προσδοκίες του Ελληνικού λαού για βιωσιμότητα της παραπάνω συνύπαρξης επρόκειτο σύντομα να διαψευσθούν. Γιατί, προκειμένου να καταστεί ουσιαστική αυτή η σχέση έπρεπε η κεντρική εξουσία να επιδείξει έργο άμεσο και αποτελεσματικό, παρότι δεν υπήρχαν οι στοιχειώδεις υλικοτεχνικές υποδομές και τα κατάλληλα πρόσωπα για τη λειτουργία μιας ευνομούμενης Πολιτείας και οι αντίπαλες προς τον Κυβερνήτη πολιτικές ομάδες καραδοκούσαν να του καταλογίσουν, άκριτα, ανικανότητα διαχείρισης των κοινών.

Με την έλευσή του στην Ελλάδα, ο Κυβερνήτης πρότεινε και η Συντακτική Συνέλευση αποδέχθηκε την αυτοκατάργησή της καθώς και την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας. Την προσωρινή του αποδέσμευση από τον υπέρτατο νόμο της Πολιτείας, που ήταν απόφαση άκρατου ρεαλισμού και υψίστης διακινδύνευσης, ο Καποδίστριας τεκμηρίωσε στην «ανάγκη σωτηρίας του ΄Εθνους», την οποία χαρακτήρισε «υπέρτατον πάντων νόμον».

Είναι δυσχερές -στα δεσμευτικά πλαίσια του χρόνου μιας ολιγόλεπτης ομιλίας- να αποτιμηθεί, λεπτομερώς, το έργο του Καποδίστρια. Θα ήταν, όμως, εξίσου ατυχές να μην εξαρθεί, τουλάχιστον επιγραμματικά και επιλεκτικά, η καταλυτική συμβολή του στην ανασυγκρότηση και οργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, στην εξασφάλιση των συνόρων του, στην παγίωση της εθνικής ανεξαρτησίας και στη διεθνή αναγνώριση της Ελλάδας ως αυτοδύναμης κρατικής οντότητας. Ωστόσο, οι κρίσεις των ιστορικών διχάζονται σχετικά με την δυνατότητα ή μη εφαρμογής των φιλελεύθερων και δημοκρατικών εξαγγελιών του Συντάγματος της Τροιζήνας καθώς και τα περιθώρια της υποκατάστασής τους από εξωθεσμικές μεθοδεύσεις, έστω και εν ονόματι «των δεινών περιστάσεων της Πατρίδος».

Ο ίδιος, πάντως, ήταν απόλυτα ειλικρινής για τις επικείμενες θέσεις και προθέσεις του. ΄Αλλωστε, δεν απέκρυψε ποτέ την πεποίθησή του, ότι: «Ουδείς των μέχρι τούδε εκδοθέντων οργανικών Νόμων ηδύνατο να εφαρμοσθή ένεκα των μεγάλων συμφερόντων εκ των οποίων εφαίνετο ότι εκινήθη η κατασκευή των». Επίσης, εκτιμούσε ότι το πολιτειακό σχήμα που συνέλαβε (δηλαδή, η σύσταση μιας κυρίαρχης νομοθετικής και συγχρόνως εκτελεστικής εξουσίας) θα απέβαινε, μακροπρόθεσμα, επωφελέστερο για την επίτευξη ενός σύγχρονου ελληνικού κράτους δομημένου σε δημοκρατικές αρχές.

9. Το εγχείρημα του Καποδίστρια –παρά τις ευρύτατες αποκλίσεις του από τη δημοκρατική νομιμότητα- εύρισκε ανταπόκριση στη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, η οποία προσέβλεπε σ’ αυτόν τον καταλληλότερο εκφραστή μιας κεντρικής, εθνικής και ενοποιητικής εξουσίας. Η πολιτική, όμως, αυτή προκαλούσε έντονες αντιδράσεις στην τάξη των προυχόντων, ιδίως στην επιδίωξή του να περιορίσει τα οικονομικά και κοινωνικά της προνόμια. Συγκεκριμένα, η συγκεντρωτική πολιτική του ανέτρεπε κατεστημένες και αποκεντρωμένες ισορροπίες –κυρίως στη Μάνη και την ΄Υδρα-, που διαμορφώθηκαν στο κοινοτικό σύστημα επί τουρκοκρατίας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των επιδιώξεών του, η εξουδετέρωσή του, αναδύθηκε αυτονόητα ως ζήτημα ζωτικής σημασίας για τους εκφραστές των ολιγαρχικών συμφερόντων, οι οποίοι με την ψευδεπίγραφη αυτοαναγόρευσή τους σε «τιμητές της συνταγματικής νομιμότητας» και «τυραννοκτόνους» οδηγήθηκαν στον βιολογικό του αφανισμό.

Τη δολοφονία του Καποδίστρια επακολούθησε περίοδος αναρχίας και όξυνσης των πολιτικών παθών.


Με την εξόντωσή του, όμως, εξέλιπε και η τελευταία ελπίδα ανάδειξης μιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, νομιμοποιημένης από τον Λαό, αδέσμευτης, εν πολλοίς, από ξένες επεμβάσεις και ικανής να συγκεράσει συγκρουόμενα συμφέροντα και να οργανώσει με στοιχειώδεις υποδομές ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.

Η εξέλιξη αυτή κατέστησε, εκ νέου, επίκαιρα και τα σχέδια των τριών συμμάχων Αυλών για μεταβολή της μορφής του πολιτεύματος και επιβολή ξενόφερτου ηγεμόνα στην Ελλάδα. Ενώ, η έλλειψη ισχυρών ανασχέσεων –σε προσωπικό ή θεσμικό επίπεδο- επιτάχυνε την υλοποίησή τους. Το αιτιολογικό της αδυναμίας των Ελλήνων να αυτοκυβερνηθούν «ευσταθούσε» όσο ποτέ άλλοτε, και μάλιστα με επιχειρήματα που οι ελληνικές κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες τους είχαν, αφειδώλευτα, χορηγήσει. Και στην κρίσιμη εκείνη στιγμή δεν αναδείχθηκε κανένας ΄Έλληνας πολιτικός ικανός να αντιταχθεί στα σχέδιά τους και να τους διαψεύσει και οι τυχόν υπάρχοντες συμβιβάσθηκαν με τη μοιραία για τα ελληνικά συμφέροντα εξέλιξη.

Κατόπν όλων αυτών των δυσμενών εξελίξεων για τον πολιτικό και πολιτειακό αυτοπροσδιορισμό των Ελλήνων ήταν αναμενόμενη μια λύση, που θα επιβαλλόταν «έξωθεν» και «άνωθεν». Και η «λύση» αυτή -που μεθοδεύθηκε ως «πάγιο αίτημα» του Ελληνικού λαού, ή, τουλάχιστον ως εκχώρηση των κυριαρχικών του δικαιωμάτων για τη διάσωση της εθνικής υπόστασης και της κρατικής του οντότητας-, είχε τη μορφή της απόλυτης μοναρχίας του ΄Οθωνα».

Του ΣΙΜΟΥ ΜΗΝΑΪΔΗ, Καθηγητή Τμήματος Νομικής Δ.Π.Θ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.