Η πολη εκφραζει και εκφραζεται μεσα απο τα συμβολα της
Ένας ηλικιωμένος άντρας γύρω στα 80, παλιός Δεγκτζής (καπνεργάτης) στο επάγγελμα περιπλανιέται μέσα στους χώρους ενός παροπλισμένου καπνομάγαζου, το οποίο σύντομα θα αλλάξει μορφή και λειτουργία. Αναζητώντας τις μνήμες τις δικές του, αναζήτα και εικόνες της Ξάνθης, που χάθηκαν, μέσα από το «βίο» του βιομηχανικού μνημείου. Θα αποτυπώσει τις μνήμες του αυτές σε ένα γράμμα. Παραλήπτης, ο γιος του, αρχιτέκτονας, σε γραφείο αρχιτεκτονικών μελετών, το οποίο έχει αναλάβει τη «μετάλλαξη» του βιομηχανικού μνημείου σε πολιτιστικό κέντρο ποικίλων δραστηριοτήτων… Πρόκειται για την υπόθεση ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ που δημιούργησε η Μαρία Πετρά… Εικόνες από το χθες, το σήμερα, αλλά και το αύριο… Στη θέση του Δεγκτζή, ίσως αύριο να στέκονται οι εργαζόμενοι στις Συνεταιριστικές Μονάδες της Ξάνθης… ή οι εργαζόμενοι σήμερα στα καπνο-χώραφα…
Στη βιομηχανική μνήμη της Ξάνθης επιστρέφει σήμερα το «Εμείς η Πόλις», με αφορμή την χθεσινή κινητοποίηση των εργαζομένων των Συνεταιριστικών Μονάδων στη γέφυρα του Νέστου. Άλλωστε, αν για την πόλη της Αθήνας το σύμβολο είναι ο Παρθενώνας ή για το Παρίσι ο πύργος του Άιφελ, Για την πόλη της Ξάνθης τα σύμβολα της είναι τα καπνομάγαζα, είναι η βιομηχανική μνήμη της…
Μαρία Πετρά, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ: «Είναι εντυπωσιακή η πολιτική και κοινωνική δράση των καπνεργατών της Ξάνθης»
Ένας ηλικιωμένος άνδρας, παλιός καπνεργάτης, είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας σας. Πώς έγινε η επιλογή; Τι σκοπούς εξυπηρετεί το σενάριο;
Πέρα από την περιγραφή των γεγονότων του παρελθόντος, στόχος του ντοκιμαντέρ είναι να θέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η «μνήμη» ενός βιομηχανικού συγκροτήματος εντάσσεται και φιλτράρεται στη συλλογική μνήμη της κοινωνίας, που το περιβάλλει, καθώς επίσης και τους τρόπους και το βαθμό, που αυτή η κοινωνία επιλέγει να επέμβει και να διαχειριστεί τα βιομηχανικά μνημεία, επαναπροσδιορίζοντας έτσι τη σχέση της με αυτά. Υπάρχει μια έμμεση σύγκρουση μεταξύ της βιομηχανικής μνήμης, που αντιπροσωπεύει ο παππούς-δεγκτζής και της τωρινής μνήμης, δηλ. του αρχιτέκτονα γιου του, που… εντάξει μπορεί να έχει πολλές φορές αρκετά «φρου-φρου και αρώματα», αλλά είναι και κάτι που αποστεώνει το κτίριο από την παλιά του μνήμη με έναν τρόπο ωραιοποιημένο. Λέει στο γράμμα του ο παππούς: «Με το βαλες Γιώργη μου το Ρεζί στη γυάλα, για να δω πώς θα το φτιάξεις. Να το δω καλλωπισμένο φρεσκοβαμμένο, να έρχεται ο κόσμος να θαυμάζει. Η τωρινή μνήμη… ας είναι…! Στο γράμμα το δικό σου, Γιώργη μου, προς το δικό σου παιδί μην ντραπείς για τις δικές σου μνήμες. Μην πεις, γιόκα μου, δώκανε κάτι παλιό να το φυλάξω και εγώ το μαγάρισα… Και αν περισσεύει λίγος χώρος, χώρεσε μέσα κει λίγες δικές μου μνήμες… μνήμες Δεγκτζήδων..!».
Η αναζήτηση της προσωπικής μνήμης φαίνεται να περνά μέσα από τις μνήμες και της εικόνες της πόλης, του τόπου;
Πολλές φορές συμβαίνει αυτό. Βέβαια ο πρωταγωνιστής εδώ είναι και εκπρόσωπος μια ευρύτερης συλλογικής μνήμης της πόλης και πιο πολύ της μνήμης των ανθρώπων που έχτισαν την Ξάνθη και αυτοί δεν είναι άλλοι από τους καπνεργάτες.
Επιχειρείτε να αποτυπώσετε τη διαδρομή ενός βιομηχανικού συγκροτήματος καπναποθηκών στην Ξάνθη, σε μια εποχή που εύκολα κατεδαφίζονται και εξίσου εύκολα ανεγείρονται κτίρια…
Πράγματι, αυτό το τελευταίο ειδικά στην Ξάνθη το ζούμε με πολύ έντονους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχεδιασμό η πόλη γκρεμίζεται, επεκτείνεται καθ’ ύψος με έναν τρόπο άναρχο και άπληστο, θα έλεγα γεγονός που έχει επιπτώσεις, κυρίως στους κατοίκους. Δεν ήθελα με το ντοκιμαντέρ να ηθικολογήσω για την κατεδάφιση των πάντων, θα σταθώ όμως στο εξής: τα πράγματα εξελίσσονται, και πρέπει να εξελίσσονται αυτό που αλλάζει και έχει εξίσου μεγάλη σημασία είναι οι τρόποι οι επιλέγουμε να διαχειριστούμε το παρελθόν μας. Πολλοί ξέρουν το ρολόι που υπάρχει στην κεντρική πλατεία της Ξάνθης ως το σύμβολο της πόλης, ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ή θυμούνται ότι αυτό κτίριο υπήρξε κομμάτι ενός ιερού χώρου, ενός μουσουλμανικού τεμένους, που κατά τη διάρκεια του Β΄ του παγκοσμίου πολέμου καταστράφηκε από τους Βουλγάρους. Επομένως, η μνήμη αλλάζει και αλλάζει πολλές φορές με τρόπο δραματικό.
Στις καινούργιες χρήσεις της «Καπναποθήκης Π» δεν υπάρχει αναφορά στο βιομηχανικό παρελθόν του κτιρίου. Το οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό παρελθόν του κτιρίου αποσιωπάται. Πώς το σχολιάζετε και πόσο το ντοκιμαντέρ σας καλύπτει αυτό το κενό;
Από τη μία είναι ακόμα έντονες οι μνήμες του καπνικού παρελθόντος και θεωρούμε αυτονόητο ότι σήμερα «όλοι γνωρίζουν ότι τα κτίρια αυτά ήταν καπνομάγαζα. Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς δεν εγγυάται ότι μετά από τριάντα χρόνια οι επισκέπτες αυτού του κτιρίου θα θυμούνται ή θα γνωρίζουν ότι υπήρξε κάποτε καπνομάγαζο. Κι αυτό ήταν, ένα κτίριο, το οποίο είχε ένα πολύ συγκεκριμένο οικονομικό, πολιτικό, και κοινωνικό περιεχόμενο, δεν ήταν ούτε υπερνομαρχία ούτε γκαλερί ούτε… «παιδική χαρά». Όποτε δεν μπορώ να πω αν αυτή η «αποσιώπηση» γίνεται πάντα εσκεμμένα ή όχι, αλλά ότι γίνεται με λάθος τρόπο, γίνεται. Από την άλλη, θα έλεγα και το εξής: σε πολλές περιπτώσεις στην Ελλάδα επανάχρησης βιομηχανικών χώρων που ανήκαν σε δήμους, πραγματοποιήθηκαν επεμβάσεις ασύμβατες με την ιστορικότητα του χώρου και οι νέες χρήσεις με άστοχη επιλογή υλικών οδήγησαν σε «ωραιοποίηση» και, εν τέλει, αλλοίωση της ταυτότητας και του χαρακτήρα των συγκροτημάτων, στοιχεία που πρέπει να αποτελούν βασικούς στόχους ενός προγράμματος διατήρησης. Όταν δεν ακολουθείται η διεθνής επιστημονική δεοντολογία και πρακτική, οι κίνδυνοι για τη δημιουργία εφήμερων εμπορικών προτύπων, μπορεί να προξενήσουν την καταστροφή και υποβάθμιση των βιομηχανικών μνημείων. Υπάρχει η νοοτροπία «Τα «σώζουμε» με οποιοδήποτε κόστος και οποιαδήποτε λειτουργία». Είναι άλλο πράγμα η αναστήλωση, άλλο η συντήρηση, άλλο η ανακατασκευή. Και, επίσης, νομίζω ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσουμε να κρύβουμε την άγνοια και τη λογική του «να τελειώνουμε γρήγορα και εύκολα» μέσα από το γνωστή δικαιολογία –που όντως υφίσταται- της απουσίας χρημάτων, γιατί έχουμε «δει» όχι λίγες φορές να ξοδεύονται απίστευτα ποσά για έργα που… Η ύπαρξη της Διεθνούς Επιτροπής Προστασίας για τη Διατήρηση της Βιομηχανικής κληρονομιάς ( TICCIH The International Conference for the Conservation of the Industrial Heritage), και η έκδοση από την πλευρά της, ενός πλαισίου γενικών και ειδικών δεοντολογικών και ηθικών αρχών της βιομηχανικής κληρονομιάς έχει παίξει σπουδαίο ρόλο στη διατήρηση της παγκόσμιας βιομηχανικής κληρονομιάς.
Οι μνήμες των Δεγκτζήδων είναι ακόμη ζωντανές;
Δύσκολη ερώτηση. Θα έλεγα δύο πράγματα είναι μια «νεκρή μνήμη», γιατί πλέον δεν υφίσταται το επάγγελμα του Δεγκτζή από την άλλη όμως είναι ακόμα εν ζωή Δεγκτζήδες, όποτε όσο είναι ζωντανοί, θα είναι ζωντανές και οι μνήμες τους. Τώρα όσον αφορά τη διατήρηση αυτού του παρελθόντος στο σήμερα, είναι αναπόφευκτο ότι το μεγαλύτερο κομμάτι θα χαθεί, το ελάχιστο που θα διατηρηθεί θα οφείλεται σε μεμονωμένους ανθρώπους που θ’ αναζητήσουν τις μνήμες. Στην Ξάνθη αυτό τον τόσο σημαντικό ρόλο τον έχουν παίξει άνθρωποι, όπως ο αείμνηστος συγγραφέας Στέφανος Ιωαννίδης- ένα σημαντικό κομμάτι του σεναρίου της ταινίας βασίστηκε στο βιβλίο «“Οι Ντεγκτζήδες και άλλα διηγήματα»- και ο κύριος Θωμάς Εξάρχου, ο οποίος ασχολήθηκε εκτός των άλλων ειδικά με το συγκεκριμένο βιομηχανικό κτίριο, του ντοκιμαντέρ. Δυστυχώς στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστες περιπτώσεις οργανωμένων προσπαθειών καταγραφής της προφορικής και γραπτής ιστορίας. Σε τοπικό επίπεδο θα ήθελα να μνημονεύσω το Ιστορικό Αρχείο και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας, που κάνει εξαιρετική δουλειά καθώς και το Κέντρου Χιακών Μελετών Πελινναίο.
Μελετήσατε δελτία εργασίας καπνεργατών, δίγλωσσες προκηρύξεις καπνεργατών της δεκαετίας του 1930 και διάφορα άλλα έγγραφα. Μπορείτε να μου αναφέρατε κάποιες πληροφορίες που αποκομίσατε από αυτή την προσπάθεια και πραγματικά σας εντυπωσίασαν;
Με εντυπωσίασε η ιστορική και πολιτισμική αξία του μνημείου, ως πηγή πληροφόρησης της παραγωγικής και πολιτικής ιστορίας της πόλης. Το μνημείο αποτελούσε για την πόλη έναν φορέα της οικονομικής, κοινωνικής και πολεοδομικής της ανάπτυξης, Κάτι τέτοιο, βέβαια αποδεικνύεται και με ένα μεγαλύτερο δείγμα εξετάζοντας στο σύνολο τα βιομηχανικά μνημεία της Ξάνθης. Η ιδιαίτερη ιστορική αξία, ωστόσο του συγκεκριμένου βιομηχανικού συγκροτήματος εστιάζεται στη… «συμμετοχή» του στις ιστορικές αλλαγές που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία της πόλης αλλά και γενικότερα της Ελλάδας. Είναι, επίσης, εντυπωσιακή η πολιτική και κοινωνική δράση των καπνεργατών, η προσπάθειά τους να υπερκεράσουν και τις όποιες δικές τους διαφορές κυρίως εθνοτικές και θρησκευτικές. Οι δίγλωσσες προκηρύξεις είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν εξαιρετικά περήφανοι για το επάγγελμα τους και σκληροτράχηλοι με υψηλό βαθμό ταξικής και συνδικαλιστικής συνείδησης και οργανωμένη προβολή των διεκδικήσεων. Το στοιχείο όμως που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι η πολιτιστική δράση των καπνεργατών. Τα σωματεία τους διέθεταν μουσικά τμήματα ανέβαζαν θεατρικές παραστάσεις. Όταν βέβαια οι πηγές δεν αρκούσαν, τότε εφάρμοζαν τις μεθόδους και τις τεχνικές της αρχαιολογικής επιστήμης… δηλαδή έκανα μια «ανασκαφή» στο ίδιο το κτίριο, στο οποίο υπήρχαν υλικά κατάλοιπα των χρήσεων του παρελθόντος από δελτία εργασίας καπνεργατών, δίγλωσσες(στα ελληνικά και στα τούρκικα) προκηρύξεις καπνεργατών της δεκαετίας του 1930, έγγραφα της νομαρχίας μέχρι… μηχανήματα του Πολυτεχνείου, ένα εργαστήριο του οποίου στεγάστηκε σ’ ένα κομμάτι του καπνομάγαζου.
Η Ξάνθη συνέδεσε την πορεία της και την ανάπτυξή της με την παραγωγή του καπνού, μπορείτε να μου αναφέρετε πώς αυτό «σημάδεψε» τον πολιτισμό, την κοινωνία, την οικονομία;
Αν για την πόλη της Αθήνας το σύμβολο είναι Παρθενώνας ή για το Παρίσι ο πύργος του Άιφελ, για την πόλη της Ξάνθης τα σύμβολά της είναι τα καπνομάγαζα, είναι η βιομηχανική μνήμη της πόλης. Ο Ledrut λέει πολύ χαρακτηριστικά ότι «η πόλη εκφράζει και εκφράζεται μέσα από τα σύμβολά της». Και νομίζω ότι τα σύμβολα της πόλης, του κάθε τόπου θα πρέπει να είναι αναγνωρίσιμα έστω κι αν έχουν πολλαπλές αναγνώσεις, γιατι π.χ. αλλιώς αντιμετωπίζει ενδεχομένως το βιομηχανικό μνημείο ένας εργολάβος οικοδομών, αλλιώς ένας καπνεργάτης που δούλεψε εκεί, αλλιώς ένας φοιτητής της αρχιτεκτονικής. Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί νομίζω από μια Αμερικανίδα ιστορικό: «Θα ήταν τρομερό ένας πολιτισμός να μην μπορεί ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του». Και θα έλεγα επίσης και κάτι άλλο. Ένα κτίριο όσο εντυπωσιακό αρχιτεκτονικά κι αν είναι από μόνο του δε λέει τίποτα, σημασία έχει η σύνδεση του με τις βιομηχανικές μνήμες και η ιστορία των ανθρώπων που δούλεψαν σε αυτό. Και όσον αφορά το συγκεκριμένο κτίριο, οι μνήμες προέρχονται ένα από τα πιο ζωντανά και ζωτικά κομμάτια που ανέδειξε ποτέ η ελληνική κοινωνία, από το κομμάτι των καπνεργατών. Πόσοι ξέρουν ότι το ΙΚΑ ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός φορέας στη χώρα, στηρίχθηκε στο ΤΑΚ, δηλ το Ταμείο Ασφαλίσεως Καπνεργατών;
Στη δύση της σήμερα η καπνοκαλλιέργεια, βλέπετε επαγγέλματα όπως οι δεγκτσήδες να εξαφανίζονται;
Οι οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες προώθησαν και αν θέλετε επιβάλλανε τη μονοκαλλιέργεια και τη βιομηχανική επεξεργασία του καπνού στην περιοχή της Ξάνθης και φυσικά στις όμορες περιοχές της Καβάλας και της Δράμας. Λέει χαρακτηριστικά ο παππούς στο γράμμα του: «Τόσο πολύ τ’ άρεσε τα χώματα και το ξερό κλίμα μας το καπνό που εύκολα δεν διώχνεται. Εμ 300-400 και χρόνια καλλιέργειας, …έτσι γίνηκε το χώμα μονοφαγάδικο και σε κάποιες περιοχές δε δέχεται να φυτρώσει τιποτις άλλο πάρ’ εξ του καπνού» Για παράδειγμα η εταιρεία του Οθωμανικού μονοπωλίου καπνού, που ίδρυσε το βιομηχανικό κτίριο του ντοκιμαντέρ ήταν μια εταιρεία που ιδρύθηκε από γαλλικά και αυστριακά κεφάλαια, στα τέλη του 19ου αιώνα, με το καθεστώς των διομολογήσεων στην Οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με το οποίο οι Μεγάλες Δυτικές δυνάμεις της εποχής στην κυριολεξία «άρμεγαν» την οθωμανική αυτοκρατορία. Λοιπόν παρόμοιες οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες σήμερα επιβάλλουν την εξαφάνιση της καλλιέργειας του καπνού με ό,τι αυτό συνεπάγεται, και άρα και την εξαφάνιση των συναφών επαγγελμάτων.
Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα μέσω του ντοκιμαντέρ να παρουσιαστεί ένα πολιτικό και ιστορικό μνημόσυνο, για το ποια θα είναι η δύση της καπνοκαλλιέργειας θα πρέπει να καθοριστεί από τους ίδιους τους καπνοκαλλιεργητές. Η μονοκαλλιέργεια ως μορφή αγροτικής ανάπτυξης έχει αποδειχτεί λανθασμένη όσο και αν για την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είχε δώσει μεγάλη οικονομική άνθιση
Ήταν απαξιωτική η στάση της εξουσίας απέναντι στην καπνεργατική τάξη;
Θα έλεγα ότι πέρασε από διάφορα στάδια. Στα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν μια στάση καταστολής, βίαιης αντιμετώπισης, να σκεφτείτε ότι το 1936 με απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης οι καπνεργάτες θεωρούνταν «Τάξις επικίνδυνη». Να σας θυμίσω ότι στις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις το 1936 συμμετείχαν γύρω στους 40.000 καπνεργάτες.
Όσο για το σήμερα θα έλεγα ότι τη συμπεριφορά της εξουσίας διακρίνεται από δύο στοιχεία: Από τη μία η σημερινή εξουσία δε «νιώθει» ότι απειλείται από τους καπνεργάτες, γιατί πλέον δεν υπάρχουν πολλοί καπνεργάτες και όσοι υπάρχουν δεν… διακρίνονται για τις δυναμικές διεκδικήσεις τους. Από την άλλη, όταν πρέπει να «θυμηθεί» την καπνεργατική τάξη φροντίζει πάντα να τη περιχαρακώσει σε κάτι «μουσειακό» εκμεταλλεύσιμο πολιτικά, στοιχείο του παρελθόντος. Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.
Τι είδους δυσκολίες αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας;
Η βασική δυσκολία είναι πάντα τα χρήματα. Υπάρχει αυτή η λάθος νοοτροπία ότι τα έργα του πολιτισμού δεν χρειάζονται πολλά λεφτά και ότι τέλος πάντων… ο καθένας κάνει το ψώνιο του. Φυσικά δεν είναι έτσι τα πράγματα, κάποιοι άνθρωποι πρέπει να πληρώνονται σωστά ανάλογα με αυτό που προσφέρουν. Δυστυχώς στις προτάσεις που έγιναν σε φορείς που εμπλέκονται είτε με τον καπνό, όπως η ΣΕΚΑΠ η ΣΕΚΕ, η νομαρχία Ξάνθης είτε με το κτίριο, όπως ο Δήμος Ξάνθης (είναι ιδιοκτησία του Δήμου), το μόνο που συνάντησα ήταν μια πλήρη και παγερή αδιαφορία. Να σημειώσω βέβαια ότι στην πρώτη προβολή της ταινίας στην Ξάνθη το καλοκαίρι, η βοήθεια ήρθε κυρίως από ιδιώτες και ευτυχώς.. ένα «τεχνικό κομμάτι της προβολής από το Δήμο Ξάνθης. Είναι λίγο οξύμωρο ενώ η ΣΕΚΑΠ αποτελεί το μόνιμο σπόνσορα μιας ομάδας μπάσκετ στην Ξάνθη (BF- Ξάνθη) – και έχει κάθε δικαίωμα να είναι- ν’ αγνοεί μια δουλειά που είναι σχετική με τον καπνό!!! Όπως καταλαβαίνετε το οικονομικό θέμα είχε κάποιες επιπτώσεις και σε τεχνικά ζητήματα της ταινίας και όσον αφορά το χρόνο ολοκλήρωσής της. Έτυχε απλώς να βοηθήσουν άνθρωποι- επαγγελματίες του χώρου και να διορθώσουν τις όποιες ατέλειες.
Τα ντοκιμαντέρ έχουν το δικό τους κοινό, ποια θα είναι η μελλοντική του πορεία; Θα γίνουν προβολές και πού;
Ήδη έχει πραγματοποιηθεί η πρώτη προβολή στην Ξάνθη το καλοκαίρι, θα ακολουθήσουν και άλλες στην Ξάνθη – ελπίζω και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας – και υπάρχει και μια μεγάλη πιθανότητα μάλλον σε συνεργασία με κάποια πανεπιστήμια, που συνεργάζονται με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και ενδεχομένως και σε κάποια φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η ταινία έχει επιλεχθεί και προβληθεί το Μάιο στην Αθήνα στην 7η Διεθνή Συνάντηση Αρχαιολογικής Ταινίας του Μεσογειακού Χώρου (Αθήνα, 6-11 Μαΐου 2008).
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
