«Η μερα με τις δεκατεσσερις νυχτες»
Για το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη «Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες» μίλησε σε εκδήλωση που διοργάνωσαν τα βιβλιοπωλεία Παπασωτηρίου και οι εκδόσεις Καστανιώτη ο Λέκτορας στο Τμήμα Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Νίκος Μαυρέλος και ο ίδιος ο συγγραφέας. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Παρασκευής, παρουσία διδασκόντων και φοιτητών του Τμήματος αλλά και Κομοτηναίων.
Ν. Μαυρέλος: «Ο Βούλγαρης δεν κάνει πράγματα ερήμην ούτε της κριτικής, ούτε της θεωρίας, ούτε της φιλολογίας»
Ο κ. Μαυρέλος διάβασε το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη «Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες» πριν 1,5 μήνα, λίγο μετά την κυκλοφορία του κι αυτό δεν ήταν το πρώτο, καθώς έχει διαβάσει και παρουσιάσει και το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα «Η περούκα της Σοφίας Νέρη».
Χαρακτήρισε αρκετά ενδιαφέρουσα περίπτωση γραφής το βιβλίο του Βούλγαρη «Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες», εξηγώντας. «Είναι μια γραφή που μπαίνει στη μετανεωτερικότητα αφού περνάει από τη φάση της νεωτερικότητας. Τα μυθιστορήματα είναι δύο, το ένα μέσα στο άλλο, το νεωτερικό μυθιστόρημα που γράφει ο Χ άγνωστος και το άλλο, αυτό που γράφει ο οιονεί εκδότης αυτός που υποτίθεται ότι το βρίσκει και η persona του Κώστα Βούλγαρη, ο σημερινός συγγραφέας».
Ο κ. Μαυρέλος εξήγησε ότι μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου προκύπτουν στοιχεία για την εποχή που αναπαριστά. «Παρουσιάζεται μ’ ένα τρόπο μυθοπλαστικό κάτι πάρα πολύ πραγματικό, δηλαδή έχει διαβάσει κείμενα της εποχής κι αυτά περνάνε έστω και «πειραγμένα» από το συγγραφέα. Διακρίνεται η εποχή όχι μόνο σε σχέση με το πώς ζούσαν οι συγγραφείς αλλά και σε σχέση με το πώς μεταδίδονταν τα γεγονότα στην Αθήνα. Στην ουσία, είναι μια αναγνωστική περιπέτεια του ήρωά μας, αλλά με γεγονότα και κείμενα που δεν είναι μυθοπλαστικά.
Η πορεία των λογοτεχνών από την Αθήνα προς το Παρίσι που ξεκινά ήδη από τον 19ο αιώνα επαναλαμβάνεται με το μυθοπλαστικό πρόσωπο ενώ υπάρχει και αναφορά στο Νικολά Σεγκύρ. Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος γίνεται Νικολά Σεγκύρ κατά τον ίδιο τρόπο που γίνεται και ο ήρωας του μυθιστορήματός μας».
Για το ρόλο που παίζει το να είναι ο συγγραφέας ενός βιβλίου κριτικός λογοτεχνίας, ο κ. Μαυρέλος είπε. «Ο Βούλγαρης είναι πολύ πιο υποψιασμένος από κάποιον άλλον. Δεν κάνει πράγματα ερήμην ούτε της κριτικής, ούτε της θεωρίας, ούτε της φιλολογίας με την οποία κονταροχτυπιέται κατά κάποιο τρόπο και ως κριτικός και ως συγγραφέας.
Δεν κάνει θεωρία αλλά δε μπορώ να πω ότι η θεωρία είναι στο πίσω μέρος του μυαλού του» σχολίασε.
Κ. Βούλγαρης: «Στο λόγο του ήρωα εισέρχονται τα γραπτά ντοκουμέντα
της εποχής»
-Κ. Βούλγαρη, πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει το χαρακτηριστικό της ανάγνωσης μέσα στην ανάγνωση, όπως είπε ο κ. Μαυρέλος, καθώς αφορά ένα λογοτέχνη.
Κ.Β.: Έχει εγκιβωτισμένο ένα ημιτελές χειρόγραφο μυθιστόρημα το οποίο γράφεται το 1923 και υποτίθεται ότι το βρίσκει ένας συγγραφέας και προσπαθεί να δει τι είναι και ποιος το έγραψε. Αυτός που έγραψε το χειρόγραφο μυθιστόρημα είναι ένας νέος του 1923, μόλις έχει γυρίσει από τη Μικρασία, δηλαδή έχει περάσει όλη την εμπειρία του πολέμου. Δεν αντέχει στην Ελλάδα της εποχής και προσπαθεί να δει τι συνέβη στην Ελλάδα όλα αυτά τα τέσσερα χρόνια που έχασε στο μέτωπο, να οριστεί σαν άνθρωπος μέσα στην εποχή του. Μέσα από τη διαδικασία αυτή καταγράφει -παρακολουθώντας τα αποκόμματα εφημερίδων στο Τμήμα Ασφαλείας που δούλευε πριν πάει φαντάρος (στο υπόγειο αρχείο τους) -, προσπαθεί μέσα από τα δημοσιεύματα να ανασυνθέσει τα χρόνια και να δει την αφήγηση των πραγμάτων που ζούσε ως συμμετέχων και παρών.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οδηγείται σταδιακά ως άνθρωπος και γραφιάς προς την πλευρά της λαϊκής λογοτεχνίας της εποχής και τελικά οδηγείται – μέσα από κάποιες ενδείξεις που βρίσκει ο σημερινός συγγραφέας – στην Ιταλία όπου εκδίδει κάποια λαϊκά μυθιστορήματα, ζει μια ταραχώδη ζωή και μετά καταλήγει στο Παρίσι όπου χάνονται τα ίχνη του.
Είναι πολύ συνηθισμένο να χάνονται τα ίχνη ανθρώπων νέων της εποχής που ξεκινούσαν γιατί δεν άντεχαν τη χώρα τους και περιπλανιόνταν. Πολλοί από αυτούς έγραφαν και κατέληγαν άλλοι στη Λατινική Αμερική, άλλοι στο πουθενά.
– Η ιστορία του ήρωα έχει αφετηρία σε δικές σας εμπειρίες μέσα από επικοινωνία με άτομα;
Κ.Β.: Όχι, είναι μυθοπλασία σε ό,τι αφορά στην ιστορία του ήρωα αλλά ταυτόχρονα πολύ συστηματικά εισέρχονται μέσα στο λόγο του, σ’ αυτά που σκέφτεται, τα γραπτά ντοκουμέντα της εποχής. Όντως, υπάρχουν δημοσιεύματα από εφημερίδες της εποχής επεξεργασμένα, απόψεις … Σε διάφορες στιγμές αναρωτιέται «τι είμαι, ποιος είμαι, ποιος είναι αυτός που βλέπω στον καθρέφτη, ποιος είναι ο εαυτός μου».
Αυτό στηρίζεται σε όλα τα κείμενα που υπάρχουν στη δεκαετία του ’20 που συνιστούν την πρόσληψη της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα τεκμηρίων που αφορά στη δεκαετία του ’20, στο πώς οι άνθρωποι εκείνη την εποχή σκέφτονταν και με βάση αυτό φτιάχνω έναν ήρωα με υλικά από αυτά, πολλά εκ των οποίων υπάρχουν μέσα στο βιβλίο ως δημοσιεύματα
-Η ψυχανάλυση, βέβαια, εκείνα τα χρόνια αφορούσε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων που διάβαζαν έχοντας επαφή με τα αυτούσια κείμενα στα γερμανικά ή τα γαλλικά.
Κ.Β.: Ο ήρωάς μου είναι μαθητευόμενος δημοσιογράφος, είναι λόγιος, ξέρει ιταλικά και γαλλικά ως ένα αρκετά σημαντικό μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας. Δε χρησιμοποιεί παρά ελάχιστες πηγές ξενόγλωσσες. Για τη δεκαετία του ’20 δεν έχουμε εικόνα, ίσως γιατί αμέσως μετά υπήρξε η γενιά του ’30 που όλοι τη θεωρήσανε μια τομή σε ό,τι αφορά στο παρελθόν το οποίο ήταν καθυστερημένο.
Γνώμη μου είναι ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Τα τελευταία χρόνια η φιλολογία έχει αρχίσει να μελετά πλευρές και να βρίσκει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, εξόχως νεωτερικά όπως για παράδειγμα η ψυχανάλυση. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινείται και το βιβλίο μου δίνοντας έναν ήρωα που είναι αρκετά σύγχρονος και συγχρονισμένος με αντίστοιχους νέους της εποχής που βγήκαν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είτε στη Γαλλία είτε στη Γερμανία γιατί στην ουσία η Μικρασιατική Καταστροφή σημαίνει για μας το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου καθυστερημένα.
Το κυριότερο είναι η αίσθηση που μένει από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε εκατομμύρια νέους της εποχής που ήταν αίσθηση ματαίωσης, αδιεξόδου…
Η λαϊκή λογοτεχνία παρουσίασε τότε μια σημαντική κορύφωση και η πιο γνωστή της έκφραση ήταν το περιοδικό «Μαύρη Μάσκα», το οποίο άλλαξε το τοπίο της αστυνομικής λογοτεχνίας που φεύγει από την εγκεφαλική αναζήτηση του δολοφόνου και περνάει στην πραγματική κοινωνία, γίνεται πολύ πιο χυμώδης και ουσιαστική.
-Διαβάζατε τη «Μαύρη Μάσκα» από ό,τι φαίνεται στο βιβλίο.
Κ.Β.: Όχι μόνο τη «Μαύρη Μάσκα» αλλά και άπειρες λαϊκές εκδόσεις του ’20 οι οποίες συνέχισαν να υπάρχουν και τη δεκαετία του ’60 σε καροτσάκια. Αυτό που μού έκανε εντύπωση ήταν ότι – τουλάχιστον στη δεκαετία του ’60 που είχα προσωπική αίσθηση – πολύς κόσμος που δεν είχε διαβάσει τίποτε πέρα από τα σχολικά βιβλία τα μόνα που είχαν διαβάσει ήταν της λαϊκής λογοτεχνίας.
Ήταν ένας τρόπος πολιτισμικής επικοινωνίας έξω από τον ορίζοντα της επαρχίας, της συνοικίας, της ταξικής θέσης του καθενός. Αυτό σήμερα το αντικαθιστά η τηλεόραση.
-Πώς αντιμετωπίζεται ένας κριτικός λογοτεχνίας όταν έρχεται στη θέση του συγγραφέα από τους συναδέλφους του κριτικούς;
Κ.Β.: Δύσκολα.
-Είναι πιο σκληροί απέναντί σας απέναντι σε κάποιον κατεξοχήν συγγραφέα.
Κ.Β.: Όλες οι αντιθέσεις σε επίπεδο κριτικών εκφράζονται εκεί. Τα πράγματα είναι δύσκολα, με την έννοια ότι ξεκινάς με μειονέκτημα παρά με πλεονέκτημα. Είναι χώρος ανταγωνιστικός κι όχι συναδελφικός. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό το ότι δεν έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε στην Ελλάδα μια ένωση Ελλήνων κριτικών στη λογοτεχνία. Μια απόπειρα που έγινε πριν ένα χρόνο ναυάγησε.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
