Αδελφια ολοι μιας μανας πολης

Είναι κάποιες λέξεις που πρέπει να μείνουν στο χαρτί. Όσο και να θέλει η μνήμη να τις φυλάξει, όσο κι αν οι άνθρωποι διεκδικούν τη μη λήθη, η φύση και το πεπερασμένο της μας δείχνει ότι πρέπει να αποτυπωθούν με μελάνι. Δεν είναι ματαιοδοξία συγγραφική ούτε τυχοδιωκτισμός, αλλά ανάγκη να δείξουμε όλοι πώς και με τι φορτία πλάσαμε το όνειρο και τη ζωή, τι χρώμα έχει η μοναξιά και η συντροφιά μας. Σε μια πόλη όπως η Κομοτηνή οι θύμησες και οι διηγήσεις δεν στερεύουν ποτέ. Τέσσερις κοινωνίες, τέσσερις παραδόσεις, θρησκείες και πολιτισμοί στο χωνευτήρι της καθημερινότητας και της ιστορίας ξετυλίγονται σε μύρια νήματα και υγραίνουν τα μάτια. Όπως στο πιο πρόσφατο βιβλίο του συμπολίτη μας νομικού και συγγραφέα Ζαφείρη Μέκου. Σε αυτό πραγματεύεται τα σχετικά με το μουσουλμανικό, το αρμενικό και εβραϊκό στοιχείο της πόλης μας, με τρόπο άμεσο και ουσιαστικό, μέσα από υλικό που έχει συγκεντρώσει εδώ και χρόνια, μέσα από συνεντεύξεις – τις οποίες παραθέτει αυτούσιες – τραγούδια και πολλές φωτογραφίες.

Τον θυμόμαστε από μια τριλογία για τη Θράκη. Το πρώτο μέρος της είχε τίτλο και θέμα «ΘΡΑΚΗ, συνιστώσες του μειονοτικού προβλήματος», συνέκδοση του εκδοτικού οίκου ΗΡΟΔΟΤΟΣ και του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης. Το δεύτερο είχε τίτλο και θέμα προτροπή «ΤΗ ΘΡΑΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ». Το τρίτο βιβλίο της σειράς ήταν «ΟΙ ΠΟΜΑΚΟΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ». Η δεύτερη τριλογία, με τίτλο «ΡΙΖΩΣΑΜΕ ΣΤΗ ΚΟΜΟΤΗΝΗ», ήταν ένα βιωματικό, ιστορικό αφήγημα, ένα οδοιπορικό από τη Μάνη στη Πόλη, στη Γωνιά της Κυζίκου και μετά στη Κομοτηνή, συνέχιζε στο δέκατο ένατο και κατέληγε στον εικοστό αιώνα της πόλης. Αμέσως προηγούμενο βιβλίο το «ΕΝΘΥΜΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ». Σε όλα τα παραπάνω βιβλία ο πρόλογος ήταν του διακεκριμένου καθηγητή λαογραφίας Μανόλη Βαρβούνη, ο οποίος προλογίζει και την πιο πρόσφατη έκδοση του κ. Μέκου.

Α.Χ.

Με τα μάτια του συγγραφέα…

«Μας έλαχε να ζούμε σε έναν ευλογημένο τόπο, που όμως από τη θέση του, γίνεται αντικείμενο βλέψεων και ορέξεων διαφόρων γειτόνων, οι οποίοι συγκαλύποντας τους στόχους τους, βρίσκουν προφάσεις για δημιουργία προϋποθέσεων ικανοποίησής τους. Εμείς να μείνουμε σταθεροί στη προσπάθειά μας, για μια ελεύθερη, ευδαιμονία και προκομμένη ελληνική Θράκη, με συνθήκες ίσης μεταχείρισης και αντιμετώπισης όλων των Θρακών. Θα θυμίσω εδώ πως ισότητα σημαίνει όχι ισοπέδωση των αξιών, αλλά παροχή ίσως ευκαιριών στην αφετηρία, ώστε καθένας να αναπτύξει την προσωπικότητά του ελεύθερα, ανεμπόδιστα και σύμφωνα με τις δυνατότητες και επιθυμίες του.

Γιατί το λέω αυτό: Ως απλό πολίτη και κάτοικο του τόπου αυτού, αλλά και λόγω πάγιας θέσης και στάσης μου στο θέμα, με ενδιαφέρει ο άνθρωπος σαν πρόσωπο, η ζωή του, η δράση και η ευτυχία του.

Όπως φαίνεται από όσα πονήματά μου δεν έχουν καθαρά επιστημονικό περιεχόμενο, κύριο πρόσωπο και ήρωάς τους ήταν αυτός ο απλός πολίτης, ο καθημερινός άνθρωπος και πάντως μέσα στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους και λίγο ή καθόλου με το κράτος και το σύνολο. Πώς βλέπει και οργανώνει τη ζωή του, μέσα στο κοινωνικό περίγυρο που υπάρχει κάθε φορά.

Δεν προβάλλων στη τριλογία μου αυτή τα γεγονότα, αλλά αυτούς που τα βίωσαν. Δεν γράφω ιστορία, αλλά γι’ αυτούς που την έζησαν. Δεν μιλώ για άρχοντες και βασιλιάδες, αλλά γι’ αυτούς που τους υπέστησαν. Δεν αναφέρομαι σε πολέμους, αλλά σε αυτούς που υπέφεραν τις συνέπειές τους, είτε ως πολεμιστές, είτε ως «παράπλευρες απώλειες» όπως τώρα λένε οι Αμερικανοί, για τα θύματα των «ειρηνευτικώ» τους εκστρατειών.

Γράφω δηλαδή την ιστορία αυτών που έζησαν τα ιστορικά γεγονότα, μικρά ή μεγάλα, όπως τα έζησαν. Την ιστορία των καθημερινών ανθρώπων, που πάντα και παντού έχουν τα ίδια όνειρα, τις ίδιες ελπίδες και φόβους, τα ίδια πάθη, την ίδια βιοτή. Τη βιοτή αυτή, που αντί να τους χωρίζει, πρέπει να τους ενώνει. Μάλλον, για να κυριολεκτώ, αφήνω τους ίδιους να μιλήσουν για τον εαυτό τους, να θυμηθούν, να αναπολήσουν, να νοσταλγήσουν, να κρίνουν, να αξιολογήσουν.

Έτσι και με την τριλογία μου για την Κομοτηνή, ξεκίνησα μια αναδρομή στα χρόνια που γέμισαν τον 19ο και τον 20ο αιώνα, κυρίως το πρώτο μισό του, για να αναδείξω αυτούς που και η ιστορία και οι «επώνυμοι» τους αγνόησαν και παρέκαμψαν. Τους απλούς, καθημερινούς, μεροκαματιάρηδες ίσως, ανθρώπους, κάθε καταγωγής και θρησκείας, που με το μόχθο και την νοικοκυροσύνη τους, όχι μόνον επιβίωσαν σε καιρούς για όλους τους πολίτες χαλεπούς, αλλά και πρόκοψαν, στο μέτρο του δυνατού, και βάλανε τη βάση για τη σημερινή καλοπέραση και προκοπή της πόλης.

Δεν τους ξεχωρίζω στα βιβλία μου, όπως δεν ξεχώρισαν και στη ζωή. Μπορεί τα γειτονικά κράτη, η Ελλάδα με την Τουρκία ή τη Βουλγαρία ή η Τουρκία με την Αρμενία, να είχαν κατά καιρούς αντιπαλότητες και πολέμους, μπορεί να είμαστε σκλαβωμένοι στην οθωμανική Τουρκία εκατοντάδες χρόνια, όμως εμείς εδώ είμαστε Κομοτηναίοι, κάτοικοι της ίδιας πόλης, με κοινές μνήμες, ελπίδες και όνειρα. Η σφοδρή πολλές φορές αντιπαλότητα των γειτονικών κρατών ή εθνοτικών ομάδων, δεν μπόρεσε να δημιουργήσει αφόρητες καταστάσεις και οι οποίες δημιουργήθηκαν, εξομαλύνθηκαν, χωνεύτηκαν μέσα στην αποδεκτή από όλους πολυπολιτισμικότητα της περιοχής μας.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, η καθημερινή συγκατοίκηση, οι ίδιες ανάγκες επιβίωσης, άμβλυναν κάθε οξύτητα, σε βαθμό τέτοιο, που όποιος προσπάθησε να βάλει εμπόδια στην ομαλή συγκατοίκηση, απομονώθηκε αυτόματα από τους συμπολίτες μας. Σε τόσο τραχιές και δύσκολες μέρες, κάθε εξτρεμισμός ήταν πολυτέλεια ενοχλητική.

Δεν μπορεί να μιλάμε για την πόλη μας, αν δεν τη δούμε πως ήταν, για να κρίνουμε το παρόν της και να προβλέψουμε το μέλλον της.

Όταν όμως μιλάμε για το παρελθόν μιας πόλης, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους ανθρώπους της, αυτούς που το έζησαν. Ιδίως σε μικρές, αγροτικές και φτωχικές πόλεις, όπως η δική μας με την έντονη πολυπολιτισμικότητά της, όπου η ανάπτυξη και η προκοπή, η δομή και η συνοχή της κοινωνίας, εξαρτάται όχι μόνο από τη συνοχή των κοινωνικών ομάδων της, αλλά και από την ατομική παρουσία και προσπάθεια του κάθε πολίτη.

Τόσο υπό την οθωμανική κυριαρχία, όσο και μετά την απελευθέρωσή της, υπό την ελληνική διοίκηση, η Κομοτηνή, στο μεγαλύτερο μέρος του αιώνα, ήταν μια απομακρυσμένη και ξεκομμένη από τα κέντρα αποφάσεων πόλη. Μη ξεχνάμε πως ακόμη από τη βυζαντινή εποχή, η περιοχή μας ήταν τόπος εξορίας ή τουλάχιστον απομόνωσης των ανεπιθύμητων στη κεντρική εξουσία. Αυτό συνεχίστηκε και με τις άλλες δύο κρατικές οντότητες. Δεν περιλαμβάνω τη βουλγαρική κατοχή στο συλλογισμό μου αυτό, γιατί η Βουλγαρία στις σύντομες παρουσίες της, αλλιώς έβλεπε κι ορεγόταν τη Θράκη.

Ό,τι κατάφερε λοιπόν η πόλη μας στα χρόνια εκείνα, το οφείλει σχεδόν αποκλειστικά στους κατοίκους της, σε όλους τους κατοίκους της. Άλλος έχει μικρό, άλλος μεγάλο μερίδιο σε όσα καλά ή κακά έγιναν.

Μόνοι τους οι Κομοτηναίοι έπρεπε να ελπίσουν, να ονειρευτούν, να προσπαθήσουν, να παλέψουν, να δουλέψουν. Το άθροισμα αυτών των ατομικών προσπαθειών, μας έδωσε το αποτέλεσμα που έχουμε σήμερα.

Κατά πόσο το αποτέλεσμα αυτό ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τα όνειρά τους, δεν ξέρουμε σίγουρα. Μάλλον όμως δεν είναι και πολύ μακριά.

Βέβαια σε αυτό συνετέλεσε και η μετά την απελευθέρωση, αισθητή παρουσία και σημαντική πια συμπαράσταση του κράτους, που ήταν ισχνή και αναιμική στην αρχή, για να δυναμώσει στη συνέχεια και να γίνει ουσιαστική και αρκετά αποτελεσματική τουλάχιστον στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα.

Ανατράπηκε σε μεγάλο βαθμό, από τη μεταπολίτευση και μετά, η κατάσταση απομόνωσης και εγκατάλειψης του τόπου μας από το κράτος.

Έγιναν έργα υποδομής, διασφαλίστηκε η υγεία και η παιδεία για όλους και εξασφαλίστηκε η ισονομία των πολιτών. Η οικονομική προικοδότηση της περιοχής ήταν και είναι ουσιαστική.

Για τους παλιούς καιρούς όμως, η συνεισφορά των κατοίκων στη προκοπή της πόλης ήταν τόσο ουσιαστική, ώστε θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν ο μόνος σχεδόν παράγοντάς της.

Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος, για να θυμηθούμε τους τότε κατοίκους της, να τους τιμήσουμε, να τους συνδέσουμε με το παρόν.

Βέβαια αυτονόητο είναι πως όπου γράφω τις δικές μου απόψεις, αυτές δεν απηχούν ή έστω μπορεί να μην εκφράζουν τους συνομιλητές μου. Αυτούς τους αντιμετωπίζω ως συμπολίτες μου, φίλους καλούς κι αγαπητούς, χωρίς καμιά διάκριση καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας ή κόμματος. Τους βάζω μαζί στο βιβλίο, να μιλούν για τον εαυτό τους και τη ζωή τους, όπως μαζί ήταν και στη ζωή. Όσα εγώ γράφω ως δικές μου θέσεις, αν θέλουν τις αποδέχονται, αν θέλουν τις απορρίπτουν, στο σύνολο ή μερικά. Να μην νομίσουν πως τους παγίδευσα.

Μ’ αυτούς μίλησα μόνο για την ανθρώπινη πλευρά τους, αυτή που βασικά με ενδιαφέρει, για τη καθημερινή ζωή τους, για τα ντέρτια και τις ελπίδες τους, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις τους. Αυτήν και προβάλλω τώρα, για να τους γνωρίσουμε καλύτερα, να τους αγαπήσουμε περισσότερο.

Πριν κλείσω το σημείωμά μου, θα ήθελα να ευχαριστήσω όσες και όσους με βοήθησαν στη συλλογή του υλικού, τόσο με πληροφορίες ή επώνυμες από τα θέματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, δεν ήξερα αρκετά, μου έδωσαν πληροφορίες και ο Φεράτ, ο Χουσεϊν, ο Χασάν, ο Σεμπαχετήν, ο Χασήμ και άλλοι. Ειδικά για τις φωτογραφίες, μνημονεύω το Σοφολογιώτατο Μουφτή Κομοτηνής Μέτσο Τζεμαλή και τους κυρίους Δημήτρη Γαρυφάλλου, Αλέκο Σαλπιγγίδη, Αχμέτ Χακκή, Μπουρχάν Ουστουνέρ, Γιουσούφ Σελαετήν. Αρκετές φωτογραφίες είναι δικές μου. Κάποια σκίτσα με φιγούρες ξεχασμένων επαγγελμάτων είναι δικά μου. Είναι πρόσωπα/κάτοικοι της παλιάς Κομοτηνής, εικονίζουν ανθρώπους και επαγγέλματα του πρώτου μισού περίπου του περασμένου αιώνα στη πόλη μας. Ένα σκίτσο πάλι από μένα, προσπαθεί να δώσει την έκπληξη και την αξιοπρεπή οδύνη της Εβραίας γριούλας, της Μορένα, που μαζί με το σύζυγό της Γιοσέφ, οδήγησαν οι Βούλγαροι στα Γερμανικά στρατόπεδα. Το ίδιο θέμα αποδίδει με το δικό του τρόπο, ο ζωγράφος Δημήτρης Γαρυφάλλου, με μια του γραβούρα. Ο ίδιος ζωγράφος παραχώρησε και την γραβούρα του με θέμα «πολιτική συζήτηση για το νέο σύνταγμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε καφενείο της Κομοτηνής το 1908».

Ο πανεπιστημιακός Μ. Βαρβούνης προλογίζει…

«Δεν είναι η πρώτη φορά που προλογίζω βιβλίο του αγαπητού και σεβαστού μου φίλου κ. Μέκου, αν και η συνήθης πρακτική απαιτεί να γίνεται μόνο ένας πρόλογος για κάθε συγγραφέα, από τον ίδιο άνθρωπο. Η περίπτωση όμως του συγγραφέα εδώ είναι ξεχωριστή, και επιβάλλει την εξαίρεση. Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που οδηγούν σ’ αυτήν: η φιλία, ο σεβασμός και η εκτίμηση που αισθάνομαι για τον κ. Ζαφείρη Μέκο – και σ’ αυτό νομίζω ότι εκφράζω όλη την κοινωνία της Κομοτηνής – ο τρόπος διαπραγμάτευσης του ζητήματος, αλλά και το περιεχόμενο του βιβλίου. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ στους δύο τελευταίους παράγοντες, αφού ο πρώτος, λόγω της έντονης υποκειμενικότητάς του, μάλλον δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη.

Στο νέο αυτό βιβλίο του, ο κ. Μέκος διαπραγματεύεται τα σχετικά με το μουσουλμανικό, το αρμενικό και εβραϊκό στοιχείο της πόλης μας, με τρόπο άμεσο και ουσιαστικό, μέσα από υλικό που έχει συγκεντρώσει εδώ και χρόνια, μέσα από συνεντεύξεις – τις οποίες παραθέτει αυτούσιες – τραγούδια και πολλές φωτογραφίες. Διασώζει έτσι πληροφορίες από την καταγραφή της προσωπικής προφορικής παράδοσης, μέσα από την μνήμη, στο περιεχόμενο και την, εκλεκτική συχνά, λειτουργία της οποίας έχουν στραφεί, τα τελευταία χρόνια, κλάδοι της λαογραφίας, αλλά και της κοινωνικής και της πολιτισμικής ανθρωπολογίας.

Με τον άμεσο και ανθρώπινο τόνο που επιβάλλει μια φιλική συνομιλία, αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό πρόσωπα και χρονολογίες, γεγονότα και συγκυρίες, αντιλήψεις και νοοτροπίες, συμπεριφορές και εθιμικές πρακτικές για τα σύνοικα των χριστιανών πληθυσμιακά στοιχεία της Κομοτηνής. Πέρα από την ολοφάνερη χρησιμότητα του βιβλίου ως πηγής για την λαογραφία των μουσουλμάνων της Θράκης – για την οποία, όπως και με άλλη ευκαιρία έχουμε εκθέσει, ελάχιστα βιβλιογραφικά δεδομένα διαθέτουμε – ο συγγραφέας μας δείχνει πως μπορούν οι διαφορετικές θρησκείες να αποβούν παράγοντες ειρηνικής και αρμονικής πολυπολιτισμικής συνύπαρξης, αφού οι μουσουλμάνοι της Θράκης ούτε διώχθηκαν, ούτε εκδιώχθηκαν ,σε αντίθεση βεβαίως με τους ρωμιούς της Πόλης, της Σμύρνης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

Όπως όμως κι ο ίδιος σημειώνει, είναι απάνθρωποι οι απλοί άνθρωποι να υφίστανται τις συνέπειες της πολιτικής οξύτητας. Σε κάθε περίπτωση, οι αφηγήσεις του βιβλίου φανερώνουν το υψηλό επίπεδο θρησκευτικών και κοινωνικών ελευθεριών που απολαμβάνουν οι μουσουλμάνοι, οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι της Θράκης. Άλλωστε, η αρμονική συνύπαρξη φαίνεται και από το γεγονός ότι τις καλές προσωπικές του σχέσεις χρησιμοποιεί ο συγγραφέας ως μοχλό για να πλησιάσει τους πληροφορητές του, και να συνομιλήσει μαζί τους.

Οι συνεντεύξεις χωρίζονται, ορθότατα και’ εμέ κριτή, ανάλογα με το επάγγελμα, δηλαδή την οικονομική και κοινωνική θέση, του κάθε πληροφορητή. Απολύτως εύλογο, αφού η υλική αυτή βάση είναι που καθορίζει και το πνευματικό εποικοδόμημα, στο οποίο ανήκει και ο λαϊκός πολιτισμός. Διέρχεται έτσι καθέτως την παραδοσιακή κοινωνία, και μας παρέχει υλικό άξιο προσοχής και εγκυρότατο, για τις μελλοντικές επιστημονικές του χρήσεις, τις οποίες και προηγουμένως υπαινίχθηκα. Και βέβαια, το βιβλίο αυτό για μια ακόμη φορά δείχνει τον πλούτο του υλικού που παρέχει η ελληνική Θράκη, και ιδιαίτερα η Κομοτηνή και η περιοχή της, με τα ποικίλα πληθυσμιακά στοιχεία, τους διάφορους σύνοικους πολιτισμούς, τις συνυπάρχουσες θρησκείες και τις διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις.

Αυτός ο θρακικός κοσμοπολιτισμός, που αναπτύχθηκε σε χρόνο ανύποπτο και με τρόπο τέτοιο, ώστε να μην συγχωνευθούν, αλλά να διατηρηθούν σεβαστικά και ακέραια τα επιμέρους συστατικά του, αποτελεί σήμερα πιλοτική περίπτωση για όλη την ελληνική κοινωνία, που με έκπληξη βλέπει την πολυπολιτισμικότητα να κερδίζει συνεχώς έδαφος στα όρια της. Αλλά και στα πλαίσια της επερχόμενης παγκοσμιοποίησης των πολιτισμών, η Κομοτηνή αποτελεί φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση. Ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας των συνεντεύξεων και το περιεχόμενο των περιγραφών του βιβλίου αυτού οδηγούν το καλόπιστο αναγνώστη στην διαπίστωση αυτών ακριβώς τον αρχών που εγγυώνται την ισότιμη και αρμονική συνύπαρξη διαφορετικών πληθυσμών. Είναι μια διεργασία και μια γνώση που μας χρειάζονται όλο και περισσότερο, πανελλαδικώς.

Αποτελεί λοιπόν, το βιβλίο αυτό του κ. Μέκου, πολυεπίπεδο ανάγνωσμα, ευχάριστο αλλά και διδακτικό, καταγραφικό αλλά και έμπρακτα ερμηνευτικό. Και αυτό επειδή η κοινωνική σοφία του συγγραφέα και των πληροφορητών του διαφαίνεται ζωντανή πίσω από τις απλές λέξεις και τις διατυπώσεις. Είναι ένα βιβλίο για την αρμονική συνύπαρξη λαών και παραδόσεων, θρησκειών και πολιτισμών απ’ αυτούς τους ίδιους που έκαμαν πράξη και βίωσαν προσωπικά την συνύπαρξη τούτη κι εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη αξία των γραφομένων, αλλά και όλου του εγχειρήματος, συνολικά. Το βιβλίο του κ. Μέκου ξεφεύγει από την καταγραφή της προσωπικής και της οικογενειακής μνήμης – όπως την έχουμε δε σε πλήθος παρόμοιων, αυτοβιογραφικών όμως, καταγραφών παιδικών αναμνήσεων και εφηβικών εντυπώσεων, που τον τελευταίο καιρό βλέπουν το φως της δημοσίευσης σχεδόν ομαδικά – και προχωρά στην αποτύπωση της κοινωνικής μνήμης. Εκεί βρίσκεται και η ιδιαίτερη αξία του.

Γνωρίζοντας την δυσκολία του εγχειρήματος, συγχαίρω και ευχαριστώ τον συγγραφέα, για τις ατελείωτες ώρες δουλειάς που χρειάστηκε, αλλά και για το τελικό αποτέλεσμα. Ξέρω και από προσωπική πείρα, ότι ο συγγραφικός δρόμος που ακολουθεί δεν έχει γυρισμό του εύχομαι λοιπόν καλή, φωτισμένη και παραγωγική συνέχεια. Με χαρά θα περιμένουμε και τα επόμενα έργα της διανοίας και της τέχνης του, γιατί τέχνη δύσκολη είναι το συγγράφειν «βίβλους πολλάς» και «καλάς».

Μ.Γ.ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Αν. Καθηγητής Λαογραφίας Πανεπιστημίου Θράκης

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Ζαφείριος Κ. Μέκος (Κομοτηνή, 1937) σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δικηγόρησε μέχρι το καλοκαίρι του 2005 στην Κομοτηνή και συμμετείχε ενεργά στη συνδικαλιστική και πολιτιστική δραστηριότητα του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, της Εταιρίας Θρακικών Ερευνών, (όπου τώρα είναι πρόεδρος), του Μορφωτικού Ομίλου Κομοτηνής κ.α. Υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής. Έχει εξειδικευθεί στα προβλήματα των μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Θράκη και στην ιστορία και παράδοση της Κομοτηνής ,ενώ παρουσίασε τον προβληματισμό του σε ζητήματα νομικής υφής και έδωσε σειρά διαλέξεων πάνω στα θέματα αυτά, στην Κομοτηνή και σε άλλες πόλεις της Β. Ελλάδος. Βασικά έργα του: Η δικαιοσύνη στην Ελλάδα (1986), Φεμινισμός και ανδροκρατία πριν 2.500 χρόνια (1986), Ο σύνδικος και τα προβλήματά του (1988), Εθνικό σύστημα υγείας (1988), Προσεγγίσεις (δίκαιο και ηθική, ο μουφτής και η ελληνική νομοθεσία, ο πεζογράφος Βάρναλης και η αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο όρκος) (1990), Οι αρμοδιότητες του μουφτή και η ελληνική νομοθεσία (1991), Θράκη, συνιστώσες του μειονοτικού προβλήματος (1995), Δικηγορικά ανάλεκτα (η επιείκεια, ο μάρτυρας, ο δικηγόρος, ο κατηγορούμενος) (1998), Καταπίεση μειονοτήτων (αλήθειες και μυθεύματα) (1998), Thrace: Aspects of the minority problem(1999), Τη Θράκη και τα μάτια μας (2000), Οι Πομάκοι στη Θράκη (2001), Ριζώσαμε στην Κομοτηνή (2002), Ενθύμιον Κομοτηνής (2005).

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.