Ταξιδι με χρωμα και σχημα στη θρακικη φυση
Με την παρουσία των τοπικών φορέων και του κοινού της πόλης πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής της κ. Χρυσούλας Κονταρίδου – Πανδρευμένου και του κ. Θανάση Πανδρευμένου στην αίθουσα εκθέσεων της Λέσχης Κομοτηναίων το βράδυ του Σαββάτου. Η παρουσίαση της έκθεσης, η οποία διοργανώνεται για τα 50 χρόνια του Μορφωτικού Ομίλου Κομοτηνής, έγινε από την ιστορικό τέχνης, μουσειολόγο κ. Κική Χριστοδούλου. Η έκθεση φιλοξενεί 44 έργα και θα είναι ανοιχτή στο κοινό μέχρι στις 2 Δεκεμβρίου και κατά τις ώρες 17:30 – 21:30.
Ο κ. Θανάσης Πανδρευμένος σε δήλωση του ευχαρίστησε τον Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής και τον πατέρα κ. Δημήτριο Βασιλειάδη, ο οποίος είχε την ιδέα της έκθεσης. «Είναι μια έκθεση για τα πενήντα χρόνια του Ομίλου και συγχρόνως τιμητική για μένα. Πρόκειται για αναδρομική έκθεση περισσότερο έργων δικών μου και της γυναίκας μου. Έχει έργα που χρονολογούνται από εικοσαετίας μέχρι και σήμερα. Φαντάζομαι ότι και μέσα από τη ζωγραφική φαίνεται κάποια εξέλιξη και ωρίμανση δική μου και της γυναίκας μου. Έχει ακουαρέλες, τέμπερες και λάδια. Η θεματολογία των έργων της γυναίκας μου είναι λουλούδια της περιοχής και η δική μου έχει μεγαλύτερη ποικιλία, είναι τοπία από την ευρύτερη περιοχή».
Διακοσμητική ζωγραφική και τέχνη
Η κ. Χριστοδούλου στην ομιλία της έκανε λόγο για την τέχνη και την διακοσμητική τέχνη. «Γνωρίζουμε όλοι η τέχνη γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο. Ίσως όμως να μη γνωρίζουμε ότι και η διακοσμητική τέχνη γεννήθηκε με τον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος χάρασσε, από την παλαιολιθική εποχή ακόμη, εργαλεία των οποίων οι διαστάσεις και τα ίχνη δεν μαρτυρούν χρήση. Η ζωγραφική επίσης γεννιέται την παλαιολιθική εποχή όταν σε οροφές σπηλαίων αναπαρίσταται η πανίδα που περιβάλλλει τους τότε πληθυσμούς. Στη χώρα μας ίσως δεχόμαστε ευκολότερα ότι η καθαρά διακοσμητική τέχνη αναπτύσσεται κυρίως κατά την ελληνιστική εποχή. Το σίγουρο είναι ότι από τη στιγμή που ο άνθρωπος ανακαλύπτει το χρώμα και τη διακόσμηση του χώρου του, δεν εγκαταλείπει ποτέ πια την συνήθεια αυτή. Η διακοσμητική ζωγραφική είναι ίσως λιγάκι παρεξηγημένη. Ήδη στα τέλη του 16ου αι. μ.Χ. διαπιστώνεται μια διαφωνία ανάμεσα στους ζωγράφους. Χωρίζονται χονδρικά σε Rubenistes και Poussinistes, από τα ονόματα δύο μεγάλων ζωγράφων της εποχής του Rubens και του Poussin. Σε εκείνους δηλαδή που υποστηρίζουν το χρώμα και σε εκείνους που υποστηρίζουν το σχέδιο. Η διαμάχη αυτή υπήρξε αρκετά έντονη ανά εποχές».
Όπως τόνισε η κ. Χριστοδούλου, η εξέλιξη της ζωγραφικής τέχνης μας δίνει αργότερα, ανάμεσα σε άλλα, τα κινήματα του ιμπρεσιονισμού και της αφηρημένης τέχνης που βασίζονται ουσιαστικά στο χρώμα και σε ένα φλου έως ανύπαρκτο σχέδιο. «Άλλωστε το φως, το παιχνίδισμά του στις επιφάνειες και η αντανάκλασή του, η αλλοίωση του σχήματος, αλλά και του ίδιου του χρώματος υπό την επίδραση του φωτός, πάντοτε ενδιέφερε τους ζωγράφους. Ίσως τελικά το χρώμα να μοιάζει να υπερισχύει στον 20ο αι. Νίκη του χρώματος δηλαδή; Σας θυμίζω ενδεικτικά την ζωγραφική της Φρίντας Κάλο και του σύγχρονού μας Μποτέρο, οι οποίοι υποστήριξαν πάντα το σχέδιο. Η διαφωνία μοιάζει και είναι ψευδής. Γιατί η ζωγραφική είτε είναι διακοσμητική είτε στρατευμένη είτε αντικαθιστά τη φωτογραφία (όπως άλλωστε συνέβαινε πριν την εφεύρεση της τεχνολογίας αυτής), παραμένει ζωγραφική».
«Η ταυτόχρονη έκθεση των έργων του ζεύγους Κονταρίδου – Πανδρευμένου ενώνει δύο τάσεις, των κολοριστών και των σχεδιαστών»
Στη συνέχεια η κ. Χριστοδούλου εξήγησε τους λόγους εκείνους που την οδήγησαν να κάνει μια τέτοια εισαγωγή. «Ίσως γιατί μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πολλοί περιφρονούν τη διακοσμητική τέχνη. Η διαμάχη όμως που προανέφερα, μαρτυρά ότι και η διακοσμητική τάση στη ζωγραφική είναι τέχνη, αλλιώς κανείς δεν θα την ενέπλεκε σε αυτή την διαφωνία. Και άρα, ως τέχνη, απαιτεί και ικανότητα και τεχνική και δεξιοτεχνία από τον δημιουργό. Αν και όλοι προαιρούμαστε για ιδεολογικούς λόγους τη στρατευμένη τέχνη, στους προσωπικούς μας χώρους προτιμούμε μάλλον τους διακοσμητικούς πίνακες. Ο δεύτερος λόγος της εισαγωγής αυτής, είναι γιατί θεωρώ ότι η ταυτόχρονη έκθεση των έργων του ζεύγους Κονταρίδου – Πανδρευμένου ενώνει τις δύο τάσεις, των κολοριστών και των σχεδιαστών. Και αποτελεί παράδειγμα ομαλής συνύπαρξης και αλληλοσεβασμού των δύο κατευθύνσεων. Αν παρατηρήσουμε τα έργα τους θα διαπιστώσουμε ότι η κ. Κονταρίδου υποστηρίζει το χρώμα όπως το βλέπει στη φύση, με όλες τις αλλοιώσεις που υφίσταται από το φως. Την ενδιαφέρει το αντικείμενο, φύλλο ή λουλούδι. Γι’ αυτό και δεν τοποθετεί το αντικείμενο των έργων της σε συγκεκριμένο χώρο. Αυτό ίσως θα αδικούσε το ίδιο το θέμα που θα γινόταν μια απλή λεπτομέρεια σε ένα γενικό τοπίο, όπως συμβαίνει με αρκετούς πίνακες των ιμπρεσιονιστών και της σχολής Barbizon. Ενώ τώρα το χρώμα ορίζει το σχήμα και το περίγραμμα. Η τεχνική της ακουαρέλας δίνει μια ανάλαφρη αίσθηση στους πίνακές της, αλλά και αποδίδει την εντύπωση του αόριστου και του εφήμερου, όπως εφήμερη είναι και η ανθοφορία στη φύση. Παράλληλα, αποδίδει δεξιοτεχνικά μια φρεσκάδα που αντιστοιχεί και πάλι, σε εκείνη της φύσης.
Από την άλλη πλευρά, ο κ. Πανδρευμένος υποστηρίζει το σχέδιο. Συχνά, σε σημείο φωτογραφικής απόδοσης των τοπίων που ζωγραφίζει. Δουλεύει το φως σε διάφορες στιγμές της ημέρας. Κατ’ επέκταση και τα χρώματα που έχει η φύση τη στιγμή εκείνη του εικοσιτετραώρου. Το σχέδιο υπάρχει για να ορίσει το βάθος, την προοπτική τον όγκο. Και ενώ για τα τοπία στη φύση προτιμά το λάδι, στις αστικές γωνιές η τεχνική του είναι αυτής της ακουαρέλας. Σαν να θέλει έτσι να αντιστοιχίσει τη σταθερότητα ενός τοπίου με ένα υλικό πιο βαρύ και συμπαγές. Ενώ για τις παλιές γωνιές στην πόλη και τα χωριά του τόπου μας, μοιάζει να θέλει να δώσει με ένα πιο ανάριο υλικό το πέρασμα του χρόνου».
Η κ. Χριστοδούλου τόνισε επίσης ότι στη συγκεκριμένη έκθεση φαίνεται ξεκάθαρα ότι το χρώμα και το σχέδιο είναι καθαρά προσωπική επιλογή και όχι θέμα τεχνικής. «Γιατί, αν στις υδατογραφίες της κ. Κονταρίδου υπερτερεί το χρώμα, στις υδατογραφίες του κ. Πανδρευμένου υπερτερεί το σχέδιο. Είναι επίσης προφανές ότι ενώ η κ. Κονταρίδου τοποθετεί σε αόριστο χώρο αιωρούμενα συχνά τα λουλούδια της, ο κ. Πανδρευμένος αναπαριστά συγκεκριμένους τόπους, εύκολα αναγνωρίσιμους για τους περισσότερους φαντάζομαι. Εάν μπορεί να επιτραπεί κάποιος παραλληλισμός με τα κινήματα τέχνης προηγούμενων εποχών, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο κ. Πανδρευμένος είναι πιο κοντά στην τοπιογραφία των Κάτω Χωρών του 17ου και 18ου αι. και την γενικότερη ατμόσφαιρα της σχολής Barbizon. Ενώ η κ. Κονταρίδου κάνει μια σύνθεση γαλλικού και αγγλικού ιμπρεσιονισμού εφαρμόζοντάς την σε μια εντελώς προσωπική θεματογραφία. Εκείνο όμως με το οποίο θέλω να τελειώσω και θεωρώ πολύ σημαντικό, είναι ότι αποδίδουν τους τόπους και τη χλωρίδα της Θράκης. Ο κάθε ένας με τη προσωπική του τεχνοτροπία, τεχνική και θεματογραφία, μας μεταφέρει είτε στη φύση, είτε στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Ας αφήσουμε λοιπόν το χρώμα και το σχήμα να μας ταξιδέψουν στην ομορφιά της θρακιώτικης φύσης» κατέληξε η κ. Χριστοδούλου.
Σ.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
